1) Οι αρχές του πολιτισμού της λατρείας του πνεύματος: το κουκουνάρι (Pine Cone) και το μάτι της ψυχής (Eye of Soul)
Επί χιλιετίες η Δύση αντιμετώπισε χωριστά το πνεύμα και το ένστικτο και επιδίωξε έναν πολιτισμό που λατρεύει το πνεύμα. Στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο και στη Μέση Ανατολή, θεωρούσαν ότι η δομή του εγκεφάλου παριστάνει την ύπαρξη του πνεύματος, και την απέδωσαν σε ζωγραφιές και γλυπτά. Πίστευαν ότι, αν ανατέμνει κανείς τον άνθρωπο, ο κωνάριος αδένας (Pineal gland) μέσα στη δομή του εγκεφάλου είναι η συγκεκριμένη μορφή του πνεύματος ή της ψυχής. Κωνάριος αδένας είναι ο ανατομικός όρος για έναν αδένα σε σχήμα κουκουναριού. Παρατήρησαν ότι το «κουκουνάρι» (Pine cone) της φύσης μοιάζει πολύ στη μορφή με τον κωνάριο αδένα. Γι’ αυτό στη Δύση και στους άλλους πολιτισμούς που επινόησαν τις εξ αποκαλύψεως θρησκείες έδιναν μεγάλη σημασία στα γλυπτά σε σχήμα κουκουναριού, όμοια με τον κωνάριο αδένα. Θεωρούσαν ότι αυτά παριστάνουν «την καρδιά, την ψυχή, το πνεύμα, τη λογική ή την κατανόηση που έλαβε ο άνθρωπος από τον Θεό». Υποθέτουμε επίσης ότι η σπειροειδής δομή του κουκουναριού, που περιέχει την ακολουθία Φιμπονάτσι και τη χρυσή τομή, έδειχνε στον άνθρωπο την τάξη μέσα στη φύση και τη συνέδεε με μια πνευματική αναζήτηση.
Αυτό το φαινόμενο ήταν ευρέως διαδεδομένο επί χιλιετίες στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Ελλάδα, στη Ρώμη και πιο πρόσφατα στη Δύση. Οι Βαβυλώνιοι σμίλευαν τα αγάλματα των θεών τους κρατώντας ένα κουκουνάρι στο κέντρο: ο «Ταμμούζ» είναι θεός της Βαβυλωνίας και των Σουμερίων, που κρατά στο δεξί του χέρι ένα «κουκουνάρι» που παριστάνει την ψυχή. Και το σκήπτρο του Αιγύπτιου θεού Όσιρι έχει σκαλισμένο ένα κουκουνάρι στο κέντρο, στη σημαντικότερη θέση: στο σκήπτρο του Αιγύπτιου θεού Όσιρι, δύο φίδια περιβάλλουν ένα «κουκουνάρι» που παριστάνει την ψυχή. Και ο Έλληνας θεός Ερμής (ο ίδιος με τον Ρωμαίο θεό Μερκούριο) έβαλε να σκαλίσουν ένα κουκουνάρι ακριβώς στη μέση του ραβδιού του, όπως στο γλυπτό του Όσιρι: το ραβδί του Ερμή, το «κηρύκειο» (Caduceus), είναι διακοσμημένο με ένα κουκουνάρι και δύο φίδια. Και ο Έλληνας θεός Διόνυσος έχει σκαλισμένο ένα κουκουνάρι στην άκρη του ραβδιού του: το ραβδί του Διονύσου, ο «θύρσος» (Thyrsus), έχει στην άκρη του ένα κουκουνάρι, σύμβολο της ψυχής.

Κρατά στο δεξί του χέρι ένα «κουκουνάρι» που παριστάνει την ψυχή.

Δύο φίδια περιβάλλουν ένα «κουκουνάρι» που παριστάνει την ψυχή.


Είναι διακοσμημένο με ένα κουκουνάρι και δύο φίδια

Ένα κουκουνάρι, σύμβολο της ψυχής, στολίζει την άκρη του ραβδιού
Το πολιτισμικό φαινόμενο της λατρείας των ικανοτήτων του πνεύματος συνεχίστηκε αυτούσιο στον πολιτισμό της Δύσης από την αρχαιότητα ως τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Στον Μεσαίωνα, η Ρωμαϊκή Κουρία στόλισε με ένα γλυπτό κουκουνάρι την είσοδο του ναού της: ένα τεράστιο «κουκουνάρι» στέκεται στην είσοδο του Βατικανού, στη Ρώμη.

Και στους νεότερους χρόνους, στον τοίχο του Whitehall Building στη Νέα Υόρκη υπάρχει ένα γλυπτό του ραβδιού του Ερμή με ένα κουκουνάρι στο κέντρο: στο «κηρύκειο» που στολίζει το Whitehall Building της Νέας Υόρκης, το «κουκουνάρι», το κεντρικό στοιχείο, είναι καθαρά σκαλισμένο

Το «κουκουνάρι», το κεντρικό στοιχείο του ραβδιού, είναι καθαρά σκαλισμένο
Έτσι ο κωνάριος αδένας (Pineal gland), που εμφανιζόταν επί χιλιετίες στον πυρήνα του πολιτισμού στη Δύση, στην Αίγυπτο και στη Μέση Ανατολή με τη μορφή του γλυπτού κουκουναριού, έκανε ένα βήμα παραπέρα. Το κουκουνάρι κατέληξε να παριστάνεται ως το «τρίτο μάτι». Στην Αίγυπτο διαδόθηκαν ευρέως γλυπτά που αποδίδουν αυτούσια, ανατομικά, τη δομή του κωνάριου αδένα του εγκεφάλου, και αυτά παραστάθηκαν ως «μάτι». Στην Αίγυπτο ονομάζεται «μάτι του Ρα» ή «μάτι του Ώρου». Αργότερα, στην Ελλάδα, το μάτι αυτό ονομάστηκε «τρίτο μάτι» ή «μάτι της ψυχής» (Eye of Soul).

Στην Ελλάδα, το μάτι αυτό ονομάστηκε «τρίτο μάτι» ή «μάτι της ψυχής»

του κωνάριου αδένα (pineal gland), σε σχήμα κουκουναριού, του μεταιχμιακού συστήματος.
Ο Πλάτων παρέστησε το μάτι του «Ώρου» ως «τρίτο μάτι», δηλαδή ως «μάτι της ψυχής». Θεωρούσε ότι με το μάτι της ψυχής, που βρίσκεται μέσα στο πνεύμα, μπορεί κανείς να δει και να εκφράσει την αλήθεια του σύμπαντος.
Πρέπει τώρα, με το μάτι της ψυχής, να δούμε το φως του σύμπαντος που διαπερνά όλα τα πράγματα και να στραφούμε προς την αιώνια αλήθεια. 167
Φώναζε ότι πρέπει να αναζητάμε το αιώνιο όχι με το μάτι του σώματος, αλλά με το μάτι της ψυχής, που είναι δέκα χιλιάδες φορές ισχυρότερο. Υποστήριζε με έμφαση ότι μόνο το μάτι της ψυχής φτάνει στην αλήθεια. Είναι μια φιλοσοφία που δίνει απόλυτο χαρακτήρα στις θρησκευτικές και μεταφυσικές ανακαλύψεις.
«…κρεῖττον ὂν σωθῆναι μυρίων ὀμμάτων· μόνῳ γὰρ αὐτῷ ἀλήθεια ὁρᾶται»: το μάτι της ψυχής αξίζει περισσότερο από δέκα χιλιάδες μάτια του σώματος, γιατί μόνο με αυτό βλέπει κανείς την αλήθεια. 168
Αυτή η φιλοσοφία της Μέσης Ανατολής και της Δύσης, ότι το κουκουνάρι αντιπροσωπεύει το πνεύμα, διαδόθηκε ευρέως και για πολύ καιρό και επηρέασε και την Ινδία και τον βουδισμό. Γι’ αυτό στα αγάλματα του Ινδού θεού Σίβα υπάρχει ένα μάτι της ψυχής ζωγραφισμένο στο μέτωπο. Ένα άγαλμα του Βούδα της Γκαντάρα, που βρέθηκε στο Αφγανιστάν, έχει ένα «τρίτο μάτι» στο μέτωπο. Υπό αυτή την επίδραση, και στα βουδιστικά αγάλματα του Βούδα ζωγραφίστηκε το «μάτι της ψυχής» στο μέτωπο. Και τα μαλλιά του Βούδα σμιλεύονται σε σφιχτές μπούκλες, σε σχήμα κουκουναριού. Στα αγάλματα του Βούδα, διακοσμημένα με το «τρίτο μάτι» και με «κόμμωση σε σχήμα κουκουναριού», βλέπουμε την επίδραση του δυτικού πολιτισμού.



Το μάτι της ψυχής έλαμψε έντονα στην εποχή του πνεύματος στη Δύση, και μετά από αυτήν. Στο κέντρο ακριβώς της εικόνας της διακήρυξης των δικαιωμάτων που δημοσιεύτηκε επίσημα στη Γαλλία το 1789 είναι ζωγραφισμένο το «μάτι της ψυχής» (Eye of Soul), δηλαδή το τρίτο μάτι. Και στην πίσω όψη του χαρτονομίσματος του ενός δολαρίου που χρησιμοποιείται στις Ηνωμένες Πολιτείες, το τρίτο μάτι είναι ζωγραφισμένο στο κέντρο, με τη μορφή του ματιού του Θεού. Η μεγάλη σφραγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών, ζωγραφισμένη στην πίσω όψη του αμερικανικού χαρτονομίσματος του ενός δολαρίου: το «μάτι του Θεού» (Eye of Providence) στολίζει την κορυφή μιας πυραμίδας.

Πάνω της είναι ζωγραφισμένο το «μάτι της ψυχής» (Eye of Soul).

Το «μάτι του Θεού» (Eye of Providence) στολίζει την κορυφή μιας πυραμίδας.
Έτσι, μέσα από το κουκουνάρι και το μάτι της ψυχής, το θεμέλιο της σκέψης που λατρεύει το ανθρώπινο πνεύμα εγκαταστάθηκε στον πολιτισμό της Δύσης μέσα σε χιλιετίες ιστορίας. Η λατρεία του πνεύματος παίρνει νέα μορφή στους νεότερους χρόνους του δυτικού πολιτισμού. Από τη λατρεία του πνεύματος μέσα από εικόνες όπως το κουκουνάρι και το τρίτο μάτι, περνά σε έναν τρόπο που συνίσταται στο να μπαίνει κανείς μέσα στο πνεύμα για να το εκφράσει. Αυτή είναι η «μεταφυσική», με την οποία ο πολιτισμός της Δύσης εκτιμά ένα πνεύμα χωρισμένο από το ένστικτο.
2) Η διάδοση του πολιτισμού της λατρείας του πνεύματος: από την εικόνα στο φιλοσοφικό σύστημα
Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τεχνητού διαχωρισμού και εξήγησης της ανθρώπινης φύσης είναι η στάση που την εξηγεί χωρίζοντάς τη στα δύο: στο ένστικτο και στο πνεύμα (στο σώμα και στο πνεύμα, στο πάθος και στη διάνοια, στο φυσιολογικό και στο ψυχολογικό, στην ευαισθησία και στη λογική, στη σάρκα και στην ψυχή). Επί δύο χιλιάδες χρόνια ο πολιτισμός της Δύσης θεώρησε αυτονόητη αυτή τη διάκριση και επιχείρησε να δει το πνεύμα ως ανεξάρτητο φαινόμενο, αντίθετο στο σώμα. Στο ερώτημα «ποιοι είμαστε;» προβάλλει μια θεωρία της ανθρώπινης φύσης ως πάλης πνεύματος και σάρκας. Στην αρχαιότητα, ο Πλάτων θεωρούσε ότι η ψυχή στρέφεται προς τον κόσμο των Ιδεών, ενώ το σώμα, δεμένο με τις αισθητές επιθυμίες, εμποδίζει την ψυχή. Ο μεσαιωνικός χριστιανισμός θεωρούσε ότι το πνεύμα είναι θείο και καλό και ότι το σώμα, πηγή της επιθυμίας και της αμαρτίας, αντιτίθεται στο πνεύμα. Στη Δύση, ο Θεός δεν είναι θεός της φύσης, αλλά Θεός της δικαιοσύνης, αγαθός Θεός: προϊόν του πνεύματος. Και πάνω απ’ όλα, όπως δείχνει καλά η διδασκαλία της Αγίας Τριάδας, είναι ένα πνευματικό ον. Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα αυτού του Θεού, αντιμετωπίζεται κι αυτός ως ουσιαστικά πνευματικό ον. Στον ορθολογισμό της νεότερης Δύσης, ο Καρτέσιος υποστήριξε τη σημασία του πνεύματος μέσα σε έναν δυϊσμό που διακρίνει το πνεύμα και το σώμα ως δύο χωριστές υποστάσεις.
Η αρχαία μεταφυσική, η μεσαιωνική θεοκεντρική σκέψη, ο νεότερος ορθολογισμός
Στον ελληνικό πολιτισμό πριν από τον Σωκράτη, η έννοια της «ισορροπίας» ανάμεσα στο ένστικτο και στο πνεύμα κατείχε σημαντική θέση. Ήταν μια εποχή όπου δεν υπήρχαν ακόμη η γενίκευση του πνεύματος και ο σαφής χωρισμός πνεύματος και ενστίκτου, μια εποχή ισορροπίας, όπου το απολλώνιο και το διονυσιακό συγκρατούσαν το ένα το άλλο. Στον ελληνικό πολιτισμό, ο Απόλλων (Apollo) είναι το έμβλημα της λογικής και του πνεύματος. Ο Διόνυσος (Dionysus) είναι το έμβλημα των αισθήσεων και του ενστίκτου. Το πνεύμα και το ένστικτο, το απολλώνιο και το διονυσιακό, αντιπαρατίθενταν. Ο Νίτσε περιγράφει αυτή την κατάσταση:
Μέσα από τις δύο θεότητες της ελληνικής τέχνης, τον Απόλλωνα και τον Διόνυσο, μαθαίνουμε ότι στον ελληνικό κόσμο υπήρχε μια σφοδρή αντίθεση, τόσο ως προς την προέλευση όσο και ως προς τον σκοπό, ανάμεσα στην πλαστική τέχνη, την απολλώνια, και στη μη πλαστική τέχνη της μουσικής, τη διονυσιακή… Εμφανίστηκαν ενωμένες σε μία, και από αυτή την ένωση γεννήθηκε μια τέχνη ταυτόχρονα απολλώνια και διονυσιακή: η αττική τραγωδία.169
Εκείνοι που έσπασαν αποφασιστικά αυτή την αντίθεση ήταν οι τρεις φιλόσοφοι, ο Σωκράτης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Υποστήριξαν τη μεταφυσική: το πνεύμα είναι η φύση του ανθρώπου, το σώμα είναι ύλη και δεν έχει καμία αξία. Υποστήριξαν ότι όλη η ανθρώπινη προσπάθεια πρέπει να ερευνά το πνεύμα το χωρισμένο από το σώμα και να φτάνει μέσω αυτού στην αιώνια αλήθεια. Η παράδοση της λατρείας του πνεύματος συνεχίστηκε στον ελληνικό και μεσογειακό πολιτισμό, αυτοί όμως ήταν εκείνοι που την έκαναν φιλοσοφία. Πίστευαν ότι μόνο οι Έλληνες είχαν το πνεύμα ή την ψυχή που δίνει ο Θεός. Τη σκέψη τους για τη λατρεία της ψυχής την είχαν μάθει από τον Πυθαγόρα. Παρουσίασαν επίσης το πνεύμα ως ουσία του ανθρώπου, επαναλαμβάνοντας τη σκέψη του Παρμενίδη: «οι αισθήσεις απατούν, μόνο το πνεύμα γνωρίζει την αλήθεια». Ιδιαίτερα με τον Αριστοτέλη, ονόμασαν μεταφυσική τη μελέτη του πνεύματος και τη θεώρησαν πυρήνα της φιλοσοφίας. Υποτιμώντας το ανθρώπινο ένστικτο, το ανέλυσαν ως ταυτόσημο με το ένστικτο των ζώων. Ένωσαν την πυθαγόρεια σκέψη της λατρείας της ψυχής με την παρμενίδεια σκέψη της λατρείας του πνεύματος, ταύτισαν την ψυχή με το πνεύμα και άσκησαν αποφασιστική επίδραση στη διάδοση της φιλοσοφίας της λατρείας του πνεύματος σε όλο τον πολιτισμό της Δύσης.
Γι’ αυτούς σημασία είχε το πνεύμα, δηλαδή η ψυχή. Ιδιαίτερα ο Αριστοτέλης έβλεπε τους βαρβάρους, όπως τους Πέρσες, σαν ζώα χωρίς ψυχή. Γι’ αυτό υποστήριζε ότι έπρεπε να γίνουν όλοι δούλοι. Η φιλοσοφία του δυϊσμού της αντίθεσης, που χωρίζει το ένστικτο από το πνεύμα, πέρασε από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα και ολοκληρώθηκε με τον Αριστοτέλη. Από τη σκοπιά της φιλοσοφίας του όντος, θεωρούσε αιώνιες τις διαφορές ψυχής και πνεύματος ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους, άντρες και γυναίκες. Μεγάλος φιλόσοφος, έθεσε ωστόσο τα θεμέλια των φυλετικών διακρίσεων και των διακρίσεων φύλου. Ο Αριστοτέλης άφησε στα Πολιτικά του (Politics) τα εξής:
«ἐν δὲ τοῖς βαρβάροις τὸ θῆλυ καὶ δοῦλον τὴν αὐτὴν ἔχει τάξιν. αἴτιον δ’ ὅτι τὸ φύσει ἄρχον οὐκ ἔχουσιν, ἀλλὰ γίνεται ἡ κοινωνία αὐτῶν δούλης καὶ δούλου. διό φασιν οἱ ποιηταὶ “βαρβάρων δ’ Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός”, ὡς ταὐτὸ φύσει βάρβαρον καὶ δοῦλον ὄν.» Δηλαδή: στους βαρβάρους η γυναίκα και ο δούλος έχουν την ίδια θέση. Κι αυτό γιατί δεν έχουν φυσικό ηγέτη· είναι μόνο μια κοινότητα δούλων, αντρών και γυναικών. Γι’ αυτό λένε οι ποιητές: «Είναι φυσικό να κυβερνούν οι Έλληνες τους βαρβάρους», σαν να ήταν από τη φύση τους το ίδιο ο βάρβαρος και ο δούλος. 170
Η υποταγή του ανθρώπου στους θεούς, δηλαδή η υπακοή του ανθρώπου στη μοίρα, που εμφανίζεται στην ελληνική τραγωδία πριν από τον Σωκράτη, μοιάζει με την αρμονία φύσης και ανθρώπου που εμφανίζεται στον πολιτισμό της Ανατολής. Και όπως η ανατολική ποίηση εκφράζει την αρμονία ανθρώπου και φύσης, η ελληνιστική γλυπτική τονίζει την αρμονία πνεύματος και ενστίκτου. Με αυτή την έννοια, ο ελληνικός πολιτισμός πριν από τον Σωκράτη είχε τον χαρακτήρα ενός πολιτισμού του μέτρου, που ονομάζεται σωφροσύνη. Αυτό το μέτρο, αυτή η κατάσταση ισορροπίας, συναντάται παντού στον ελληνικό πολιτισμό πριν από τον Σωκράτη. Οι Έλληνες είχαν μια θρησκεία, όχι μονοθεϊστική αλλά πολυθεϊστική, όπου πολλοί θεοί συγκρατούσαν ο ένας τον άλλον και βρίσκονταν σε ισορροπία. Και όλοι οι θεοί, και ο Δίας, είχαν τη μοίρα να υποτάσσονται στη μοίρα.
Στην ελληνική μυθολογία, οι «θεές της μοίρας» (God of Destiny) ήταν τρεις και ονομάζονταν «Μοίρες» (Moirai, The Fates). Ακόμη και οι αθάνατοι θεοί, και ο Δίας, έπρεπε να υποταχθούν στις αποφάσεις τους. Η μοίρα αντιστάθμιζε την αθανασία των θεών. Και η μεταφυσική στάση που επιδίωκε να διακηρύξει τον απόλυτο χαρακτήρα του πνεύματος, την οποία εξέφραζε μια ομάδα της Ελεατικής σχολής με πρώτο τον Παρμενίδη, συγκρατούνταν και ισορροπούσε χάρη στον ελληνικό τρόπο αγωγής, που έδινε μεγάλη έμφαση στη σωματική άσκηση. Αυτή η ελληνική ισορροπία αποτελεί το θέμα της ελληνικής τραγωδίας, που έχει ως αντικείμενο την αντίσταση στη μοίρα και την τιμωρία των θεών.
Αυτός ο ελληνικός ανθρωπισμός αποτελεί το θέμα της ελληνικής τραγωδίας, που έχει ως αντικείμενο την αντίσταση του ανθρώπου στη μοίρα και την τιμωρία των θεών. Και οι τραγωδίες του Αισχύλου (Aeschylus) κρατούν την ισορροπία ανάμεσα στην αντίσταση του ανθρώπου στη μοίρα και στη θεϊκή τιμωρία, ο άνεμος όμως φυσούσε ήδη προς την πλευρά της ανθρώπινης αντίστασης. Αυτή η ασταθής ισορροπία εμφανίζεται με ακραία ένταση στον Σωκράτη. Ανάμεσα στις ακραίες στάσεις της «αδιάκοπης ερώτησης» και του «δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτε», η έκφραση του ελληνικού ανθρωπισμού φτάνει στην κορυφή της. Ο Σωκράτης όμως είναι ταυτόχρονα το τέρμα της ισορροπίας και η αφετηρία του διαχωρισμού. Το να θέτει κανείς «αδιάκοπες ερωτήσεις» και να καταλήγει πάντα στο συμπέρασμα ότι «δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτε» ήταν δυνατό μόνο για τον «σοφότερο», τον Σωκράτη. Η ιστορία του δυτικού πολιτισμού μετά τον Σωκράτη μάς δείχνει ότι για τους άλλους ανθρώπους ήταν σχεδόν αδύνατο.
Ο ελληνιστικός πολιτισμός, διασπώντας την αρμονία και την ενότητα πνεύματος και ενστίκτου, ανατέμνοντας την ουσία του πνευματικού και ερευνώντας την ακατάπαυστα, άρχισε να αποδίδει στο πνεύμα απόλυτη αξία. Κατέληξε να εκτιμά τη γνώση περισσότερο από τη σοφία. Ο πολιτισμός της Δύσης μετά τον Σωκράτη πίστεψε στον απόλυτο χαρακτήρα της γνώσης και απορροφήθηκε στην αναζήτηση της γνώσης αντί της σοφίας. Καθώς το πνεύμα και το ένστικτο χωρίζονταν, και το απολλώνιο και το διονυσιακό χωρίζονταν, καταστράφηκε και η ελληνική τραγωδία:
Ας εξετάσουμε τη σημασία των σωκρατικών αποφθεγμάτων: «Η αρετή είναι γνώση· ο άνθρωπος αμαρτάνει μόνο από άγνοια· ο ενάρετος άνθρωπος είναι ευτυχισμένος». Αυτές οι τρεις βασικές μορφές της αισιοδοξίας σημαίνουν τον θάνατο της τραγωδίας. 171
Ο θάνατος της ελληνικής τραγωδίας σημαίνει την καταστροφή της αρμονίας ανάμεσα στο ένστικτο και στο πνεύμα που απολάμβανε ο ελληνικός πολιτισμός. Η καταστροφή της ισορροπίας ενστίκτου και πνεύματος ήταν έργο της φιλοσοφίας του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αυτοί ήταν που οδήγησαν τον πολιτισμό της Δύσης να εγκαταλείψει το αφανέρωτο που υποστήριζαν ο Ηράκλειτος και άλλοι και να διαλέξει το φανερωμένο, που λατρεύει το πνεύμα. Το φανερωμένο κυριάρχησε στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας για σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, από τον Σωκράτη και τον Μεσαίωνα ως την Αναγέννηση.
Κι αυτό γιατί ο πολιτισμός της Δύσης είχε υιοθετήσει τις θεωρίες των λεγόμενων στοχαστών του φανερωμένου του ελληνικού πολιτισμού, που φέρουν τα ονόματα του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, και στηριζόταν στη δύναμη της θρησκείας. Στον ελληνικό πολιτισμό πριν από τον Σωκράτη, υπήρξε μια περίοδος αρκετών αιώνων ισορροπίας ανάμεσα στον Απόλλωνα και στον Διόνυσο. Σε αυτή την περίοδο, η φιλοσοφία των στοχαστών του αφανέρωτου, όπως ο Ηράκλειτος, είχε την ίδια σημασία με τη φιλοσοφία των στοχαστών του φανερωμένου, γιατί ο ελληνικός πολιτισμός είχε συνείδηση της σημασίας της «ισορροπίας» ανάμεσα στο πνεύμα και στο ένστικτο. Τόνιζαν το μέτρο και τη συγκράτηση. Όμως ήδη την εποχή του Σωκράτη, το ρεύμα της εποχής είχε γυρίσει την πλάτη στον Διόνυσο και είχε ταχθεί με τον Απόλλωνα.
Η δυτική λατρεία της λογικής και του πνεύματος συνδέεται πρώτα απ’ όλα με τη θρησκεία. Κι αυτό γιατί συνέδεσε το πνεύμα με τον Θεό. Ο άνθρωπος φέρει «την εικόνα του Θεού» (Imago Dei): «Καὶ εἶπεν ὁ θεός· Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1:26). «Πνεῦμα ὁ θεός» (Ιω. 4:24). Ήταν φυσικό στη Δύση ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα του Θεού, να αντιμετωπίζεται κι αυτός ως ουσιαστικά πνευματικό ον.
Στη Δύση, η σημασία του πνεύματος τονίστηκε όχι μόνο στη θρησκεία, αλλά και στον φιλοσοφικό τομέα της μεταφυσικής. Ο Αριστοτέλης, ορίζοντας τη μεταφυσική, την αντιμετώπισε ως τη μελέτη του πνεύματος σε αντιδιαστολή με την ύλη. Τη μεταφυσική, κλάδο της φιλοσοφίας που ερευνά τη φύση του όντος και της πραγματικότητας, τη χώρισε σε διάφορους τομείς, όπως η οντολογία (ontology). Αυτή η φιλοσοφική τάση θεωρήθηκε ο σημαντικότερος τομέας και στη μεσαιωνική θρησκεία, και η νεότερη φιλοσοφία άρχισε κι αυτή να τονίζει τη σημασία του πνεύματος. Ο Λάιμπνιτς (1646–1716), νεότερος δυτικός φιλόσοφος που επηρέασε πολύ τον ορθολογισμό, διατύπωσε τις απόψεις του για το μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος.
Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο. Κι αυτό γιατί φέρει μέσα του τον κόσμο και είναι ο ίδιος μια εικόνα του Θεού σε μικρογραφία.172
Αυτή είναι η αρχή του ορθολογισμού, όπου η θεοκεντρική σκέψη μετατοπίζεται στο ανθρώπινο πνεύμα. Έτσι η στενή σχέση του Θεού με το ανθρώπινο πνεύμα διαδόθηκε ακόμη πιο ευρέως στον πολιτισμό της Δύσης. Στα χίλια χρόνια του Μεσαίωνα απαγορευόταν να εκδοθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από θρησκευτικά βιβλία. Η σχολαστική φιλοσοφία είναι μια θεοκεντρική φιλοσοφία που μελετούσε μόνο τη Βίβλο και επικεντρωνόταν μόνο στη θρησκεία. Το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου και ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι, θεμελιωμένα στον ανθρωπισμό των αρχών της Αναγέννησης, απέκτησαν σημασία επειδή ήταν τα πρώτα βιβλία που ανήγγειλαν το πέρασμα από τη θεοκεντρική σκέψη στον ανθρωπισμό. Και η τοιχογραφία της οροφής της Καπέλα Σιξτίνα που άφησε ο Μιχαήλ Άγγελος, ο μεγάλος δάσκαλος της Αναγέννησης, περιέχει μια εικόνα του Θεού που εμφυσά το πνεύμα στον άνθρωπο. Επειδή η Ρωμαϊκή Κουρία απαγόρευε τότε αυστηρά την ανατομική απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος, χρησιμοποίησε το τέχνασμα να τοποθετήσει έναν ανθρώπινο εγκέφαλο στο φόντο του Θεού, ώστε ο Θεός να βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο. Στη Δημιουργία του Αδάμ του Μιχαήλ Άγγελου, γύρω στο 1510, ο Θεός, με φόντο έναν εγκέφαλο, μεταδίδει το πνεύμα στον Αδάμ: το έργο τονίζει τη σημασία του πνεύματος στον πολιτισμό της Δύσης.
Ο πολιτισμός της Δύσης αντιμετωπίζει τα νοητικά φαινόμενα ως υπερφυσικά. Πίστευε ότι ένας υπερφυσικός Θεός μετέδωσε στον άνθρωπο ένα υπερφυσικό πνεύμα. Το πνεύμα ο Θεός το έδωσε μόνο στον άνθρωπο και όχι στα άλλα ζώα. Το πνεύμα βρίσκεται σε σχέση αντίθεσης με το σώμα: «οἱ γὰρ κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν, οἱ δὲ κατὰ πνεῦμα τὰ τοῦ πνεύματος. τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη» (Ρωμ. 8:5-6). Ο χωρισμός και η αντίθεση πνεύματος και ενστίκτου δεν ήταν μόνο μια σημαντική διδασκαλία του χριστιανισμού· τα δεχόταν και η ελληνορωμαϊκή φιλοσοφία. Αυτό φαίνεται καθαρά στα λόγια που άφησε πριν πεθάνει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ιουλιανός (330–363): «Έμαθα από τη φιλοσοφία πόσο σημαντικότερη είναι η ψυχή από το ένστικτο. Το ότι η ψυχή χωρίζεται στον θάνατο δεν είναι λόγος για πόνο, αλλά για χαρά».173
Η ερμηνεία της ανθρώπινης φύσης ως λατρείας του πνεύματος εγκαταστάθηκε στον πυρήνα του πολιτισμού της Δύσης. Η φιλοσοφία της λατρείας του πνεύματος ξεκίνησε από το ελληνικό φανερωμένο, πέρασε από τη θρησκευτική εποχή του Μεσαίωνα και από τη μεταφυσική του Καρτέσιου στους νεότερους χρόνους, και μπήκε στην τελική της φάση: την εποχή των ιδεολογιών του 20ού αιώνα. Στη θρησκευτική εποχή του Μεσαίωνα, η Δύση επικεντρώθηκε μόνο στη μελέτη της εξ αποκαλύψεως θρησκείας: στη μελέτη του πνεύματος που δίνει ο Θεός στον άνθρωπο. Τη μεσαιωνική θρησκευτική φιλοσοφία την αντιπροσωπεύει ο Αυγουστίνος, τον 4ο αιώνα, που προσπάθησε να μπολιάσει τη φιλοσοφία του Πλάτωνα στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Η σχολαστική φιλοσοφία, από τον 11ο αιώνα και έπειτα, με κύριο εκπρόσωπο τον Θωμά Ακινάτη, ήταν μια προσπάθεια να συνδεθεί η θρησκεία με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Αυτή η προσπάθεια επικέντρωσης στο πνεύμα επηρέασε τον Καρτέσιο μετά την Αναγέννηση, και ο Καρτέσιος έθεσε τα θεμέλια της νεότερης μεταφυσικής, που την αντιπροσωπεύει ο ορθολογισμός. Έπαιξε τον ρόλο να αντικαταστήσει το χριστιανικό «πνεύμα» του Μεσαίωνα με ένα μεταφυσικό «πνεύμα».
Πέρα από τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, όπου κυριαρχούσε ο χριστιανισμός, η Δύση γνώρισε τον 17ο και τον 18ο αιώνα μια φιλοσοφική αλλαγή. Σε αυτή την περίοδο, που την ονομάζουμε Διαφωτισμό ή εποχή του πνεύματος, η Δύση πέρασε από έναν «διαφωτισμό» που την απελευθέρωσε από τα δόγματα που ήταν δεμένα με τη θρησκεία και τη Βίβλο. Δεν επρόκειτο πια να πιστεύει κανείς ως αλήθεια ό,τι ήταν γραμμένο στη Βίβλο, όπως το γεωκεντρικό σύστημα, αλλά να το εξετάζει με το πνεύμα που έχει ο άνθρωπος για να κρίνει αν είναι αληθινό ή ψευδές. Αυτή η εξέταση πήρε ώθηση από τη μεγάλη αλλαγή παραδείγματος όπου, χάρη στην ανάπτυξη της αστρονομίας στη Δύση, το γεωκεντρικό σύστημα αντικαταστάθηκε από το ηλιοκεντρικό.
Έτσι, καθώς ορισμένες από τις αλήθειες της απόλυτης αλήθειας που ήταν γραμμένες στη Βίβλο αμφισβητήθηκαν, γεννήθηκαν αμφιβολίες για τη φύση του Θεού. Ιδιαίτερα, έφτασαν να εξετάζουν αν οι αλήθειες, οι εντολές και οι νόμοι που μετέδιδαν οι προφήτες αφού συναντούσαν τον Θεό προέρχονταν πραγματικά από τον Θεό ή από τη φαντασία των προφητών. Γι’ αυτό οι δυτικοί στοχαστές διατύπωσαν μια νέα σκέψη, τον ντεϊσμό (理神論), σύμφωνα με την οποία ο Θεός υπάρχει αλλά δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις. Με τον ντεϊσμό, οι άνθρωποι της Δύσης απελευθερώθηκαν από τα θαύματα, την κόλαση, τον σατανά και τα υπόλοιπα.
Οι ντεϊστές υποστήριζαν ότι ο λόγος του Θεού που μετέδιδαν οι προφήτες δεν είναι η απόλυτη αλήθεια, και ότι σωστή είναι η κρίση του ανθρώπινου πνεύματος. Πίστευαν ότι πηγή της γνώσης δεν είναι η θεοκεντρική σκέψη, αλλά η στήριξη στο πνεύμα. Αυξάνοντας την εμπιστοσύνη σε μια σκέψη και μια επιστήμη που στηρίζονται στο πνεύμα, έθεσαν τα θεμέλια της Βιομηχανικής Επανάστασης του 18ου και του 19ου αιώνα· επιδίωξαν μια οργάνωση της κυβέρνησης θεμελιωμένη όχι στο κύρος μιας Εκκλησίας που γεννήθηκε από τη διαθήκη με τον Θεό, αλλά σε μια νέα θεωρία της ανθρώπινης φύσης· και υποστήριξαν τον χωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Η αρχή του Διαφωτισμού εμπνεύστηκε, τον 17ο αιώνα, από τα έργα του Φράνσις Μπέικον, του Καρτέσιου, του Μπαρούχ Σπινόζα, του Ισαάκ Νεύτωνα και άλλων.
Πρέπει όμως να προσέξουμε ότι στον πολιτισμό της Δύσης η εκτίμηση για τις ικανότητες του πνεύματος ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο στη διάρκεια της εποχής του πνεύματος. Αν το αναλύσουμε φιλοσοφικά, ο πολιτισμός της Δύσης είχε μπροστά του, καθώς διέσχιζε την εποχή του πνεύματος, δύο δυνατές επιλογές. Η Δύση μπορούσε να ακολουθήσει μια φιλοσοφία που υποστηρίζει την αρμονία πνεύματος και ενστίκτου και να βάλει τη δύναμη του πνεύματος στη θέση της· ή να ακολουθήσει μια φιλοσοφία της γενίκευσης του πνεύματος, να παραμελήσει ακόμη περισσότερο το ένστικτο και να αυξήσει ακόμη περισσότερο τη δύναμη του πνεύματος. Η Δύση διάλεξε τη δεύτερη, τον δρόμο της γενίκευσης του πνεύματος, που τονίζει τη σημασία του πνεύματος.
Επειδή αυτή η κλίση προς την πλευρά του Απόλλωνα αποτελούσε το θεμέλιο του πολιτισμού της Δύσης, η περίοδος της Αναγέννησης όπου συνυπήρχαν το πνεύμα και το ένστικτο ήταν σύντομη, και το ρεύμα στεκόταν ήδη με το μέρος της γενίκευσης των ικανοτήτων του πνεύματος. Ανάμεσα στον Καρτέσιο και στον Μακιαβέλι, που είχαν εξίσου, ανάμεσα στο πνεύμα και στο ένστικτο, ένα μέρος της αλήθειας και μια μονομερή άποψη, ο Καρτέσιος δοξάστηκε και ο Μακιαβέλι έγινε στόχος γενικής αποδοκιμασίας.
Η ιστορία της δυτικής σκέψης από τον Καρτέσιο ως τον Μαρξ, που κυριάρχησε στην εποχή της γενίκευσης του πνεύματος, μπορεί να σχηματοποιηθεί ως εξής. Καρτέσιος: σκέφτομαι, άρα υπάρχω (reason)· Καντ: το εγώ που δεν σκέφτεται δεν υπάρχει (pure reason)· Χέγκελ: ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται όπως εγώ δεν υπάρχει (absolute reason)· Μαρξ: ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται όπως εγώ, πρέπει να αποδειχθεί στην πολιτική πράξη (praxis) ότι δεν υπάρχει. Όλοι πίστευαν ότι το πνεύμα που υποστήριζαν είχε απόλυτη αξία. Ιδιαίτερα με τον Μαρξ, η απόλυτη αξία του ιστορικού του πνεύματος τόνισε ακόμη περισσότερο τον απόλυτο χαρακτήρα της, ζητώντας την εξάλειψη των αντιπάλων.
Ο Μαρξ έβλεπε αυτόν τον κόσμο με τη λογική του άσπρου και του μαύρου και θεωρούσε άνευ όρων εχθρό όποιον δεν συμφωνούσε μαζί του. Ήξερε καθαρά με ποιους ήταν, και ήταν βέβαιος ότι θα αγωνιζόταν γι’ αυτούς και ότι εκείνοι θα νικούσαν τελικά.174
Από τον Καρτέσιο, που πίστευε ότι το πνεύμα υπάρχει χωριστά μέσα στον εγκέφαλο, ως τον Καντ και τον Χέγκελ, που υποστήριξαν μια δεοντοκρατία του ηθικού καθήκοντος, στη δυτική φιλοσοφία κυριάρχησαν οι ορθολογιστές. Υπό την επίδρασή τους διαδόθηκε στη Δύση μια περίοδος όπου πίστευαν εσφαλμένα ότι το σημαντικότερο στον άνθρωπο είναι το πνεύμα και ότι το πνεύμα δημιουργεί τα πάντα. Από τη σκοπιά της θεωρίας της ανθρώπινης φύσης, το σοβαρότερο πρόβλημα που προκάλεσαν οι δυτικοί φιλόσοφοι είναι το κολοσσιαίο σφάλμα ότι «το πνεύμα μπορεί να δημιουργήσει ό,τι δεν υπάρχει στο ένστικτο». Αυτή η τάση που δημιούργησαν οι δυτικοί ορθολογιστές κατέληξε στις τραγωδίες της εποχής των ιδεολογιών. Υπάρχει στη θεωρία της ανθρώπινης φύσης μια αρχή που πρέπει να τονίζουμε ξανά και ξανά και να τη δεχτούμε: «το πνεύμα δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνο του ό,τι δεν υπάρχει στο ένστικτο».
Με τον καιρό, οι δυτικοί ορθολογιστές απομακρύνθηκαν όλο και περισσότερο από το ένστικτο και έφεραν στο έπακρο τη στήριξη μόνο στις ικανότητες του πνεύματος. Αυτό είναι το φαινόμενο της «απολυτοποίησης του πνεύματος» ή της «απολυτοποίησης των ικανοτήτων του πνεύματος». Όσο όμως μεγαλώνει ο ρόλος του πνεύματος, τόσο το ένστικτο επαναστατεί φυσικά ενάντια σε αυτές τις ικανότητες του πνεύματος. Απέναντι στη γενική τάση του δυτικού πολιτισμού, που περιφρονεί το ένστικτο και επιδιώκει μόνο το πνεύμα, μια αντίδραση δεν μπορούσε παρά να συμβεί.
Η καθηγήτρια Πάλια (Paglia) εκφράζει τη σχέση πνεύματος και ενστίκτου ως σχέση, αναπόφευκτη για τον άνθρωπο, ανάμεσα στους ανατομικούς εγκεφάλους: τον νέο εγκέφαλο και τον παλαιό εγκέφαλο. Είναι μια διεισδυτική ματιά να την εκφράσει όχι ως «Απόλλων, η τάξη, έναντι Διονύσου, της αταξίας», αλλά ως «Απόλλων, η τάξη, έναντι Διονύσου, της ενέργειας». Το ένστικτο είναι η ενέργεια, η πηγή της δύναμης· το πνεύμα είναι η τάξη που ρυθμίζει αυτή την ενέργεια.
Ο αγώνας ανάμεσα στον Απόλλωνα και στον Διόνυσο είναι, μέσα στον εγκέφαλο, ο αγώνας ανάμεσα στον νέο εγκέφαλο (the higher cortex) και στον παλαιό εγκέφαλο (the older limbic and reptilian brains). Τελικά, η τέχνη είναι η έκφραση του διλήμματος που φέρει πάντα ο άνθρωπος: του διλήμματος ανάμεσα στην τάξη, που την εκφράζει ο Απόλλων, και στην ενέργεια, που την εκφράζει ο Διόνυσος. 175
Από τον Μακιαβέλι ως τον Νίτσε, περνώντας από τον Χομπς και τον Σοπενχάουερ, στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας υπήρξαν φιλόσοφοι πιστοί στο ένστικτο μάλλον παρά στο πνεύμα. Αυτό το ρεύμα, πιστό στο ένστικτο μάλλον παρά στο πνεύμα όπως στον Μακιαβέλι, δεν είναι τόσο σαφές όσο το ορθολογιστικό ρεύμα από τον Καρτέσιο ως τον Μαρξ, βρίσκουμε όμως άφθονα ίχνη του στον Σοπενχάουερ και στον Νίτσε. Ταυτόχρονα, είτε το ήθελε ο Νίτσε είτε όχι, η φιλοσοφία του έδωσε αποφασιστική θεωρητική στήριξη στον φασισμό του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Ο Χίτλερ ανέπτυξε τον φασισμό υπό επιδράσεις όπως εκείνη του Νίτσε. Το σύνθημα της Χιτλερικής Νεολαίας ήταν παρμένο από τον Νίτσε: «Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» (What does not kill me makes me stronger).
Ο Μακιαβέλι, πρόδρομος αυτού του ρεύματος, έκανε το σφάλμα να στηρίζεται υπερβολικά στο ένστικτο για να συλλάβει την ανθρώπινη φύση, όπως ο Καρτέσιος έκανε το σφάλμα να στηρίζεται υπερβολικά στο πνεύμα. Το σοβαρό σφάλμα του Μακιαβέλι δεν είναι ότι είναι ανήθικος, αλλά ότι δεν έλαβε αρκετά υπόψη τον ηθικό παράγοντα στην πολιτική. Ο Μακιαβέλι παρατηρούσε την ανθρώπινη συμπεριφορά από μια αηθική (amoral) σκοπιά. Ο άνθρωπος έχει, μαζί με το μεταιχμιακό σύστημα (limbic system), και νεοφλοιό (neocortex). Ο Τσέζαρε Βοργίας (Cesar Borgia), που σκότωσε με δόλο τέσσερις αρχηγούς μισθοφόρων, διέπραξε ένα σοβαρό πολιτικό σφάλμα.176 Η ιστορία της νεότερης δυτικής φιλοσοφίας δείχνει μια παραμόρφωση της θεωρίας της ανθρώπινης φύσης με κέντρο το πνεύμα και ταυτόχρονα, ως αντίδραση, μια παραμόρφωση με κέντρο το ένστικτο.
Με αυτή την έννοια, μια φιλοσοφία που έβλεπε την ιστορία του δυτικού πνευματικού πολιτισμού ως ανάπτυξη του πνεύματος, όπως υποστήριζαν οι μεταφυσικοί, ήταν κάποτε της μόδας. Αυτή η φιλοσοφία όμως δεν αποσκοπούσε στη σύλληψη της αλήθειας· ήταν η θέση ορθολογιστών που έγερναν προς την πλευρά του πνεύματος και δικαιολογούσε φιλοσοφικά την κατάσταση όπου βρισκόταν τότε η Δύση. Είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα να συλλάβουμε τη νεότερη ιστορία της Δύσης όχι ως ανάπτυξη του πνεύματος, αλλά ως μια διαλεκτική κατάσταση όπου, ενώ το «αλλοτριωμένο πνεύμα» διατηρεί την πρωτοβουλία, το «αλλοτριωμένο ένστικτο» επαναστατεί εναντίον του.
Το ρεύμα του αλλοτριωμένου ενστίκτου, από τον Μακιαβέλι ως τον Χίτλερ, μπορεί να σχηματοποιηθεί ως εξής: από τη δικαίωση μιας ζωής που αποβλέπει μόνο στη νίκη, χωρίς ηθική (amoral), του Μακιαβέλι, στη φιλοσοφία της βούλησης για ζωή (will to live) του Σοπενχάουερ, ύστερα στη βούληση για δύναμη (will to power) του Νίτσε, για να καταλήξει τελικά στη χιτλερική φιλοσοφία του μονοπωλίου του ζωτικού χώρου (Lebensraum) από τους ισχυρούς.
Η σημασία του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου για την ιστορία του πνευματικού πολιτισμού είναι ότι με την ήττα του φασισμού εξαλείφθηκε ο ισχυρότερος αντίπαλος του κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός δικαιώθηκε και επαινέθηκε σε ορισμένους κύκλους, ενώ ο φασισμός δέχτηκε την κατάρα και την καταδίκη όλων. Ο Πικάσο δήλωσε χωρίς δισταγμό ότι το συναίσθημά του για τον κομμουνισμό ήταν «το συναίσθημα ενός διψασμένου ζώου που τρέχει προς την πηγή», και η μεταπολεμική δυτική διανόηση, όπου κυριαρχούσαν ο Σαρτρ και άλλοι, πέρασε τις μεταπολεμικές δεκαετίες σε ένα κλίμα όπου έπρεπε να δηλώνει κανείς αριστερός για να τον υπολογίζουν και όπου αυτό ήταν λόγος περηφάνιας.177
Και, για να αντιμετωπιστεί ο κομμουνισμός, αυτό το αλλοτριωμένο πνεύμα, απομένει μόνο η κοινή λογική ανθρώπων μη αλλοτριωμένων, το μέτρο στο οποίο οι δυτικοί φιλόσοφοι δεν δίνουν σημασία, και η διορατικότητα που ο Σπινόζα, ο Βολταίρος, ο Γκαίτε, ο Λέσινγκ και άλλοι μπόρεσαν να διαφυλάξουν μέσα στο πάθος και στο χάος της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας. Αν κοιτάξουμε την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας μετά την Αναγέννηση, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τη φράση ότι «η θεολογία είναι η μεταφυσική των μαζών, και η μεταφυσική η θεολογία των φιλοσόφων».178
Κριτικές του πολιτισμού της λατρείας του πνεύματος: Βολταίρος, Νίτσε, Χάιντεγκερ
Κάποιοι στοχαστές έδειξαν ωμά τη σοβαρότητα του προβλήματος που δημιουργεί η κλίση του πολιτισμού της Δύσης προς μια μεταφυσική φιλοσοφία: ο Βολταίρος τον 18ο αιώνα, ο Νίτσε τον 19ο, ο Χάιντεγκερ τον 20ό. Ο Βολταίρος και ο Νίτσε επισήμαναν τα θεμελιώδη προβλήματα της θεολογίας και της μεταφυσικής, που αποτελούν τον σκελετό της ιστορίας του νεότερου δυτικού πολιτισμού. Ο Χάιντεγκερ, επικρίνοντας ένα δυτικό φιλοσοφικό σύστημα συγκεντρωμένο στο πνεύμα, υποστήριξε ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στην ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου. Προχωρώντας πιο πέρα, δεν σταμάτησαν στη νεότερη ιστορία της Δύσης, αλλά αναζήτησαν την αιτία των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο πολιτισμός της Δύσης στην ελληνική φιλοσοφία του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Επέκριναν τη θεωρία τους του φανερωμένου. Επισημαίνοντας τα προβλήματα της μεταφυσικής, οι τρεις αυτοί στοχαστές επικρίνουν φυσικά και τον Πλάτωνα, που την έκανε κύριο ρεύμα της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας. Ο Πλάτων είναι εκείνος που, ονομάζοντας το πνεύμα «μάτι της ψυχής», οδήγησε τον πολιτισμό της λατρείας του πνεύματος να κυριαρχήσει στο δυτικό φιλοσοφικό σύστημα.
Η κριτική τους καταλήγει, μέσα από τη θεολογία, τη μεταφυσική και τους Έλληνες στοχαστές του φανερωμένου, στο πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης. Βέβαια, πριν από την κριτική της μεταφυσικής από τον Βολταίρο και τον Νίτσε, ο Σπινόζα είχε επισημάνει τα προβλήματα των δυτικών ορθολογιστών δείχνοντας ότι το ένστικτο και το πνεύμα δεν μπορούν να χωριστούν· ο πολιτισμός της Δύσης όμως οδήγησε τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό του προς την εκτίμηση των ικανοτήτων του πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη φύση. Και κατέληξε να παραμελεί ή να περιφρονεί το ένστικτο. Με άλλα λόγια, από τη νεότερη ιστορία και έπειτα, ο πολιτισμός της Δύσης κατέληξε στο πρόβλημα της παραμόρφωσης της ανθρώπινης φύσης. Ο ανθρωποκεντρισμός θεμελιώθηκε πάνω σε μια φιλοσοφία που παραμορφώνει την ανθρώπινη φύση.
Ο πολιτισμός της Δύσης παρέλαβε από τον χριστιανισμό ό,τι αφορά την ηθική και από την ελληνορωμαϊκή παράδοση ό,τι αφορά τη γνώση. Ο χριστιανισμός είναι χτισμένος πάνω σε μια φιλοσοφία του όντος που επιλέγει, στις σχέσεις ανθρώπου και φύσης, ανθρώπου και ανθρώπου, πνεύματος και ενστίκτου, τον χωρισμό μάλλον παρά την αρμονία. Ο πολιτισμός της Δύσης δέχτηκε μια θρησκεία χτισμένη πάνω σε αυτή τη φιλοσοφία και πήρε και απορρόφησε και από τον ελληνικό πολιτισμό ό,τι ταίριαζε στον χωρισμό μάλλον παρά στην αρμονία, στην πρόοδο μάλλον παρά στο μέτρο.
Στη νεότερη ιστορία, η Δύση κατέληξε να τιμά τη «μεταφυσική αλήθεια» σαν τον Θεό της μεσαιωνικής θρησκείας. Αυτός ο πολιτισμός της Δύσης στηρίχτηκε σε μια φιλοσοφία που υπερεκτιμά το ανθρώπινο πνεύμα, δηλαδή τις ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, και μεθά από αυτό. Η γενίκευση του πνεύματος προκάλεσε τελικά μια παραμόρφωση της ανθρώπινης φύσης μέσα στη θεωρία της ανθρώπινης φύσης· και ο φιλόσοφος που εξέφρασε σταθερά την αντίθεσή του σε αυτό το φαινόμενο ήταν ο Βολταίρος.
Κατέληξα να απορρίψω περισσότερο από ποτέ όλες μου τις ιδέες για τη μεταφυσική. Κατέληξα επίσης ότι είμαι ένα αδύναμο ζώο που περπατά πάνω σε κινούμενη άμμο, η οποία βουλιάζει αδιάκοπα κάτω μου, και ότι τίποτε δεν θα ήταν πιο τρελό από το να πιστεύει κανείς ότι έχει πάντα δίκιο.179
Ο Βολταίρος μιλά έτσι για τη ματαιότητα μιας μεταφυσικής που διακηρύσσει το απόλυτο ή που θεωρεί πάντα σωστό ό,τι υποστηρίζει:
Στο τέλος σχεδόν όλων των βιβλίων μεταφυσικής ας γράψουμε τις δύο λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι δικαστές όταν δεν συμφωνούσαν: non liquet, «αυτό δεν είναι σαφές».180
Και ο Φόιερμπαχ εκφράζει την ίδια άποψη για τη μεταφυσική. Επισημαίνει ιδιαίτερα ότι το κοινό σημείο της μεταφυσικής και της θεολογίας είναι το φανερωμένο: η ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει το απόλυτο και να το πιστεύει σταθερά ως αλήθεια. Έλεγε: «Όποιος δεν εγκαταλείπει τη φιλοσοφία του Χέγκελ δεν εγκαταλείπει τη θεολογία».181 Με αυτή την έννοια, οι μεταφυσικοί, επιδιώκοντας το φανερωμένο, έμειναν στο ίδιο επίπεδο με τη θεολογία, και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εμπόδισαν την ανάπτυξη μιας αληθινής φιλοσοφίας.
Η μεταφυσική δεν είναι τελικά παρά ένα είδος θεολογίας που άρχισε σιγά σιγά να ανησυχεί βλέποντας τη φιλοσοφία να διαλύεται και να απλοποιείται. 182
Τελικά, η δυτική μεταφυσική μετά την Αναγέννηση, όπου ο άνθρωπος εκφράζει το απόλυτο και το πιστεύει, μπορεί να θεωρηθεί, στο μεγάλο της ρεύμα, συνέχεια της μεσαιωνικής θεολογίας. Αυτοί οι θεολόγοι μεταφυσικοί, επιδιώκοντας τη μεταφυσική αλήθεια, πρότειναν μια ουτοπία και επιχείρησαν να σπρώξουν τους ανθρώπους προς αυτήν:
Οι Γερμανοί βρήκαν το τέχνασμα που επέτρεπε να ξαναβρεθεί το παλιό «ιδεώδες» και να ξαναενωθούν το «ιδεώδες» και η αλήθεια. Αυτό όμως δεν ήταν τελικά παρά ένα μέσο για να δικαιολογηθεί το δικαίωμα να απορρίπτει κανείς την επιστήμη και το δικαίωμα να ψεύδεται. Ο Λάιμπνιτς και ο Καντ! Αυτοί είναι οι δύο άνθρωποι που παραμόρφωσαν περισσότερο από κάθε άλλον τη διανοητική εντιμότητα της Δύσης.183
Γι’ αυτό ο Νίτσε διακήρυξε ότι μπορούμε να δούμε «τόσο τον Λάιμπνιτς όσο και τον Καντ» ως «θεολόγους ντυμένους με το κέλυφος της μεταφυσικής»:
Η επιτυχία του Καντ δεν είναι παρά επιτυχία θεολόγου. Ο Καντ, μιμούμενος τον Λούθηρο και τον Λάιμπνιτς, έπαιξε τον ρόλο του φρένου στην πρόοδο: ένα ακόμη ξυλοπάπουτσο που κρατά τον παράφωνο ρυθμό της γερμανικής ακαμψίας.184
Απορροφημένοι στην αναζήτηση μιας αλήθειας απρόσιτης μέσα από τη θεολογία ή τη μεταφυσική, δεν έπαψαν να πνίγουν τις συνηθισμένες χαρές της ζωής και έκαναν τη ζωή σκοτεινή και άγονη, προβάλλοντας μόνο καθήκοντα για τα οποία δεν ήξερε κανείς ούτε για ποιον ούτε για τι ήταν. Η πολιτεία του Θεού που ίδρυσε ο Καλβίνος στη Γενεύη, η προτεσταντική κοινωνία που περιέγραψε ο Λούθηρος, ο κόσμος που πραγμάτωσε για λίγο ο Κρόμγουελ στην Αγγλία: κανένας δεν διαφέρει πολύ από μια κοινωνία όπου θα πραγματωνόταν ο ηθικός νόμος που συνέλαβε ο Καντ.
Τι καταστρέφει πιο γρήγορα από το να δουλεύεις, να σκέφτεσαι, να νιώθεις χωρίς εσωτερική ανάγκη, χωρίς βαθιά προσωπική επιλογή, χωρίς χαρά, σαν αυτόματο του καθήκοντος; Αυτή είναι η ίδια η συνταγή της παρακμής, ακόμη και της ηλιθιότητας… Ο Καντ διάλεξε την ηλιθιότητα. Κι αυτός ο άνθρωπος ήταν σύγχρονος του Γκαίτε! 185
Αυτή η αρνητική στάση του πολιτισμού της Δύσης απέναντι στη ζωή συμφωνεί θεμελιωδώς με τη στάση που εμφανίζεται στη χριστιανική διδασκαλία του προπατορικού αμαρτήματος. Είναι φυσικό αυτή η χριστιανική διδασκαλία να επηρεάστηκε πολύ από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, που, ανάμεσα στους Έλληνες φιλοσόφους, δεν έδιναν αξία στη χαρά της ζωής. Η αναγνώριση της χαράς της ζωής είναι ένα από τα σημαντικά γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής. Σε αυτό διαφέρει πολύ και από τον βουδισμό της Ινδίας.
Ο ινδικός βουδισμός ξεκινά από την πρόταση «η ζωή είναι πόνος». Και οι δύο αγνοούν ή ξεχνούν τη χαρά της ζωής που εκφράζει ο πολιτισμός της Ανατολής. Για τον άνθρωπο όμως, «ρίζα είναι η φυσική τάξη της ζωής (生理)· το διεστραμμένο (怪理) ή το παθολογικό (病理) δεν μπορούν να είναι ρίζα».186 Αν η ανατολική φιλοσοφία πήρε ως ρίζα τη φυσική τάξη της ζωής (η ζωή είναι χαρά, joy), μπορούμε να πούμε ότι η δυτική φιλοσοφία πήρε το διεστραμμένο (η ζωή είναι αμαρτία, sin) και η ινδική φιλοσοφία το παθολογικό (η ζωή είναι πόνος, suffering).
Στα Ανάλεκτα, στο κεφάλαιο «Σιεν Τζιν» (先進), η «χαρά της ζωής», που εκτιμάται περισσότερο από τη στρατιωτική νίκη, το πολιτικό κατόρθωμα ή τη λατρεία των προγόνων, η χαρά του «στο τέλος της άνοιξης, όταν είναι έτοιμα τα ανοιξιάτικα ρούχα, να πας με πέντε έξι ενήλικες και έξι εφτά παιδιά να λουστείς στον ποταμό Γι (沂水), να πάρεις τον αέρα στον βωμό της βροχής (舞雩) και να γυρίσεις τραγουδώντας»187, έχει εξαφανιστεί ολότελα από τον πολιτισμό της Δύσης. Τα Ανάλεκτα, το σημαντικότερο βιβλίο του κομφουκιανισμού, αρχίζουν την πρώτη τους φράση με μια έκφραση της «χαράς της ζωής»: «Το να έρχονται φίλοι από μακριά, δεν είναι ευτυχία;» Ο Κομφούκιος συνοψίζει: «Αυτός που το γνωρίζει δεν αξίζει όσο αυτός που το αγαπά· αυτός που το αγαπά δεν αξίζει όσο αυτός που χαίρεται με αυτό»188, και «εκτιμά την ικανότητα να χαίρεται κανείς τη ζωή περισσότερο από τη γνώση».
Η τάση να αντικαθίσταται η χαρά της ζωής από το πάθος του καθήκοντος είναι φανερή στον μεσαιωνικό χριστιανισμό και στη νεότερη μεταφυσική της Δύσης. Η ρίζα αυτής της τάσης όμως βρίσκεται, στον ελληνικό πολιτισμό, στο φανερωμένο μετά τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης που περιγράφει ο Πλάτων «σε θυμώνει και σε κάνει να βράζεις από αγανάκτηση». Η λογική είναι αυστηρή, η έκφραση μεγαλόπρεπη και κομψή· όμως, όπως είπε ο Βολταίρος, όταν συνέλθει κανείς «με το πρώτο λάλημα του πετεινού, όταν χάνονται τα φαντάσματα», βρίσκει εκεί πλήθος παράλογων σοφισμάτων. Στην Απολογία του Σωκράτη ο Πλάτων ζωγραφίζει τον συγκινητικό θάνατο του Σωκράτη. Αν όμως αφαιρέσουμε τα ωραία λόγια και τις παράξενες εκφράσεις, για τις οποίες ήταν επιφυλακτικοί και τις οποίες απέρριπταν όλοι οι σοφοί της Κίνας, με πρώτους τον Λάο Τσε και τον Κομφούκιο, και κρατήσουμε μόνο την ουσία, η φιλοσοφία του Πλάτωνα για τον θάνατο και τη ζωή μπορεί να εκφραστεί έτσι: «Ο θάνατος είναι είτε ένας μακρύς ύπνος είτε οδηγεί σε μια άλλη ζωή. Γι’ αυτό και ο μακρύς ύπνος είναι καλό πράγμα, και το να πας στην άλλη ζωή και να συναντήσεις τους παλαιότερους σοφούς, που έφτασαν πριν από εμάς, για να συνεχίσεις εκεί ευχάριστες συζητήσεις είναι επίσης καλό. Κανείς λοιπόν δεν ξέρει τι είναι καλύτερο, η ζωή ή ο θάνατος». Αυτό περίπου. Τι τεράστιο σόφισμα!
Πού πήγε λοιπόν η χαρά της ζωής; Αν ο Σωκράτης θεωρούσε τον θάνατο κάτι τόσο ευχάριστο ή τόσο καλό, δεν θα έπρεπε να είναι αδιάφορος ή ακόμη και ευγνώμων όταν τον σκοτώνουν; Πράγματι, ο Σωκράτης φαίνεται ότι δέχτηκε τον θάνατο με ηρεμία. Όταν η γυναίκα του η Ξανθίππη αγανάκτησε: «Να πεθάνεις τόσο άδικα!», ο Σωκράτης λέγεται ότι της αντέτεινε, ή την παρηγόρησε: «Θα προτιμούσες να με καταδικάσουν δίκαια;» Ο Πλάτων δεν λέει τίποτε για τη χαρά της ζωής και δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τη λύπη για την απώλειά της με τον θάνατο.
Ακόμη και στον προσωκρατικό ελληνικό μύθο του Σίσυφου, η προσκόλληση του Σίσυφου στη χαρά της ζωής, τόσο έντονη ώστε έφτασε να εξαπατήσει τον Άδη, τον βασιλιά του Κάτω Κόσμου, ξεχάστηκε· μόνο η εικόνα του Σίσυφου που αψηφά τη μοίρα η οποία τον καταδικάζει να κυλά τον βράχο του λατρεύεται στον πολιτισμό της Δύσης ως εικόνα ήρωα. Ο Σωκράτης είναι ίσως ο ακλόνητος άνθρωπος που θεμελίωσε την αισιοδοξία ότι μια απεριόριστη πρόοδος είναι δυνατή για τον άνθρωπο. Αν όμως η πρόοδος δεν είναι παρά πλάνη, είναι ίσως και ο σοφιστής που κατάργησε, στο όνομα της προόδου, την «ενστικτώδη χαρά της ζωής». Υποστηρίζοντας ότι μόνο η γνώση έχει αξία και ότι όλα τα άλλα, και η χαρά της ζωής, δεν έχουν καμία αξία, ο Πλάτων μετέδωσε στον πολιτισμό της Δύσης μια φιλοσοφία που θέτει το μεταφυσικό καθήκον πάνω από όλα.
Η χαρά που νιώθει η Ανατολή για τη ζωή προέρχεται από μια θεωρία της ανθρώπινης φύσης εντελώς διαφορετική από την έκσταση που προκαλούν η λατρεία ενός θρησκευτικού απόλυτου και η υποταγή σε ένα μεταφυσικό απόλυτο. Η ανατολική θεωρία της ανθρώπινης φύσης ξεκινά από την αναγνώριση της ενότητας ενστίκτου και πνεύματος· η δυτική, από την περιφρόνηση του ενστίκτου και την αναγνώριση της ανωτερότητας του πνεύματος. Αυτές οι θεωρίες της ανθρώπινης φύσης γίνονται οι αφετηρίες του νατουραλισμού και του υπερφυσικού. Η καταστροφή της ισορροπίας ή της αρμονίας ενστίκτου και πνεύματος και η διακήρυξη της ανωτερότητας του πνεύματος γίνονται το θεμέλιο του φανερωμένου. Και αυτό ταιριάζει με το υπερφυσικό. Ο Βολταίρος, που πολέμησε τις δεισιδαιμονίες και τα δόγματα που δανείζονταν το όνομα της θρησκείας, πίστευε ότι τις ιδιότητες του φανερωμένου Θεού τις δημιούργησαν οι άνθρωποι της Δύσης επειδή τις χρειάζονταν, και ότι δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να τις έχει αποκαλύψει ή προστάξει ο Θεός στους ανθρώπους.
Σύμφωνα με τον Βολταίρο, οι άνθρωποι της Δύσης διαστρεβλώνουν τις ιδιότητες του Θεού για τις δικές τους ανάγκες, τις χρησιμοποιούν όπως θέλουν και φτάνουν μέχρι να βάζουν τον Θεό να κάνει θαύματα για να πείσουν τους άλλους. Το να κάνεις τον Θεό που δημιούργησε τα πάντα και έθεσε την τάξη τους να παραβεί ο ίδιος αυτή την τάξη για να κάνει θαύματα, δεν είναι αυτό η μεγαλύτερη ιεροσυλία;
Γιατί να κάνει ο Θεός θαύματα; Αν το έκανε για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του για μερικούς ανθρώπους, ο Θεός θα έλεγε: δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω ένα μέρος των σχεδίων μου ούτε με τη δημιουργία του σύμπαντος, ούτε με όλη την τάξη που έβαλα στο σύμπαν, ούτε με τους αιώνιους νόμους μου· πρέπει λοιπόν να αλλάξω ένα μέρος των αιώνιων νόμων και των σκέψεών μου για να εκτελέσω ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν οι νόμοι και οι σκέψεις μου. Τέτοια λόγια δείχνουν όχι τη δύναμη του Θεού, αλλά την αδυναμία του, και μια αδιανόητη αντίφαση. Γι’ αυτό το να τολμά κανείς να φαντάζεται ότι ο Θεός κάνει θαύματα είναι ιεροσυλία (αν ο άνθρωπος μπορούσε να προσβάλει τον Θεό). Είναι σαν να λέει στον Θεό: «Είσαι ένα ον αδύναμο και ασυνεπές». Η πίστη στα θαύματα είναι επομένως ανοησία και ασέβεια προς τον Θεό.189
Ο Χέγκελ, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει αυτά τα θαύματα, παραθέτει στη γνωστή φιλοσοφία της ιστορίας του τον παράλογο ισχυρισμό ότι «το θαύμα είναι κάτι εντελώς σχετικό, και τα φαινόμενα που δείχνει ο μαγνήτης είναι κι αυτά ένα από τα θαύματα».190 Ένας Θεός που κάνει θαύματα δεν μπορεί παρά να είναι ένα ον χωρισμένο από τη φύση, που της αντιτίθεται ή την υπερβαίνει. Και ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα του, ταυτιζόμενος με αυτόν τον Θεό, περνά από μια διαδικασία όπου απομονώνεται κι αυτός από τη φύση και μεταμορφώνεται σε υπερφυσικό ον. Όπως υποστήριξε η φιλοσοφία του Σπινόζα, ο Θεός δεν μπορεί τελικά παρά να ταυτιστεί με τη φύση.
Το «Γνῶθι σαυτόν» (know thyself), το απόφθεγμα που έκανε δημοφιλές ο Σωκράτης, καλεί να στρέψει κανείς το βλέμμα στον εσωτερικό του κόσμο· με τη μεταφυσική στάση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη μετατράπηκε στον ισχυρισμό ότι μπορεί κανείς να γνωρίσει την ουσία του. Η στάση ότι μπορεί κανείς να συλλάβει την αλήθεια και να γνωρίσει το απόλυτο είναι ο ίδιος ο πυρήνας του φανερωμένου. Αυτή η στάση του φανερωμένου φαίνεται καθαρά στον Σωκράτη που περιγράφει ο Πλάτων.
Γι’ αυτό ο Λέσινγκ, ο πιο ειλικρινής από τους θεωρητικούς, τόλμησε να πει ότι νοιαζόταν περισσότερο για την αναζήτηση της αλήθειας παρά για την ίδια την αλήθεια. Με αυτά τα λόγια ξάφνιασε και εξόργισε όλους τους σχολαστικούς, αποκάλυψε όμως το βαθύ μυστικό της επιστήμης. Δίπλα σε αυτή τη σπάνια ομολογία, εξαιρετικά ειλικρινή, υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη αυταπάτη, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Σωκράτη: η ακλόνητη πεποίθηση ότι οι ικανότητες του πνεύματος, με βάση την αιτιότητα, μπορούν να φτάσουν ως τις ρίζες της ανθρώπινης ύπαρξης, και όχι μόνο να τις γνωρίσουν αλλά και να τις διορθώσουν. Αυτή η υψηλή μεταφυσική αυταπάτη προσκολλάται στην επιστήμη σαν ένστικτο και την οδηγεί ακατάπαυστα, ώσπου να μετατραπεί σε τέχνη. Αυτός είναι ο σκοπός αυτού του μηχανισμού.191
Αν όμως συνδέσουμε το απόφθεγμα «γνῶθι σαυτόν» με τη μεταφυσική, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα που διακηρύσσει απόλυτα την αλήθεια που ανακάλυψε κανείς ο ίδιος. Η στάση που ισχυρίζεται ότι μπορεί να γνωρίσει, και ότι ανακάλυψε, μια ουσία που δεν μπορεί να γνωριστεί οδηγεί στο φανερωμένο, την ουσία της θεολογίας και της μεταφυσικής. Κανείς όμως, εκτός από τον Θεό, δεν γνωρίζει την ουσία του. Αυτό υποστηρίζει ο Βολταίρος:
Θα ήταν ωραίο πράγμα να μπορούσε κανείς να δει την ψυχή του. Το «Γνῶθι σαυτόν» είναι ένα εξαιρετικό απόφθεγμα, μόνο ο Θεός όμως μπορεί να το εφαρμόσει: ποιος άλλος εκτός από αυτόν μπορεί να γνωρίσει την ουσία του; Ονομάζουμε ψυχή αυτό που κινεί και ζωογονεί. Χάρη στα όρια της νόησής μας, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε περισσότερο. Τα τρία τέταρτα του ανθρώπινου γένους αρκούνται σε αυτό και δεν ενοχλούνται πια που είναι σκεπτόμενα όντα. Το άλλο τέταρτο προσπαθεί να το μάθει. Κανείς όμως δεν το βρήκε, και κανείς δεν θα το βρει.192
Ο Γερμανός φιλόσοφος Τέοντορ Λέσινγκ (Theodor Lessing, 1872–1933) έλεγε για τον άνθρωπο αυτού του ευρωπαϊκού πολιτισμού ότι είναι «ένα είδος σαρκοφάγου πιθήκου που έγινε σιγά σιγά μεγαλομανής για αυτό που ονομάζει πνεύμα του». 193 Μέσα σε έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό συντριμμένο από αυτό το πνευματικό στοιχείο, από το απολλώνιο για να δανειστούμε τον όρο του Νίτσε, μόνο ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος (全人) όπως ο Γκαίτε, που συνελάμβανε το σύνολο, μπορούσε να φωνάξει: «Η καρδιά της φύσης δεν είναι η καρδιά του ανθρώπου;»194
Ο Homo sapiens έχει, εκτός από τις φυσιολογικές ανάγκες και επιθυμίες που υπάρχουν σε όλα τα άλλα είδη, ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάγκες και επιθυμίες πολιτισμικής και κοινωνικής ζωής. Αυτό είναι το ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου. Το ότι ο άνθρωπος ονομάζεται κοινωνικό ζώο (social animal) δηλώνει ακριβώς αυτό το γνώρισμα. Η έκφραση όμως αυτή απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ο άνθρωπος είναι ένα «κοινωνικό ζώο», όχι ένα «κοινωνικό» ζώο ούτε ένα κοινωνικό «ζώο».
Το φαινόμενο της «γενίκευσης των ικανοτήτων του πνεύματος», ως μεταφυσική, διατήρησε μια σχέση συμπληρωματικότητας με τη δυτική επιστήμη, ως θεωρία και θεμέλιό της. Όμως, αφού η δυτική επιστήμη που διακήρυσσε το απόλυτο, δηλαδή η κλασική φυσική του φανερωμένου, περιλήφθηκε στη σύγχρονη φυσική του αφανέρωτου, οι φιλοσοφίες στις οποίες στηρίζονταν επί δύο χιλιάδες χρόνια η θεολογία και η μεταφυσική, η γεωμετρία του Ευκλείδη και η μηχανική του Νεύτωνα, έφτασαν στα όριά τους. Ο Αϊνστάιν λέει ότι αυτό που οι άνθρωποι της Δύσης πίστευαν σαν να πίστευαν στον Θεό, η επιστημονική αλήθεια, δεν μπορεί να είναι απόλυτο, και ότι η πίστη πως είναι απόλυτο ό,τι ανακάλυψε ο άνθρωπος είναι αυταπάτη.
Η έννοια του «αληθινού» δεν ταιριάζει στις προτάσεις της καθαρής γεωμετρίας, γιατί με τη λέξη «αληθινό» εννοούμε πάντα, σε τελευταία ανάλυση, την αντιστοιχία με ένα «πραγματικό» αντικείμενο· η γεωμετρία όμως δεν ασχολείται με τη σχέση των εννοιών της με τα αντικείμενα της εμπειρίας, αλλά μόνο με τη λογική σύνδεση αυτών των εννοιών μεταξύ τους.195
Ωστόσο, παρά αυτή την αποφασιστική εξέλιξη που προκάλεσε αλλαγή παραδείγματος στην επιστήμη, η δυτική φιλοσοφία δεν απελευθερώθηκε από την ιστορική της τάση να λατρεύει τον Θεό και το πνεύμα. Όπως η νεότερη μεταφυσική διαδέχτηκε τη μεσαιωνική θεολογία, ο προτεσταντισμός διαδέχτηκε τον καθολικισμό. Ο Λούθηρος παρέλαβε και ανοικοδόμησε την ιστορική παράδοση του χριστιανισμού.
Ο Λούθηρος, αυτός ο μοιραίος μοναχός, αποκατέστησε την Εκκλησία. Πολύ χειρότερο όμως είναι ότι αποκατέστησε τον χριστιανισμό ακριβώς τη στιγμή που αυτός επρόκειτο να εξαφανιστεί.196
Αν ο πολιτισμός της Δύσης δεν βγαίνει έτσι από τα όρια του φανερωμένου, αυτό οφείλεται στην παράδοσή του. Ο πολιτισμός της Δύσης, που μετά τον Σωκράτη, επί 2.500 χρόνια, κρατήθηκε μακριά από το αφανέρωτο και απορροφήθηκε μόνο στο φανερωμένο, δυσκολεύεται πολύ να απελευθερωθεί από τις παραδόσεις του φανερωμένου, που είναι η θρησκεία, η μεταφυσική και η ιδεολογία. Το φανερωμένο τους κατέστρεψε ακριβώς την ισορροπία ανάμεσα στο πνεύμα και στο ένστικτο και έκανε το ρεύμα που εκτιμά μόνο το πνεύμα κεντρικό στοιχείο του πολιτισμού της Δύσης.
Μόνο στους νεότερους χρόνους μπόρεσαν οι άνθρωποι της Δύσης να συνειδητοποιήσουν την καταστροφή της ισορροπίας πνεύματος και ενστίκτου και τα προβλήματα μιας μεταφυσικής που λατρεύει το πνεύμα. Ιδιαίτερα η φιλοσοφία του Νίτσε εκφράζει καθαρά την αντίθεσή της στη φιλοσοφία του Σωκράτη με κέντρο το πνεύμα και στη μεταφυσική. Ο Γερμανός φιλόσοφος Χάιντεγκερ, επισημαίνοντας ότι ο πολιτισμός της Δύσης είναι πολιτισμός με κέντρο το πνεύμα, τόνισε την ανάγκη να επικεντρωθούμε στο «ίδιο το είναι, πέρα από το πνεύμα». Από τη σκοπιά της ανθρώπινης φύσης, το ίδιο το είναι του ανθρώπου περιλαμβάνει και το ένστικτο και το πνεύμα. Ο Χάιντεγκερ επισήμανε οξυδερκώς τη μονομέρεια μιας ιστορίας της δυτικής σκέψης συγκεντρωμένης στο πνεύμα. Μια φιλοσοφία που θέλει να επικεντρωθεί όχι στο πνεύμα, αλλά σε ολόκληρο το ανθρώπινο είναι, μαζί με το ένστικτο, είναι της ίδιας φλέβας με το ανατολικό φιλοσοφικό σύστημα που συνδέει το πνεύμα και το ένστικτο.
Ο Χάιντεγκερ επέκρινε τη φιλοσοφία του Πλάτωνα για την κλίση της προς τις ικανότητες του πνεύματος. Έβλεπε το πρόβλημα στη μεταφυσική που ξεκίνησε από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και άλλους, και την έκρινε αιτία του ότι ο πολιτισμός της Δύσης ξεκίνησε τη διαστρέβλωση της αλήθειας. Επειδή αυτή η διαστρέβλωση του δυτικού πολιτισμού συνεχίζεται από την ελληνική αρχαιότητα και τη μεσαιωνική θρησκεία ως τους νεότερους και σύγχρονους χρόνους, θεωρούσε ότι πρέπει τελικά να επανεξεταστεί ριζικά ολόκληρη η δυτική φιλοσοφική παράδοση. Η πλατωνική θεωρία των Ιδεών υπέταξε τελικά το είναι στις Ιδέες και το έκανε μεταφυσικό· και αυτή η φιλοσοφική άποψη, συμμαχώντας με την εξ αποκαλύψεως θρησκεία, καθοδήγησε τον πολιτισμό της Δύσης για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια. Ιδιαίτερα τον 20ό αιώνα, καθώς η μεταφυσική έφτασε στο απόγειό της, ιδεολογίες που έγερναν προς το πνεύμα, ή προς το ένστικτο που αντιτίθεται στο πνεύμα, κυριάρχησαν για ένα διάστημα στον κόσμο. Η πρώτη, που έγερνε προς το πνεύμα, ήταν ο κομμουνισμός· η δεύτερη, που ακολουθούσε το ένστικτο, ο φασισμός. Οι ιδεολογίες του 20ού αιώνα επιδόθηκαν στην καταστροφή του ίδιου του ανθρώπινου χαρακτήρα, που τον αντιπροσωπεύει η ηθική, για να πραγματοποιήσουν ανέφικτα ιδανικά.
Επισημαίνοντας τη δυτική φιλοσοφία με κέντρο το πνεύμα, ο Χάιντεγκερ θεωρούσε ότι αυτή έχασε όχι το ανθρώπινο πνεύμα, αλλά τη σκέψη του είναι, δηλαδή την ικανότητα να βλέπει τον άνθρωπο στην ολότητά του. Έβλεπε στην πρόταση του Καρτέσιου «σκέφτομαι, άρα υπάρχω» την αφετηρία της μεταφυσικής σκέψης με κέντρο το πνεύμα, που εγκαινίασε η Δύση στους νεότερους χρόνους. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του, για τον άνθρωπο που έχει κέντρο «το ίδιο το είναι, πέρα από το πνεύμα», θα έπρεπε να λέμε: «Υπάρχω, άρα σκέφτομαι». Ο Χάιντεγκερ υποστήριζε ότι πρέπει να ξαναμάθουμε, στη συγκριτική φιλοσοφία πνεύματος και είναι, έναν τρόπο σκέψης με κέντρο το είναι. Επέκρινε τον δυτικό ορθολογισμό ως σκέψη που λησμόνησε το είναι.
Σε πολιτισμικό επίπεδο, αν ο ελληνικός πολιτισμός έχασε τη διορατικότητά του και χάθηκε, ήταν πρώτα απ’ όλα, όπως δείχνει το παράδειγμα του Σωκράτη, επειδή έφερε το πνεύμα στο έπακρο. Το να φέρεις το πνεύμα στο έπακρο σημαίνει να καταστρέψεις την αρμονία και την ισορροπία πνεύματος και ενστίκτου, δηλαδή να καταστρέψεις τη διορατικότητα. Όπως η αιτία της πτώσης της Αθήνας ήταν ότι απέρριψε τις τελευταίες συμβουλές του Περικλή, που σύσταινε μετριοπάθεια, για να επιχειρήσει την απερίσκεπτη εκστρατεία στη Σικελία, έτσι και η αιτία της καταστροφής της ελληνικής ισορροπίας βρίσκεται στο ότι έσπασε η σοφία που ήταν χαραγμένη στο μέτωπο του ναού των Δελφών, η οποία πρόσταζε το μέτρο, για να μπει η Ελλάδα στον δρόμο της γενίκευσης των ικανοτήτων του πνεύματος. Τον υπεύθυνο πρέπει να τον δούμε στον Σωκράτη.
Ο Σωκράτης και οι διάδοχοί του, συνεχίζοντας ακατάπαυστα τους συλλογισμούς τους με τη διαλεκτική της γνώσης, έκαναν την ύψιστη ηθική ευσπλαχνία, την αφοσίωση, τον ηρωισμό και τη σταθερότητα της καρδιάς (恒心), τόσο δυσπρόσιτα, που οι απολλώνιοι Έλληνες τα ονόμαζαν μέτρο, να φαίνονται σαν πράγματα που μπορούν να διδαχτούν.197
Ο Κομφούκιος είπε: «Πόσο μεγάλη είναι η αρετή της μέσης οδού! Σπάνια όμως οι άνθρωποι την τηρούν για πολύ».198 Ο πολιτισμός της Ανατολής, που κρατήθηκε μακριά από τη θεολογία και τη μεταφυσική, μπόρεσε να διατηρήσει το μέτρο. Η χριστιανική θεολογία και η ελληνική μεταφυσική που ανέπτυξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης έκαναν τους ανθρώπους της Δύσης να ισχυρίζονται για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια ότι μπορούν να γνωρίσουν την άγνωστη ουσία του ανθρώπου ή της φύσης. Αυτή η μεταφυσική τάση άσκησε μεγάλη δύναμη όσο η Δύση δρούσε στον «ανοιχτό κόσμο» όπου κατακτούσε τον κόσμο, για σχεδόν τετρακόσια πενήντα χρόνια, από τον 16ο αιώνα ως τα μέσα του 20ού, περίοδο που την ονομάζουμε εποχή του Ατλαντικού. Με την ολοκλήρωση όμως της κατάκτησης του κόσμου και το τέλος του ανοιχτού κόσμου, τελειώνει και ο ρόλος της μεταφυσικής.
Ένα φαινόμενο που συμβαίνει ταυτόχρονα με τη γενίκευση των νοητικών φαινομένων είναι η προσκόλληση στην αιτιότητα. Η αιτιότητα απορρίπτεται στον πολιτισμό της Ανατολής, που υποστηρίζει τη φιλοσοφία της μεταβολής· στη Δύση όμως είναι ο απαραίτητος ακρογωνιαίος λίθος της ιδέας της προόδου, που δικαιολογεί τη γενίκευση των νοητικών φαινομένων. Ανθεί μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος προοδεύει βαθμιαία προς την απόλυτη αλήθεια. Η αιτιότητα, που πήρε σταθερή έκφραση από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αναζωογονήθηκε δυναμικά από τον Λάιμπνιτς μετά την Αναγέννηση και συνέβαλε στο να μείνει ζωντανός ο πολιτισμός της προόδου. Και, όπως είδαμε στη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, συνέβαλε και στο να μπορέσει ο Δαρβίνος να υποστηρίξει μια «βαθμιαία» εξέλιξη. Ο Βολταίρος επικρίνει οξυδερκώς αυτόν τον πλασματικό χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού.
Όταν διάβασα για πρώτη φορά τον Πλάτωνα, συγκινήθηκα πολύ βλέποντας όλα τα όντα ταξινομημένα κατά βαθμίδες, από το ελαφρύτερο άτομο ως το Ύψιστο Ον. Αν όμως το κοιτάξει κανείς από κοντά, αυτό το μεγάλο φάντασμα χάνεται, όπως παλιά όλα τα φαντάσματα έφευγαν με το πρώτο λάλημα του πετεινού.199
Ο Περικλής, που μπορούμε να τον ονομάσουμε τον τελευταίο Έλληνα επειδή όχι μόνο κατάλαβε το μέτρο μέσα σε μια ελληνική κοινωνία σε παρακμή, αλλά και το εφάρμοσε, έφερνε τους Αθηναίους πίσω στον δρόμο του μέτρου κάθε φορά που έπαιρναν έναν ακραίο δρόμο.
Όταν οι Αθηναίοι γίνονταν άκαιρα αλαζόνες και θρασείς, ο Περικλής τους φόβιζε· όταν φοβούνταν χωρίς λόγο, τους ξανάδινε εμπιστοσύνη.200
Ακριβώς την εποχή που χάνονταν το ρητό των Δελφών, που αντιπροσωπεύει τη σοφία, και το μέτρο του Περικλή, δηλαδή τη στιγμή που η Αθήνα παρήκμαζε, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διέδωσαν τον φιλοσοφικό κόσμο του φανερωμένου, που θα ασκούσε στη Δύση για περίπου δύο χιλιάδες χρόνια συντριπτική επίδραση· και αυτός ο φιλοσοφικός κόσμος κατέληξε να καθοδηγεί τον πολιτισμό της Δύσης. Μετασχηματίστηκε παίρνοντας τις μορφές της μεσαιωνικής θεολογίας και της νεότερης μεταφυσικής.
Οι Έλληνες, στην εποχή της αδυναμίας και της παρακμής τους, δεν έγιναν αισιόδοξοι, επιπόλαιοι, ρητορικοί, διψασμένοι για λογική, πρόθυμοι να ερμηνεύσουν ορθολογικά τον κόσμο; Δηλαδή, δεν έγιναν πιο «γαλήνιοι» και πιο «επιστημονικοί»; Παρ’ όλες τις νεότερες ιδέες και όλες τις δημοκρατικές προκαταλήψεις, ποιος ξέρει αν η αισιοδοξία και η σύγχρονη μορφή της, ο θρίαμβος της δημοκρατίας, δεν είναι συμπτώματα εξασθένησης, γήρατος και φυσιολογικής κόπωσης;201
Ακόμη και η επιστήμη, που γνώρισε κυρίως τους τελευταίους αιώνες θαυμαστή πρόοδο, δεν είναι πια βέβαιο, αντίθετα από ό,τι πίστευαν τόσο οι άνθρωποι της Δύσης, ότι θα χαρίσει στον άνθρωπο ένα λαμπρό μέλλον, τώρα που τελειώνει ο ανοιχτός κόσμος ο οπλισμένος με το φανερωμένο. Ποια είναι η ουσία της επιστήμης, και ποια επίδραση θα έχει η επιστήμη στο μέλλον της ανθρωπότητας;
Και η ίδια η επιστήμη, η επιστήμη μας, τι σημαίνει στο βάθος κάθε επιστήμη ως σύμπτωμα της ζωής; Πού πηγαίνει η επιστήμη και, ακόμη χειρότερα, από πού έρχεται; Μήπως το επιστημονικό πνεύμα δεν είναι παρά φόβος και φυγή μπροστά στην απαισιοδοξία; Μια λεπτή άμυνα απέναντι στην αλήθεια; Ηθικά μιλώντας, κάτι σαν δειλία και ψέμα; Και, ανήθικα μιλώντας, ένα τέχνασμα; Ω Σωκράτη, Σωκράτη, αυτό ήταν άραγε το μυστικό σου; Ω μυστηριώδη ειρωνευτή, αυτή ήταν άραγε η ειρωνεία σου;202
Οι περισσότεροι δυτικοί φιλόσοφοι προωθούν τα ερωτήματά τους και, όταν πιστεύουν ότι ανακάλυψαν κάτι, το προβάλλουν ως απόλυτο. Το φανερωμένο και η φιλοσοφία της προόδου συνδέονται. Μόνο έτσι συνεχίζει να δικαιολογείται η «πρόοδος» σε μια ανοιχτή κοινωνία. Αν όμως η «απόλυτη αλήθεια» βρίσκεται στην πραγματικότητα έξω από το χέρι του ανθρώπου, ίσως πρέπει, όπως είπε ο Λέσινγκ, «να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στον δρόμο της αναζήτησης της αλήθειας παρά στην αλήθεια». Αν αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση, τότε, όπως είπε ο Κομφούκιος, «να λες ότι ξέρεις αυτό που ξέρεις και ότι δεν ξέρεις αυτό που δεν ξέρεις» είναι το όριο της γνώσης που μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Αν δεχτούμε την ταοϊστική φιλοσοφία ότι «η ζωή έχει όριο, η γνώση όμως δεν έχει όριο», μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η επιλογή των ικανοτήτων του πνεύματος από έναν πολιτισμό της Δύσης που υποστηρίζει τη μεταφυσική φτάνει στα όριά της και καταλήγει να παίρνει τον δρόμο της παρακμής.
3) Η πτώση του πολιτισμού της λατρείας του πνεύματος: η ιδεολογία, συμπαιγνία πνεύματος και επιστήμης
Η δυτική σκέψη της λατρείας του πνεύματος, που έτρεχε ακατάπαυστα προς τα εμπρός, μπήκε τον 20ό αιώνα στον δρόμο της παρακμής. Το πνεύμα, οπλισμένο με τον «ορθολογισμό», συμμάχησε με τον «επιστημονικό» κοινωνικό δαρβινισμό και δημιούργησε την εποχή των ιδεολογιών. Όμως η ιδεολογία, θεμελιωμένη σε μια εσφαλμένη θεωρία της ανθρώπινης φύσης, έβαλε τον κόσμο της δυτικής σκέψης στον δρόμο της καταστροφής. Η συμπαιγνία πνεύματος και επιστήμης πραγματοποιήθηκε στη Δύση. Το πνεύμα δεν μπορεί να δράσει χωρισμένο από το ένστικτο· ο δυτικός ορθολογισμός όμως πίστεψε εσφαλμένα ότι αυτό είναι δυνατό, και μια ανεπιβεβαίωτη ιδέα, η βαθμιαία και αγωνιστική θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού, διαδόθηκε ως επιστήμη στον δυτικό κόσμο του 20ού αιώνα. Η ουσία της ιδεολογίας είναι η ένωση ενός χωρισμένου πνεύματος και μιας ψευδαισθητικής επιστήμης.
Ο Δαρβίνος υποστήριξε μια θεωρία της εξέλιξης σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν είναι καρπός μιας ιδιαίτερης δημιουργίας του Θεού, ήταν όμως πεπεισμένος ότι η δημιουργία της φύσης, και των πρώτων μορφών ζωής, ήταν έργο του Θεού. Έτσι ο Δαρβίνος υποστήριζε ότι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις και η θεωρία της εξέλιξης μπορούσαν να πηγαίνουν μαζί, και εξηγούσε ότι η πίστη του στον Θεό δεν είχε αλλάξει:
Υπάρχει μεγαλείο σε αυτή την αντίληψη της ζωής, με τις ποικίλες δυνάμεις της, που ο Δημιουργός εμφύσησε αρχικά σε λίγες μορφές ή σε μία μόνο· και ότι, ενώ αυτός ο πλανήτης συνέχιζε να περιστρέφεται σύμφωνα με τον σταθερό νόμο της βαρύτητας, από μια τόσο απλή αρχή εξελίχθηκαν και εξελίσσονται αμέτρητες μορφές, οι πιο ωραίες και οι πιο θαυμαστές.203
Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου έγινε τελικά ένας συνδυασμός «της θεϊκής δημιουργίας και της φυσικής εξέλιξης». Δεν είναι μια αυστηρά νατουραλιστική θεωρία της εξέλιξης, αλλά μια θεωρία όπου συνυπάρχουν η θεϊκή δημιουργία και η εξέλιξη της φύσης. Όπως πολλοί δυτικοί στοχαστές, και οι ντεϊστές του Διαφωτισμού, δεν μπόρεσαν να μετατρέψουν ολοκληρωτικά τη δυτική σκέψη σε νατουραλισμό και ακολούθησαν τον δρόμο της συνύπαρξης Θεού και φύσης. Και ο Δαρβίνος πρόσφερε μια μεγάλη ιδέα, το φιλοσοφικό του σύστημα όμως κληρονόμησε αυτούσια τη δυτική φιλοσοφική σκέψη. Τόσο ισχυρά εξακολουθούσαν να επιδρούν στη σκέψη τους η κλίση προς το φανερωμένο της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και το ριζικό φανερωμένο της μεσαιωνικής θρησκείας.
Ο κοινωνικός δαρβινισμός: «η φύση δεν κάνει άλματα», «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων»
Ο κοινωνικός δαρβινισμός (Social Darwinism) ξεκίνησε από τον δαρβινισμό (Darwinism), αλλά, αντίθετα από τις προβλέψεις του Δαρβίνου, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο άνοιγμα της εποχής των ιδεολογιών. Ο δαρβινισμός υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος και τα έμβια όντα της γης δεν φτιάχτηκαν ένα ένα από τον Θεό, αλλά παράχθηκαν από την εξέλιξη μέσα στη φύση. Είναι μια επαναστατική θεωρία, που καταστρέφει τον δημιουργισμό, τον πυρήνα του δόγματος της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου δημοσιεύτηκε το 1859.
Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, αλλά ο κοινωνικός δαρβινισμός που προήλθε από αυτήν. Ο κοινωνικός δαρβινισμός έπαιξε επιστημονικό ρόλο στο να παραχθεί η συμπαιγνία φιλοσοφίας και επιστήμης που χρειαζόταν για να φτάσει στο έπακρο η δύναμη του πνεύματος. Αν δεχτούμε την ιδέα ότι «μια μεγάλη ανακάλυψη είναι προσπάθεια εκείνου που την κάνει, και τα προβλήματα που περιέχει είναι τα προβλήματα της εποχής του», η θεωρία της εξέλιξης είναι ένα μεγάλο έργο του Δαρβίνου. Το ότι όμως ο Δαρβίνος χρησιμοποίησε αυτούσιες στη θεωρία του τη θεωρία του αγώνα και τον βαθμιαισμό, βαθιά ριζωμένες στη δυτική σκέψη, ήταν το σφάλμα των σφαλμάτων.
Η θεωρία της εξέλιξης διατυπώθηκε μέσα στο δυτικό σύστημα σκέψης. Γι’ αυτό, προτάσεις που όλοι, στο φιλοσοφικό σύστημα της νεότερης Δύσης, θεωρούσαν αυτονόητες επιστημονικές αλήθειες χρησίμευσαν ως μηχανισμός για να εξηγηθεί η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου. Αυτές οι προτάσεις, ενωμένες με τον πολιτισμό της λατρείας του πνεύματος που σάρωνε τότε τη δυτική φιλοσοφία, παρήγαγαν τον κοινωνικό δαρβινισμό. Οι μηχανισμοί αυτοί είναι δύο: «η φύση δεν κάνει άλματα» (Natura non facit saltum, Nature does not make leaps) και «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων» (Bellum omnium contra omnes, War of all against all). Πολλοί στοχαστές της εποχής χρησιμοποιούσαν ευχαρίστως λατινικές διατυπώσεις για να ενισχύσουν το κύρος των προτάσεών τους.
Ο κοινωνικός δαρβινισμός γεννήθηκε από την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου θα προκαλούσε στην ανθρώπινη ιστορία μια βαθμιαία και αγωνιστική εξέλιξη.204 Αυτή η θεωρία έχει ως πυρήνα τις έννοιες «η φύση δεν κάνει άλματα» και «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων». Έτσι βύθισε τις ανθρώπινες υποθέσεις της Δύσης στην εποχή των ιδεολογιών.
Ο ιδρυτής του κοινωνικού εξελικτισμού, ο Σπένσερ (1820–1903), υποστήριζε ότι η επιβίωση του ικανότερου και η φυσική επιλογή εφαρμόζονται αυτούσιες στην ανθρώπινη κοινωνία. Επειδή η κοινωνία αναπτύσσεται, όπως η φύση, μέσα από τον ανταγωνισμό, συμπέραινε ότι «η τεχνητή βοήθεια προς τους ανίκανους εμποδίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας».
Οι ιδεολογίες που απορρόφησαν αυτές τις θέσεις χρησιμοποίησαν δραστήρια τον κοινωνικό δαρβινισμό για να δικαιολογήσουν την ανισότητα, τον ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό. Ιδιαίτερα η ιδέα ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να «εξελιχθεί» έκανε δυνατές πολιτικές που αφάνιζαν κάθε ηθική και κάθε ανθρωπισμό. Ο βαθμιαισμός και η θεωρία του αγώνα του κοινωνικού δαρβινισμού χρησιμοποιήθηκαν ως «επιστήμη» στον κομμουνισμό, στον ναζισμό, στον ρατσισμό και στην ευγονική. Χρησιμοποιώντας την επιβίωση του ικανότερου και τη φυσική επιλογή ως υποκατάστατους όρους για τον βαθμιαισμό και τον αγώνα, επιδίωκαν να επεκτείνουν τον επιστημονικό τους χαρακτήρα. Αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός, μετά τα φρικτά σφάλματα του 20ού αιώνα, αποδείχτηκε εσφαλμένη σκέψη. Κι αυτό γιατί αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Σήμερα έχει εγκαταλειφθεί.
Η φιλοσοφία του βαθμιαισμού και του αγώνα είχε προαναγγελθεί από την αρχή της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου. Ο Δαρβίνος χρησιμοποίησε αυτούσια στη θεωρία του τη δυτική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία κάθε μεταβολή γίνεται «βαθμιαία»: «η φύση δεν κάνει άλματα». Αυτό το απόφθεγμα ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της σκέψης της δυτικής φιλοσοφίας και επιστήμης τον 19ο αιώνα. Η έννοια που συνδέεται με αυτό είναι η «θεωρία του αγώνα»: «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων». Αυτή η έννοια είναι, μαζί με τον βαθμιαισμό, ο πυρήνας της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου. Ο Δαρβίνος την εξέφρασε ως επιβίωση του ικανότερου (Survival of the fittest). Ο βαθμιαισμός και η θεωρία του αγώνα, η κεντρική φιλοσοφία της θεωρίας του Δαρβίνου, προκάλεσαν πολλά προβλήματα. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου κατέληξε να εκφυλιστεί σε κοινωνικό δαρβινισμό και συνέβαλε στη δημιουργία της σκληρής και ανελέητης «εποχής των ιδεολογιών» (the Age of Ideology), όπου θεωρούνταν επιτρεπτό να παραβιάζεται η ανθρώπινη ηθική για να πραγματωθεί η ουτοπία.
Ορισμένοι στοχαστές όμως εξέφρασαν τη διαφωνία τους με αυτόν τον τρόπο χρήσης, αυτούσιων μέσα στη θεωρία της εξέλιξης, του βαθμιαισμού και της θεωρίας του αγώνα που ήταν τότε της μόδας. Ο Χάξλεϊ, που υπερασπίστηκε τη θεωρία του Δαρβίνου, έγραψε στον Δαρβίνο πριν από την έκδοση της Καταγωγής των ειδών για να επισημάνει το πρόβλημα της χρήσης του βαθμιαισμού αυτούσιου στη θεωρία του.
Είμαι έτοιμος, αν χρειαστεί, να ανέβω στην πυρά για να υπερασπιστώ τη θεωρία σας. Ακονίζω τα νύχια και το ράμφος μου για την υπεράσπιση της εξέλιξης. Όμως φορτωθήκατε μόνος σας μια περιττή δυσκολία δεχόμενος χωρίς καμία επιφύλαξη τον κανόνα «η φύση δεν κάνει άλματα». 205
Ο βαθμιαίος χαρακτήρας της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου είναι όμως ένα ισχυρό ρεύμα που διατρέχει το βάθος του δυτικού πολιτισμού. Και η θεωρία της εξέλιξης του Λαμάρκ (Lamarck), η «θεωρία της χρήσης και της αχρησίας», που την αναφέρει ο Δαρβίνος στην Καταγωγή των ειδών, είχε βαθμιαίο χαρακτήρα. Η φράση «η φύση δεν κάνει άλματα», που ο Δαρβίνος επαναλάμβανε ευχαρίστως για να τονίσει τον βαθμιαίο χαρακτήρα της εξέλιξης, ήταν με τη σειρά της μια έννοια ευρέως αποδεκτή από τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους. Ο ίδιος ο Δαρβίνος το τονίζει στην Καταγωγή των ειδών:
Επειδή η φυσική επιλογή ενεργεί μόνο συσσωρεύοντας μικρές, διαδοχικές και ευνοϊκές παραλλαγές, δεν μπορεί να προκαλέσει μεγάλες ή απότομες μεταβολές· μπορεί να ενεργεί μόνο με μικρά και αργά βήματα. Γι’ αυτό ο κανόνας «η φύση δεν κάνει άλματα», που κάθε νέα γνώση μας τείνει να επιβεβαιώσει, εξηγείται μέσα σε αυτή τη θεωρία. 206
Ο Λάιμπνιτς, που θεωρείται ότι έκανε δημοφιλή τη φράση «η φύση δεν κάνει άλματα», γράφει στα Νέα δοκίμια για την ανθρώπινη νόηση:
Τίποτε δεν γίνεται ξαφνικά, και είναι ένα από τα μεγάλα και πιο επιβεβαιωμένα αποφθέγματά μου ότι η φύση δεν κάνει ποτέ άλματα. 207
Εξαιτίας του βαθμιαισμού και της θεωρίας του αγώνα, οι υποστηρικτές του κοινωνικού δαρβινισμού θεωρούσαν ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να εξελιχθεί: ότι εξελίσσεται μέσα στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής ή από γενιά σε γενιά. Ο Δαρβίνος και οι άλλοι εξελικτικοί πίστευαν ότι η ανθρωπότητα εξελίσσεται αδιάκοπα από την εμφάνισή της· ο Κοντ, ο Μαρξ, ο Χίτλερ και άλλοι ξεκίνησαν από αυτή τη θεωρία της εξέλιξης ή δέχτηκαν την αποφασιστική της επίδραση.
Η θεωρία της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου, σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη γίνεται βαθμιαία και μέσα από τον αγώνα, μπορεί να είναι απλώς ένα σφάλμα στις φυσικές επιστήμες. Ο κοινωνικός δαρβινισμός όμως, που γεννιέται όταν η θεωρία του Δαρβίνου βγαίνει από το πεδίο των φυσικών επιστημών για να εφαρμοστεί στις κοινωνικές επιστήμες, δεν είναι απλό σφάλμα, αλλά μεγάλη τραγωδία, όπως βλέπουμε στη ρατσιστική ευγονική του Χίτλερ. Τα γραπτά του Δαρβίνου και τα γραπτά του Χίτλερ δείχνουν μια εκπληκτική ομοιότητα. Ο Χίτλερ γράφει στο βιβλίο του Ο Αγών μου:
Αυτή η αντίληψη επιβάλλει στο κράτος το καθήκον, σύμφωνα με τους αιώνιους και αμετάβλητους νόμους που κυβερνούν το σύμπαν, να ευνοεί τους καλύτερους και ισχυρότερους και να καταστέλλει τους κακούς και αδύναμους. 208
Ο Δαρβίνος ολοκληρώνει έτσι το μέρος για το «ένστικτο», στο κεφάλαιο 8 της Καταγωγής των ειδών:
Τέλος, ίσως δεν είναι λογικό συμπέρασμα, είναι όμως πολύ πιο ικανοποιητικό να θεωρήσουμε όλα αυτά τα ένστικτα όχι ως ιδιαίτερα δοσμένα ή δημιουργημένα, αλλά ως μικρές συνέπειες ενός γενικού νόμου που οδηγεί στην πρόοδο όλων των έμβιων όντων: να πολλαπλασιάζονται, να ποικίλλουν, να αφήνουν τους ισχυρότερους να ζουν και τους ασθενέστερους να πεθαίνουν. 209
Όπως ο φασισμός του Χίτλερ στηρίχτηκε πολύ στη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, έτσι και ο κομμουνισμός επιχείρησε να πιστέψει στη θεωρία του «πολέμου όλων εναντίον όλων», που εκφραζόταν στον δαρβινισμό, ως σε επιστημονική αλήθεια και να στηριχτεί σε αυτήν. Ο Μαρξ έδειξε για τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου μια επίμονη και έντονη περιέργεια. Έστειλε στον Ένγκελς, το άλλο του εγώ, ένα ενθουσιώδες γράμμα.
Είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Δαρβίνος ξαναβρίσκει στα ζώα και στα φυτά τον καταμερισμό της εργασίας, τον ανταγωνισμό, το άνοιγμα νέων αγορών, τις «εφευρέσεις» και τον μαλθουσιανό (Thomas Malthus) «αγώνα για την ύπαρξη». Είναι ο πόλεμος όλων (萬人) εναντίον όλων (萬人). 210
Ο Μαρξ, που ήθελε το σύστημα των ιδεών του να θεωρείται επιστημονικό, αναζήτησε στον δαρβινισμό επιστημονικές αποδείξεις που θα στήριζαν τον κομμουνισμό του. Σε ένα γράμμα του 1861 προς τον Λασάλ (Lassalle), ο Μαρξ φανερώνει καθαρά αυτή την πρόθεση.
Το έργο του Δαρβίνου έχει μεγάλη σημασία. Μπορεί να αποτελέσει, από την πλευρά των φυσικών επιστημών, το θεμέλιο του συστήματος σκέψης μου, και αποδεικνύει ιστορικά την αναγκαιότητα της πάλης των τάξεων. 211
Η ένωση της ιδεολογίας με τον κοινωνικό δαρβινισμό οφείλεται πρώτα απ’ όλα στην εξήγηση που έδινε ο Δαρβίνος για μια αγωνιστική και βαθμιαία εξέλιξη. Οι ιδεολογίες επιδίωκαν να κάνουν τον δαρβινισμό την «αλήθεια» του αγώνα τους και της βαθμιαίας αλλαγής τους. Στην Καταγωγή των ειδών ο Δαρβίνος τονίζει επανειλημμένα ότι τα νέα είδη γεννιούνται από μια «βαθμιαία και αγωνιστική» φυσική επιλογή (natural selection).
Μπορούμε να πούμε ότι η φυσική επιλογή εξετάζει προσεκτικά, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, σε όλο τον κόσμο, κάθε παραλλαγή, ακόμη και την πιο ασήμαντη· απορρίπτει ό,τι είναι κακό, διατηρεί και συσσωρεύει ό,τι είναι καλό. 212
Ο αγωνιστικός χαρακτήρας της θεωρίας της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου προέρχεται, όπως έγραψε ο ίδιος, από μια ιδέα που άντλησε από το Δοκίμιο για την αρχή του πληθυσμού του Μάλθους.
Στο επόμενο κεφάλαιο θα πραγματευτούμε τον «αγώνα για την ύπαρξη» που ξεσπά αναπόφευκτα ανάμεσα σε όλα τα έμβια όντα του κόσμου, ως αποτέλεσμα της τάσης τους να πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο. Είναι η αρχή του Μάλθους εφαρμοσμένη στο ζωικό και στο φυτικό βασίλειο. 213
Αυτές οι απόψεις του Μάλθους και του Δαρβίνου μπορούν να θεωρηθούν επανάληψη και έμφαση ενός γνωρίσματος που διατρέχει το βάθος του δυτικού πολιτισμού: να βλέπει κανείς την επιβίωση ως αγώνα, όπως βλέπουμε στον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι ή στον Λεβιάθαν του Χομπς. Ο Μακιαβέλι, που δικαιολογούσε κάθε μέσο για την επιβίωση και τη νίκη χωρίς να νοιάζεται για την ηθική (amoral)· ο Χομπς, που έβλεπε στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» τη φυσική κατάσταση·214 ο Μάλθους, που εφάρμοσε τον αγώνα για την ύπαρξη στην ανθρώπινη κοινωνία και στον φυσικό κόσμο· και ο Δαρβίνος, με τη θεωρία της εξέλιξης: όλοι βρίσκονται μέσα στο ρεύμα του δυτικού πολιτισμού.
Απέναντι στην άποψη των περισσότερων φυσιοδιφών της εποχής του, θεμελιωμένη στον δημιουργισμό, ότι «κάθε είδος δημιουργήθηκε χωριστά» και είναι αμετάβλητο,215 ο Δαρβίνος υποστήριξε μια μηχανική, γραμμική και αντιδραστική θεωρία της εξέλιξης, σύμφωνα με την οποία τα είδη διαμορφώθηκαν από μια «αργή, ελάχιστη και συνεχή εξέλιξη».216 Υποστηρίζοντας ότι η ανθρώπινη φύση εξελίσσεται κάθε στιγμή, ο Δαρβίνος έδωσε στα διάφορα ιδεολογικά κινήματα του 19ου αιώνα τον μύθο της εξέλιξης και της προόδου. Ο κοινωνικός δαρβινισμός, που συνέβαλε απόλυτα στη δημιουργία της εποχής των ιδεολογιών τον 20ό αιώνα, δέχτηκε έτσι άμεσα την επίδραση της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου.
Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει, και πράγματι επιλέγει, τις παραλλαγές που του δίνει η φύση, και τις συσσωρεύει όπως επιθυμεί. Έτσι προσαρμόζει τα ζώα και τα φυτά στο δικό του όφελος ή στην ευχαρίστησή του.217
Ο Δαρβίνος υπέθετε ότι αυτή η βαθμιαία συσσώρευση γίνεται, στη φύση, μόνο για το όφελος των έμβιων όντων και, στον άνθρωπο, μόνο για το δικό του όφελος. Υποστήριζε ότι ακολουθεί τον νόμο της φύσης και του ανθρώπου που λέγεται επιβίωση του ικανότερου.
Ο άνθρωπος επιλέγει μόνο για το δικό του όφελος· η φύση επιλέγει μόνο για το όφελος του όντος που φροντίζει.218
Μπορεί ο άνθρωπος να επικαλεστεί τη φυσική αρχή της επιβίωσης του ικανότερου; Ο Δαρβίνος θεωρούσε ότι μπορεί να το αποδείξει επαρκώς. Ο κοινωνικός δαρβινισμός έγινε το θεμέλιο της θέσης ότι η αρχή της επιβίωσης του ικανότερου, που ενεργεί στην εξέλιξη της φύσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο και να εφαρμοστεί ανάμεσα στους ανθρώπους μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία.
Η αρχή της επιλογής, που την είδαμε τόσο ισχυρή στα χέρια του ανθρώπου, εφαρμόζεται και στη φύση; Νομίζω ότι μπορώ να αποδείξω ότι εφαρμόζεται εκεί πολύ αποτελεσματικά.219
Αυτή η σύλληψη της ανθρώπινης φύσης είναι το ακριβώς αντίθετο της θεωρίας της ανθρώπινης φύσης του όντος που εμφανίστηκε στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Η εξ αποκαλύψεως θρησκεία θεωρούσε ότι ο έμφυτος ανθρώπινος χαρακτήρας δεν αλλάζει. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη φύση περνά κάθε στιγμή από μια διαδικασία εξέλιξης. Διαφέρει επίσης από την ανατολική θεωρία της ανθρώπινης φύσης θεμελιωμένη στη μεταβολή. Η Ανατολή θεωρεί ότι οι άνθρωποι γεννιούνται με την ίδια ανθρώπινη φύση, μετά τη γέννηση όμως ο χαρακτήρας αλλάζει μέσα στα όρια της φύσης με την οποία γεννήθηκε κανείς. Η ανατολική θεωρία της ανθρώπινης φύσης, όπου το πνεύμα δεν μπορεί να βγει από τα όρια της φύσης με την οποία γεννιούνται όλοι οι άνθρωποι, αλλά ενεργεί μέσα σε αυτά τα όρια, διαφέρει θεμελιωδώς από τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης του Δαρβίνου και του κοινωνικού δαρβινισμού.
Ο βαθμιαίος χαρακτήρας και ο αγώνας είναι απαραίτητα γνωρίσματα της προόδου και της εξέλιξης. Διαπότιζαν τη δυτική επιστήμη και φιλοσοφία μετά την Αναγέννηση, που διαμορφώθηκαν γύρω από τον ντετερμινισμό και την αιτιότητα αρνούμενες τη σχετικότητα και την αυτονομία. Και ο Δαρβίνος τα παρέλαβε. Ο Δαρβίνος δεν μπόρεσε να απορρίψει τις προκαταλήψεις στις οποίες η δυτική φιλοσοφία πίστευε ακλόνητα: «η φύση δεν κάνει άλματα» και «ο πόλεμος όλων εναντίον όλων». Ο βαθμιαίος και αγωνιστικός χαρακτήρας της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου μπορεί επομένως να θεωρηθεί όχι νέα θεωρία, αλλά κάτι εγγενές στον δυτικό πολιτισμό της εποχής του.
Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου έναντι της στιγματικής ισορροπίας (Punctuated equilibrium)
Η θεωρία της βαθμιαίας εξέλιξης που υποστήριζε ο Δαρβίνος, σύμφωνα με την οποία όλα εξελίσσονται διαρκώς, άρχισε σιγά σιγά να κλονίζεται επιστημονικά. Ο κύριος λόγος είναι ότι οι χαμένοι κρίκοι (missing link) που θα στήριζαν τον βαθμιαισμό δεν βρέθηκαν παρά τις πολλές προσπάθειες. Οι χαμένοι κρίκοι είναι η υπόθεση ότι υπάρχουν είδη από τα οποία θα έπρεπε να είχε περάσει ένα έμβιο ον στη διάρκεια μιας βαθμιαίας εξέλιξης, αλλά των οποίων δεν βρίσκονται ίχνη. Αν εξακολουθήσουν να μη βρίσκονται αυτά τα ίχνη, η αναθεώρηση της θεωρίας του Δαρβίνου είναι αναπόφευκτη. Μία από αυτές τις αναθεωρημένες θεωρίες είναι η «θεωρία της στιγματικής ισορροπίας» (punctuated equilibrium). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, που δημοσίευσε το 1972 ο καθηγητής Γκουλντ, τα είδη διανύουν μακρές περιόδους σταθερότητας και ύστερα διαφοροποιούνται απότομα σε σύντομες περιόδους. Εκτός από αυτές τις στιγμές, η ανθρωπότητα δείχνει, από την εξέλιξή της σε Homo sapiens και έπειτα, μια «μη εξελικτική προσαρμογή» (non-evolutionary adaptation).
Η θεωρία της στιγματικής ισορροπίας διαφέρει από τον δημιουργισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από πηλό. Διαφέρει επίσης από τη θεωρία του Δαρβίνου, σύμφωνα με την οποία όλα τα έμβια όντα, και ο άνθρωπος, εξελίσσονται διαρκώς βαθμιαία. Η θεωρία όμως μιας μη εξελικτικής προσαρμογής του ανθρώπου ταιριάζει καλά με τη φιλοσοφία της μεταβολής που τονίζει ο πολιτισμός του Ντάο. Το χρώμα του δέρματος ή των ματιών, το σχήμα της μύτης ή των χειλιών είναι τα γνωρίσματα καθεμιάς από τις φυλές που αποτελούν τη σημερινή ανθρωπότητα. Οι δυτικοί επιστήμονες, για ευκολία, κατέταξαν κάποτε τη σημερινή ανθρωπότητα σε κίτρινη φυλή (Ασία), λευκή φυλή (Δύση), μαύρη φυλή (Αφρική), καστανή φυλή (Ινδία) και ερυθρή φυλή (Αμερική), υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για διαφορετικές φυλές. Σήμερα όμως γίνεται δεκτό ότι όλες ανήκουν στο ίδιο είδος και ότι τα φυλετικά γνωρίσματα απλώς άλλαξαν· ο άνθρωπος δεν εξελίχθηκε.
Η τελική μετάλλαξη προς τον Homo sapiens φαίνεται ότι συνέβη σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Από τη γονιδιακή δεξαμενή (pool) των πρώτων Homo sapiens, τα γονίδια της σημερινής ανθρωπότητας αναπτύχθηκαν σε πολλά σημεία της γης, και η σημερινή ανθρωπότητα που τα μοιραζόταν κατέληξε να καλύψει τη γη. Όλες οι φυλές που κατοικούν σήμερα τον κόσμο είναι υποείδη (亞種) που ανήκουν σε ένα μόνο είδος, τον Homo sapiens. Οι διαφορές ανάμεσα στις φυλές προέρχονται από τη γεωγραφική απομόνωση και από την προσαρμογή στις διαφορές του κλίματος· δεν είναι παρά διαφορές μέσα σε ένα και το αυτό είδος (種). 220
Τι σημαίνει το ότι έχουμε σώμα Homo sapiens και «σωματικά γνωρίσματα» μιας διαφοροποιημένης φυλής; Τα σωματικά γνωρίσματα, δηλαδή οι διαφορές στο χρώμα του δέρματος, στο χρώμα των ματιών, στο σχήμα της μύτης, είναι μια διαδικασία με την οποία εξελίσσεται το ίδιο το σώμα του Homo sapiens; Ή πρέπει να τα δούμε ως απλές μεταβολές χωρίς σχέση με την εξέλιξη, όπως το δέρμα του χαμαιλέοντα αλλάζει χρώμα ανάλογα με το περιβάλλον; Εδώ ο δυτικός πολιτισμός του Θεού, θεμελιωμένος στον δημιουργισμό, επιχειρούσε ως το πρώτο μισό του 20ού αιώνα να θεωρεί τα σωματικά γνωρίσματα της ανθρωπότητας γνωρίσματα ανθρώπων δημιουργημένων διαφορετικών. Σε αυτό δεν υπήρξε διαφορά ούτε μετά τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Δηλαδή, ακόμη κι αν δεχόταν κανείς ότι ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε όπως είναι, αλλά εξελίχθηκε ως τη σημερινή του μορφή, επιχειρούσαν να τον αντιμετωπίζουν ως εξελιγμένο σε διαφορετικούς ανθρώπους.
Ο Δαρβίνος και οι άλλοι εξελικτικοί πίστευαν ότι ο Homo sapiens εξελίσσεται διαρκώς από την εμφάνισή του, και στοχαστές όπως ο Κοντ ή ο Μαρξ οικοδόμησαν τα φιλοσοφικά τους συστήματα πάνω σε αυτή την υπόθεση. Όμως, καθώς υποχωρούσε η ιδέα της προόδου που είχε σαρώσει σαν πυρετός τη Δύση του 19ου αιώνα, άρχισαν να αλλάζουν και οι θεωρίες της εξέλιξης. Και η ιδέα ότι η ανθρώπινη κοινωνία εξελίσσεται διαρκώς άλλαξε, καθώς κατέρρεε η θέση των εξελικτικών ότι αυτό το βιολογικό είδος που είναι ο άνθρωπος αλλάζει διαρκώς.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των απολιθωμάτων, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο όγκος ή η δομή του εγκεφάλου άλλαξαν από την εμφάνιση του Homo sapiens.221
«Στο σύνορο της εξέλιξης των ειδών, ο εγκέφαλος βρίσκεται σε αμετάβλητη κατάσταση εδώ και εκατό με διακόσιες χιλιάδες χρόνια.» 222 Αν δεχτούμε αυτή την άποψη, δηλαδή αν ο Homo sapiens δεν εξελίσσεται από την εμφάνισή του, η εξέλιξη δεν μπορεί να γίνεται «βαθμιαία», όπως υποστήριζε ο Δαρβίνος· πρέπει να θεωρήσουμε ότι γίνεται ξαφνικά, με τα «άλματα» που εκείνος προσπάθησε τόσο να αρνηθεί. Οι χαμένοι κρίκοι για τους οποίους μιλούσε δεν είναι κρίκοι που υπάρχουν αλλά δεν βρέθηκαν· πρέπει απλώς να μην υπάρχουν. Πρέπει να δούμε τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως έναν εγκέφαλο που μεγάλωσε όχι βαθμιαία, αλλά ξαφνικά, με άλματα, σε σχετικά σύντομο χρόνο, και που δεν άλλαξε από τότε. Η θεωρία της εξέλιξης του ανθρώπινου εγκεφάλου εξηγείται ως εξής.
Ο άνθρωπος δεν εξελίχθηκε με έναν εγκέφαλο που μεγάλωνε βαθμιαία σε κάθε γενιά· είδη με μικρό εγκέφαλο αντικαταστάθηκαν, με ασυνεχή τρόπο, από είδη με μεγάλο εγκέφαλο.223
Πράγματι, παρά τις εντατικές ανασκαφές απολιθωμάτων από την εποχή του Δαρβίνου και έπειτα, οι χαμένοι κρίκοι δεν βρέθηκαν. Οι αποδείξεις της γεωλογίας και της παλαιοντολογίας διαψεύδουν τη βαθμιαία εξέλιξη του Δαρβίνου. Δεχόμενοι ως γεγονότα αυτές τις υλικές αποδείξεις, δημοσιεύτηκε μια νέα θεωρία της εξέλιξης, διαφορετική από τον βαθμιαισμό του Δαρβίνου: η θεωρία της στιγματικής ισορροπίας. Είναι τόσο ριζοσπαστική, ώστε μπορεί να ανατρέψει όλες τις ιδεολογίες που στηρίζονταν στη θεωρία της εξέλιξης και στην ιδέα της προόδου του 19ου αιώνα. Κι αυτό γιατί ο κοινωνικός δαρβινισμός χάνει το θεμέλιό του.224
Η ουσία της θεωρίας της στιγματικής ισορροπίας εξηγείται ως εξής: τα είδη δεν μεταβάλλονται βαθμιαία· στην κλίμακα του γεωλογικού χρόνου εμφανίζονται σχεδόν στιγμιαία και διατηρούνται εκατομμύρια χρόνια σχεδόν χωρίς να αλλάζουν.225 Οι παλαιοντολογικές αποδείξεις που διαθέτουμε ως τώρα δείχνουν δύο γνωρίσματα: τη σταθερότητα των υπαρχόντων ειδών και την ξαφνική εμφάνιση νέων ειδών. Στη μεταμόρφωση και στην εξέλιξη των ειδών, η σταθερότητα των υπαρχόντων ειδών αποδεικνύεται από το ότι τα πρώτα και τα τελευταία απολιθώματα ενός είδους είναι σχεδόν όμοια, και η ξαφνική εμφάνιση από το ότι τα νέα είδη εμφανίζονται σε ολοκληρωμένη μορφή και όχι με συσσώρευση μικρών μεταβολών.226 Σύμφωνα με τις αποδείξεις των απολιθωμάτων, τα νέα είδη εμφανίζονται ξαφνικά, και όταν εξαφανίζονται, εξαφανίζονται ξαφνικά.227 Η εξέλιξη γίνεται γενικά σε ένα απομονωμένο μέρος, και σπάνια ένα είδος εξελίσσεται αλλάζοντας αργά και συνεχώς.228
Γιατί να συνδέσουμε ακριβώς τη θεωρία της επιλογής με μια περιττή και μάλλον εσφαλμένη υπόθεση; Τα απολιθώματα που γνωρίζουμε δεν στηρίζουν την έννοια της βαθμιαίας εξέλιξης. Μια ομάδα ζώων εξαφανίζεται σε πολύ σύντομο διάστημα, και τα νέα είδη εμφανίζονται πάντα ξαφνικά. Καμία απολιθωματική απόδειξη δεν δείχνει ενδιάμεσα είδη που να κάνουν τη σύνδεση. Ακόμη κι αν αναποδογυρίσει κανείς όλες τις παλιές πέτρες μιας περιοχής, δεν βρίσκει τέτοια απολιθωματική απόδειξη.229
Στη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, ο βαθμιαίος χαρακτήρας είναι αχώριστος από τον αγωνιστικό. Γι’ αυτό, εφόσον αναθεωρείται ο βαθμιαίος χαρακτήρας, πρέπει να αναθεωρηθεί και ο αγωνιστικός. Ο ζωικός κόσμος όπως τον φαντάζονταν ο Δαρβίνος και οι οπαδοί του τον 19ο αιώνα ήταν ένας σκληρός κόσμος: ένας κόσμος όπου κάθε ζώο αφιέρωνε κάθε λεπτό και κάθε δευτερόλεπτο στον αγώνα για την ύπαρξη. Μέτρο της επιτυχίας ήταν πόσες μάχες είχε κερδίσει, πόσους εχθρούς είχε υποτάξει. Σήμερα όμως ανακαλύπτουμε ότι οι μάχες ανάμεσα στα ζώα συχνά δεν είναι αγώνες ζωής και θανάτου, αλλά απλές τελετουργίες, και ότι η συμβίωση και η συνεργασία είναι, για τη ζωή και την εξέλιξη, μέρος εξίσου σημαντικό με τον αγώνα ζωής και θανάτου.230 Ο αγώνας για την ύπαρξη δεν έχει στην εξέλιξη τόσο μεγάλη σημασία όσο νόμιζε ο Δαρβίνος. Η θεωρία της στιγματικής ισορροπίας αρνείται τη σημασία του αγώνα για την ύπαρξη.
Τα άτομα του ίδιου είδους ανταγωνίζονται μεταξύ τους μόνο μέσα στο περιθώριο μεταβολής με το οποίο γεννήθηκαν όταν εμφανίστηκε το είδος. Γι’ αυτό ο αγώνας για την ύπαρξη ανάμεσα στα άτομα, επειδή δεν έχει σχεδόν καμία εξελικτική αξία, δεν έχει μεγάλη σημασία.231
Ο ίδιος ο Δαρβίνος γράφει στην Καταγωγή των ειδών ότι ο τρόπος να αποδειχθεί πως η θεωρία του της φυσικής επιλογής είναι σωστή είναι ο ίδιος με τον τρόπο να αποδειχθεί πως είναι σωστή η κυματική θεωρία του φωτός.232 Όπως όμως γνωρίζουμε, από τότε που ο Αϊνστάιν απέδειξε το 1905, με το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, ότι το φως έχει και τις ιδιότητες του σωματιδίου, θεωρείται καθιερωμένο ότι το φως έχει ταυτόχρονα τις ιδιότητες του κύματος και του σωματιδίου.233 Και είναι ενδιαφέρον ότι ο ίδιος ο Δαρβίνος αναγνώρισε ότι τα γεωλογικά και παλαιοντολογικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν μια βαθμιαία εξέλιξη και έγραψε ότι τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τη θεωρία του της φυσικής επιλογής· αυτό ακριβώς συνέβη σήμερα.
Η γεωλογία σίγουρα δεν αποκαλύπτει μια τέτοια λεπτά διαβαθμισμένη οργανική αλυσίδα· και αυτή είναι ίσως η πιο προφανής και η πιο σοβαρή αντίρρηση που μπορεί να προβληθεί στη θεωρία μου.234
Όπως η μηχανική του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα, που κυριαρχούσε ως τον 19ο αιώνα όχι μόνο στη φυσική αλλά και στη φιλοσοφία, έχασε τον 20ό αιώνα τον απόλυτο χαρακτήρα της για να περιληφθεί στη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, έτσι ήρθε ο καιρός και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου να περιληφθεί σε μια ευρύτερη θεωρία της εξέλιξης, όπως η «στιγματική ισορροπία» που υποστηρίζει ο καθηγητής Γκουλντ. Το δυτικό σύστημα σκέψης έχασε σε μια στιγμή όχι μόνο τα φυσικά του θεμέλια, αλλά και τα βιολογικά. Η ιδέα της προόδου έχασε το στήριγμά της και έγινε πύργος στην άμμο, κρεμασμένος στο κενό.
Το ότι διαψεύστηκε η θεωρία της εξέλιξης που υποστήριξε ο Δαρβίνος δεν σημαίνει βέβαια ότι αρνείται κανείς το γεγονός της εξέλιξης που εκείνος έφερε στο φως. Η επιστημονική προσφορά του Δαρβίνου είναι ότι έσπασε το δόγμα της εξ αποκαλύψεως θρησκείας ότι κάθε είδος δημιουργήθηκε χωριστά και καθιέρωσε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα είδη γεννήθηκαν από την εξέλιξη. Ο Δαρβίνος ήταν ένας άνθρωπος με το θάρρος και τη διορατικότητα να μη λυγίσει τις πεποιθήσεις του, ακόμη και κάτω από τον χλευασμό ανθρώπων αιχμάλωτων των προκαταλήψεων της εποχής του. Σύμφωνα με την ιδέα ότι τα πλεονεκτήματα μιας μεγάλης σκέψης ανήκουν στο άτομο και τα μειονεκτήματά της στην επίδραση της εποχής, ο Δαρβίνος άφησε αναμφίβολα το μεγάλο έργο που δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι εξελικτικό ον. Είναι όμως εξίσου βέβαιο ότι, υπό την επίδραση της εποχής του, διέπραξε τα σφάλματα της εποχής του εξηγώντας το γεγονός της εξέλιξης.
Με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, δεν μπορεί πια να υποστηριχθεί ένας δημιουργισμός σύμφωνα με τον οποίο κάθε λουλούδι φτιάχτηκε ειδικά για το έντομο που του αντιστοιχεί. Με αυτή την έννοια, η θεωρία της εξέλιξης αντιβαίνει στον παραδοσιακό δημιουργισμό. Σε αυτό δεν μπορεί να υπάρξει διαφωνία. Δεν μπορεί όμως να αρνηθεί κανείς ότι το κεντρικό ζήτημα της τύχης μένει ακόμη άλυτο. Δεν υπάρχει καμία διαφορά στο ότι μέσα σε ένα τακτοποιημένο σύμπαν αναπτύσσεται η ζωή και εμφανίζονται ανώτερα όντα, καρποί της εξέλιξης. Το να πιστεύει κανείς ότι αυτό οφείλεται στην τύχη εξακολουθεί να θεωρείται παράλογη αυταπάτη.235
Ανάλογα με την ερμηνεία της, η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου επιτρέπει στον άνθρωπο να παραμερίσει τον Θεό, να καθίσει στη θέση του υπερβατικού και να κυριαρχήσει στη φύση. Με αυτή την έννοια, ο Δαρβίνος μπορούσε να μείνει χριστιανός. Πράγματι, ο ίδιος ο Δαρβίνος λέει: «Δεν βλέπω γιατί οι απόψεις μου να ταράζουν τα θρησκευτικά αισθήματα των ανθρώπων». 236 Με αυτή την έννοια, ο ιουδαιοχριστιανικός δημιουργισμός και η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου συμφωνούν στη στάση τους απέναντι στο ζήτημα της σχέσης ανθρώπου και φύσης: ο άνθρωπος είναι ένα ον ικανό να κυριαρχεί στη φύση. Αυτό αντιβαίνει μετωπικά στην ανατολική έννοια του Ντάο, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι προϊόν της φύσης και πρέπει να ακολουθεί τη φύση.
Εκτός από τον ελληνικό πολιτισμό, ο πολιτισμός της Δύσης δεν αγκάλιασε ούτε εναρμόνισε ποτέ ταυτόχρονα τη μοίρα και την ελευθερία. Σε γενικές γραμμές, ως τον Μεσαίωνα θεωρήθηκε θεμελιώδης η μοίρα, και μετά την Αναγέννηση η ελευθερία. Και τον 19ο αιώνα, καθώς ο ιουδαιοχριστιανικός Θεός αντικαταστάθηκε από το πνεύμα, και η ελευθερία έγινε μοίρα. Όσοι αγνοούν και χλευάζουν την έννοια του μέτρου δεν είχαν το πολιτισμικό θεμέλιο για να συλλάβουν το νόημα της αληθινής ελευθερίας: «της ελευθερίας μέσα στη μοίρα». Ο Δαρβίνος, όχι μόνο δεν κατάλαβε την έννοια του μέτρου που είχαν οι Κινέζοι και οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά δείχνει απέναντί της μια ψυχρά σαρκαστική στάση.
Οι κτηνοτρόφοι δεν θαυμάζουν και δεν θα θαυμάσουν ποτέ τον μέσο τύπο· αγαπούν τα άκρα.237
Ο Δαρβίνος υποστήριζε ως αμετάβλητο νόμο της φύσης ότι τα άτομα ή τα είδη που δεν προοδεύουν προς την τελειότητα μένουν πίσω, νικιούνται και αυτοκαταστρέφονται:
Και επειδή η φυσική επιλογή ενεργεί μόνο μέσω του οφέλους και για το όφελος κάθε όντος, όλες οι σωματικές και πνευματικές ιδιότητες θα τείνουν να προοδεύουν προς την τελειότητα.238
Αν όμως τα άτομα και τα είδη δεν εξελίσσονται αλλά μεταβάλλονται, τότε η ανελέητη βία και η πανουργία που κινητοποιούν, για μια ψεύτικη εξέλιξη και μια ψεύτικη πρόοδο, πυρετώδη και επιπόλαια πνεύματα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν. Οι βασικές έννοιες του χωρισμού και του αγώνα που ενυπάρχουν στον πολιτισμό της Δύσης είναι η άλλη όψη του νομίσματος των δυτικών ιδεών της εξέλιξης και της προόδου. Ο δαρβινισμός είναι ένα ρεύμα της δυτικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, που γεννήθηκε από την ιδέα ότι η βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου συνεχίζεται αδιάκοπα. Με την εξαφάνιση όμως των ανθρωποκεντρικών ιδεολογιών του 20ού αιώνα, τον 21ο αιώνα δεν υπάρχει πια στοχαστής που να σχεδιάζει τις κοινωνικές επιστήμες με βάση τη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου.
4) Οι ιδεολογίες του 20ού αιώνα: ο αντιηθικός ανθρωποκεντρισμός (人間主義)
Η δυτική φιλοσοφία, μετά τη γενίκευση του πνεύματος στην αρχαιότητα και την απολυτοποίηση του πνεύματος στους νεότερους χρόνους, έφτασε τελικά στον ανθρωποκεντρισμό (人間主義, anthropocentrism) του σύγχρονου πνεύματος. Αυτή είναι η πορεία της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας. Ο ανθρωποκεντρισμός είναι εντελώς διαφορετικός από τον ανθρωπισμό (humanism). 239 Στην ερμηνεία των ανθρώπινων σχέσεων, ο ανθρωπισμός είναι μια σκέψη αντίθετη στη μεταφυσική ή στη θεοκεντρική σκέψη. Είναι η κεντρική σκέψη της ανατολικής φιλοσοφίας, που τη διατηρούν ο ταοϊσμός και ο κομφουκιανισμός. Στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, η Δύση γνώρισε τον ανθρωπισμό όταν, αφού άντεξε τους χίλιους χρόνους των σκοτεινών αιώνων του Μεσαίωνα, μπήκε στην Αναγέννηση. Είναι το όνομα που δόθηκε στην επιστροφή της, για πρώτη φορά από τότε που η εξ αποκαλύψεως θρησκεία έγινε επίσημη θρησκεία της Ρώμης τον 4ο αιώνα, στον ανθρωπισμό της ελληνικής αρχαιότητας. Σε αντίθεση με τον ανθρωπισμό, ο ανθρωποκεντρισμός υποστηρίζει ότι η μεταφυσική ή θεοκεντρική σκέψη, στηριγμένη στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος, μπορεί να υπερβεί τις ανθρώπινες σχέσεις: μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία η «αλήθεια» μπορεί να υπερβεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι ένα σύστημα θεμελιωμένο στο τυπικό δυτικό φανερωμένο. Γιατί, αν σύμφωνα με το αφανέρωτο ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφράσει την αλήθεια, μια τέτοια αλήθεια δεν μπορεί να υπερβεί τις ανθρώπινες σχέσεις.
Έξω από τα δόγματα του φανερωμένου, στη Δύση υπάρχουν, κατά εκπληκτικό τρόπο, στοχαστές που αναπτύσσουν στο όνομα της επιστήμης φιλοσοφίες αντίθετες στην ηθική. Ο Χέρμπερτ Σπένσερ (1820–1903) είναι ένας από αυτούς. Αφού διάβασε την Καταγωγή των ειδών του Δαρβίνου, εφάρμοσε στην κοινωνία την έννοια της φυσικής επιλογής και ανέπτυξε τον κοινωνικό δαρβινισμό (Social Darwinism). Χρησιμοποίησε για πρώτη φορά την έκφραση «επιβίωση του ικανότερου» (Survival of the fittest) στο βιβλίο του του 1864 Αρχές της βιολογίας (Principles of Biology). Αυτή η θέση στηρίζεται στον βαθμιαισμό και στη θεωρία του αγώνα της θεωρίας του Δαρβίνου. Στο βιβλίο του του 1859, Η καταγωγή των ειδών (On the Origin of Species), ο Δαρβίνος είχε εξηγήσει «έναν γενικό νόμο που οδηγεί στην πρόοδο όλων των έμβιων όντων: να πολλαπλασιάζονται, να ποικίλλουν, να αφήνουν τους ισχυρότερους να ζουν και τους ασθενέστερους να πεθαίνουν». Ο στοχαστής που τον μετέφερε στην κοινωνία ήταν ο Σπένσερ. Ο Σπένσερ υποστήριζε ότι «η κοινωνία, όπως η φύση, αναπτύσσεται μέσα από τον ανταγωνισμό», και θεωρούσε επομένως ότι «η τεχνητή βοήθεια προς τους ανίκανους εμποδίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας». Ο Σπένσερ υποστήριξε ένα αντιηθικό φιλοσοφικό σύστημα που δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην ανατολική φιλοσοφία. Ο κομφουκιανισμός υποστηρίζει την ηθική ότι «ο ηγούμενος (τζιουντζί, 君子) βοηθά όσους βρίσκονται σε ανάγκη και δεν προσθέτει στον πλούτο των πλουσίων» (Ανάλεκτα 6-4). Η φιλοσοφία του ισχυρότερου του Σπένσερ άσκησε μεγάλη επίδραση στη δικαίωση του καπιταλισμού του laissez-faire και του ιμπεριαλισμού. Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές την υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Και οι κομμουνιστικές και φασιστικές ιδεολογίες τη χρησιμοποίησαν δραστήρια.
Ο Μαρξ πίστευε ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να αλλάξει ανάλογα με το περιβάλλον, ιδιαίτερα με τους οικονομικούς παράγοντες. Ο Δαρβίνος υποστήριζε στη θεωρία της εξέλιξης ότι «η φυσική επιλογή εξετάζει προσεκτικά, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, σε όλο τον κόσμο, κάθε παραλλαγή, ακόμη και την πιο ασήμαντη· απορρίπτει ό,τι είναι κακό, διατηρεί και συσσωρεύει ό,τι είναι καλό». Ο Μαρξ στηριζόταν στην υπόθεση ότι η ανθρώπινη φύση αλλάζει μέσω της φυσικής επιλογής. Αν ο Μαρξ είχε πιστέψει, όπως ο πολιτισμός της Ανατολής, στην ύπαρξη μιας αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης, δεν θα είχε ονειρευτεί μια ουτοπία που δεν πρόκειται να πραγματωθεί. Ούτε θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη χρήση της βίας για να πραγματωθεί «μια κοινωνία όπου ο καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητές του και παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες του» ή «μια κοινωνία όπου οι όροι της ανάπτυξης του ατόμου ταυτίζονται με τους όρους της ανάπτυξης ολόκληρης της κοινωνίας». Η κομμουνιστική θεωρία, που επιχείρησε να οικοδομήσει μια ουτοπία με βάση τον κοινωνικό δαρβινισμό, δεν μπορούσε παρά να αποτύχει, γιατί παραμόρφωνε την ανθρώπινη φύση. Και γι’ αυτό δικαιολόγησε τη δικτατορία και επιχείρησε να υπερβεί την ηθική. Για την κομμουνιστική θεωρία μπορούν να γίνουν διάφορες κρίσεις. Όμως, προδίδοντας την παρούσα ηθική για μια μελλοντική ουτοπία που δεν θα πραγματωθεί ποτέ, ο κομμουνισμός είναι μια σκληρή και παράλογη ειρωνεία της φιλοσοφίας, που αξίζει την καταδίκη.
Ένα από τα σημαντικά στοιχεία της κληρονομικότητας όμως είναι ο αταβισμός (隔世遺傳). Γενικά τα γνωρίσματα των γονιών εμφανίζονται άμεσα στα παιδιά, κάποτε όμως δεν φανερώνονται στη γενιά των γονιών και, παραλείποντας μια γενιά, εμφανίζονται στη γενιά των εγγονιών. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος atavism, έννοια ευρύτερη από την παράλειψη μιας γενιάς: δηλώνει την επανεμφάνιση σε έναν απόγονο ενός προγονικού γνωρίσματος που είχε χαθεί στη διάρκεια της εξέλιξης. Η επανεμφάνιση των προγονικών γνωρισμάτων αφορά όχι μόνο δύο γενιές, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο προγόνων. Το ότι ένας άνθρωπος σήμερα ανίκανος μπορεί να έχει στην επόμενη γενιά ή στους απογόνους του ένα πολύ ικανό παιδί, αυτό είναι το μυστικό της κληρονομικότητας. Ισχύει και το αντίστροφο. Είναι ένας νόμος της κληρονομικότητας που εξουδετερώνει τον βαθμιαισμό και τη θεωρία του αγώνα. Η τεχνητή βοήθεια προς τους ανίκανους είναι μέρος του ενστίκτου αυτοσυντήρησης της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ηθική αντανακλά αυτή την αξία. Ο βαθμιαισμός και η θεωρία του αγώνα, μηχανισμοί της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου τον 19ο αιώνα, επαναξιολογήθηκαν στη θεωρία της εξέλιξης του καθηγητή Γκουλντ, τη «στιγματική ισορροπία», στα τέλη του 20ού αιώνα και έχασαν την καταλληλότητά τους.
Όλες οι ιδεολογίες που διεκδικούν την απόλυτη αλήθεια, όπως ο κομμουνισμός ή ο φασισμός, είναι πλάνες. Κι αυτό γιατί προβάλλουν στόχους ανέφικτους με βάση την ανθρώπινη φύση. Και, για να πραγματωθούν αυτά τα πλασματικά ιδανικά, αναγκάζουν τους ανθρώπους να θυσιάσουν ό,τι δεν μπορεί να εγκαταλείψει ο άνθρωπος, όπως η ηθική. Και οι άλλες ιδεολογίες δεν είναι έκφραση αντικειμενικής αλήθειας, αλλά αφηγήματα κατασκευασμένα ψυχολογικά σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής τους. Η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη είναι μεγάλες ιδέες, επειδή όμως το πεδίο εφαρμογής τους αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις, δεν μπορούν να είναι αντικειμενικές αλήθειες. Παρόμοια, ο σοσιαλισμός, ο εθνικισμός, ο φιλελευθερισμός και άλλοι διεκδικούν μια καθολική αλήθεια, αν όμως τους αναλύσουμε ψυχολογικά, καταλήγουν να υπηρετούν την προστασία των συμφερόντων και της εξουσίας συγκεκριμένων ομάδων. Ο πυρήνας είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.
Ο ανθρωποκεντρισμός, μια ιδιότυπη μορφή του δυτικού πολιτισμού, δεν γεννήθηκε απλώς από την επινόηση μερικών στοχαστών. Διαμορφώθηκε μέσα από τον ντεϊσμό που γεννήθηκε στον δυτικό Διαφωτισμό, φέρνοντας στο έπακρο τον ρόλο του πνεύματος και ενώνοντάς τον με την «επιστήμη». Καθώς ο ρόλος του πνεύματος επεκτεινόταν διαρκώς, στον ανθρωποκεντρισμό το πνεύμα κατέληξε να παίρνει τη θέση ολόκληρου του ανθρώπου. Έτσι η Δύση μπήκε τον 20ό αιώνα σε μια εποχή ακραίου αγώνα για την κατάκτηση του κόσμου με τις διάφορες ιδεολογίες που επινόησε ο άνθρωπος.
Ο ανθρωπισμός είναι ένα φιλοσοφικό σύστημα εντελώς διαφορετικό από τον ανθρωποκεντρισμό. Ο όρος ανθρωπισμός, αντίθετος στη θεοκεντρική σκέψη (Theocentrism), χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι η Αναγέννηση, απελευθερωμένη από τη θρησκευτική θεώρηση, αναζητούσε την ανθρώπινη φύση. Και, επειδή η φιλοσοφία που αντιπροσωπεύει η Αναγέννηση είναι κοντά στον ανθρωπισμό, ονομάζονται ανθρωπισμός και οι ανθρωπιστικές σπουδές εκείνης της εποχής. Τη βασική φιλοσοφία του κομφουκιανισμού τη χαρακτηρίζουν συχνά ανθρωπισμό. Ο ανθρωπισμός της δυτικής Αναγέννησης και ο κομφουκιανός ανθρωπισμός μοιάζουν βέβαια στο ότι αντιτίθενται στη θεοκεντρική σκέψη, δείχνουν όμως τη διαφορά Ανατολής και Δύσης. Στην ανθρωπιστική σκέψη, η Δύση τόνισε την ελευθερία και την ορθολογικότητα του ατόμου, ενώ ο κομφουκιανισμός εκτιμά την ηθική ευθύνη και την κοινωνική αρμονία. Με άλλα λόγια, δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στον δυτικό ατομικισμό και στον ανατολικό σχεσιοκεντρισμό.
Ο ανθρωποκεντρισμός είναι η οπτική που τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου: μια φιλοσοφική στάση που βάζει τη θέση του ανθρώπου πάνω από τη φύση ή τα άλλα όντα (κάποτε και τον Θεό). Με άλλα λόγια, είναι η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι το κέντρο των πάντων. Ο ανθρωποκεντρισμός είναι ένα φιλοσοφικό σύστημα εντελώς διαφορετικό από τον ανθρωπισμό. Η ουσιώδης διαφορά φαίνεται κυρίως στα ζητήματα της ηθικής. Ο ανθρωπισμός φανερώνεται πιο καθαρά στον πολιτισμό της Ανατολής ή στη δυτική Αναγέννηση: πρόκειται να οργανωθεί η ανθρώπινη κοινωνία γύρω από την ανθρώπινη φύση και όχι γύρω από τη θρησκεία. Ο ανθρωποκεντρισμός, αντίθετα, δεν δέχεται το όριο ότι το ανθρώπινο πνεύμα είναι δεμένο με το ένστικτο. Θέλει να δει σε αυτό άπειρη δυνατότητα. Γι’ αυτό θέτει ένα ιδανικό και θεωρεί κάθε μέσο νόμιμο για να το πετύχει, ώστε επιχειρεί να υπερβεί τη βασική ανθρώπινη ηθική. Το ότι τονίζεται ο ρόλος του πνεύματος σημαίνει ότι το πνεύμα, ως «πηγή φωτός», διευθύνει ακόμη και την ηθική. Αυτό σημαίνει απόρριψη της ιδέας ότι η ηθική πηγάζει από το ένστικτο.
Το ουσιώδες είναι ότι ο ανθρωποκεντρισμός στηρίζεται στο φανερωμένο: στην ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει την απόλυτη αλήθεια. Ο ανθρωποκεντρισμός είναι μια ελευθερία χωρίς μέτρο, που δεν δέχεται τη μοίρα που του δόθηκε. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος, προϊόν της φύσης, χρησιμοποιεί χωρίς κανέναν περιορισμό όσα του δίνει η φύση και μπορεί να μεταχειρίζεται τη φύση όπως θέλει, βάζοντας τον εαυτό του στο κέντρο. Τότε ο άνθρωπος αγνοεί το ένστικτο που τον δένει με την τροφή, την ένδυση και την κατοικία, και πέφτει στη μεγαλομανή αυταπάτη ότι είναι ένα πλάσμα που ζει μόνο με τον νέο εγκέφαλο, χωρίς τον παλαιό. Τότε, όπως είπε ο Λέσινγκ, «ο άνθρωπος γίνεται ένας πίθηκος που έγινε μεγαλομανής στην εκτίμηση των ικανοτήτων του πνεύματός του». Είναι να πέφτει κανείς στην αυταπάτη ότι το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να αντικαταστήσει τον Θεό, και στην αυταπάτη ότι ο άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει το Ντάο, τον δρόμο της φύσης, και να το χρησιμοποιεί όπως θέλει. Αυτή η φιλοσοφική εξήγηση του ανθρωποκεντρισμού είναι σημαντικό στοιχείο της σύγκρισης των πολιτισμών της Ανατολής και της Δύσης, γιατί δείχνει μια όψη της ιστορίας των πολιτισμών που γεννήθηκε στη Δύση και απορρίφθηκε στην Ανατολή.
Καθώς ο πολιτισμός της Δύσης απορροφιόταν ακόμη περισσότερο στη μεταφυσική μέσω του ντεϊσμού του Διαφωτισμού, κατευθύνθηκε προς την απολυτοποίηση του πνεύματος. Αυτή την περίοδο την ονομάζουμε εποχή των ιδεολογιών. Υπερεκτιμώντας τη δύναμη του πνεύματος, ο άνθρωπος μπαίνει σε μια μεγαλομανή κατάσταση όπου το ανθρώπινο πνεύμα θα μπορούσε να κάνει όλα όσα κάνει ο Θεός στον θεϊσμό. Αν εξετάσουμε αυτό το πρόβλημα από τη σκοπιά της ανθρώπινης φύσης, βλέπουμε ότι το φαινόμενο της απολυτοποίησης του πνεύματος περιέχει ένα ουσιώδες πρόβλημα. Το ότι ο νέος εγκέφαλος απέκτησε κάποια ικανότητα να διευθύνει τα ανθρώπινα ένστικτα και συναισθήματα σημαίνει ότι ο άνθρωπος «χειραφετήθηκε» (emancipate) αντίστοιχα από το ζωικό ένστικτο. Πρέπει όμως να προσέξουμε τον χαρακτήρα αυτής της χειραφέτησης. Ο νέος εγκέφαλος μπορεί να ρυθμίζει ένα μέρος των πράξεων του ζωικού ενστίκτου, ως εκεί όμως. Ο άνθρωπος έχει το όριο ότι δεν μπορεί ούτε να γεννήσει ούτε να εξαλείψει το ζωικό ένστικτο. Γι’ αυτό μια καθαρή μεταφυσική γνώση αποκομμένη από το ένστικτο, δηλαδή μια γνώση που θα στηριζόταν μόνο στη δύναμη του πνεύματος, είναι αδύνατη.
Ο ορθολογισμός του Καρτέσιου, όπου το πνεύμα θέλει να πάρει τη θέση του ανθρώπου, έγινε το κύριο ρεύμα της δυτικής φιλοσοφίας περνώντας από τον Μπέρκλεϊ, τον Καντ, τον Φίχτε, τον Χέγκελ και άλλους. Αυτή η λατρεία του πνεύματος της δυτικής φιλοσοφίας όμως κατέληξε τελικά σε μια «κατάσταση παραφροσύνης»: στον ανθρωποκεντρισμό, σύμφωνα με τον οποίο υπεράνθρωποι δημιουργούν έναν νέο κόσμο.
Η νεότερη φιλοσοφία αρχίζει με τον Καρτέσιο. Ο Καρτέσιος πίστευε σταθερά στη δική του σκέψη και στην ύπαρξή του και θεωρούσε ότι από εκεί πρέπει να συναχθεί ο εξωτερικός κόσμος. Αυτή η στάση επεκτεινόταν διαρκώς, περνώντας από τον Μπέρκλεϊ και τον Καντ, ως τον Φίχτε, που πίστευε ότι όλα δεν είναι παρά έκφραση του εγώ. Αυτό, με μια λέξη, είναι παραφροσύνη. Η φιλοσοφία που ακολούθησε δεν έπαψε να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτή την ακραία στάση και να καταφύγει στην κοινή λογική της καθημερινής ζωής.240
Η εποχή των ιδεολογιών, που επικαλούνταν τον ανθρωποκεντρισμό, έγινε τελικά ο τερματικός σταθμός της λατρείας του πνεύματος του δυτικού πολιτισμού. Ο κοινωνικός δαρβινισμός έπαιξε σε αυτήν κεντρικό ρόλο. Αυτό το βιβλίο εξετάζει μόνο τον Σωκράτη, αφετηρία της φιλοσοφίας της λατρείας του πνεύματος, και την εποχή των ιδεολογιών, τον τερματικό της σταθμό. Εξετάζοντας την εποχή των ιδεολογιών, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξετάσουμε τον πυρήνα του κοινωνικού δαρβινισμού που την έκανε δυνατή. Κι αυτό γιατί ο κοινωνικός δαρβινισμός χρησίμευσε στις διάφορες ιδεολογίες για να δικαιολογήσουν τον ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό και την οικονομική ανισότητα. Τα δικαιολογούσαν βέβαια στο όνομα μιας ουτοπίας που δεν πρόκειται να πραγματωθεί, επειδή, μεταφέροντας στην κοινωνία τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, θεωρούσαν δυνατή την αναμόρφωση της ανθρώπινης φύσης.
Το ότι οι ιδεολογίες έδειξαν την τάση να ξεπεράσουν, να υπερβούν ή να αγνοήσουν την ανθρώπινη ηθική λογαριάζεται ανάμεσα στα σοβαρότερα προβλήματα που επισημαίνουν οι αντίπαλοί τους. Το ότι η ηθική πηγάζει από το ένστικτο σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε όρια στις ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος. Το ότι πηγάζει από το πνεύμα, αντίθετα, σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε στις ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος απουσία ορίων. Από ηθική σκοπιά, γεννιέται έτσι ένας ανθρωποκεντρισμός που θεωρεί «τον άνθρωπο μέσο της προόδου». Η σκληρή όψη που δείχνει ο ανθρωποκεντρισμός προέρχεται από το ότι αγνοεί την ηθική και την ανθρώπινη φύση που είναι το θεμέλιό της.
Ο «ζωτικός χώρος» του φασισμού, η «κοινωνία όπου ο καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητές του και παίρνει ανάλογα με τις ανάγκες του» του κομμουνισμού, είναι ανέφικτες αυταπάτες που γεννιούνται από τη θέληση να κινητοποιηθεί το πνεύμα για να επιτευχθεί η ουτοπία αγνοώντας το ένστικτο. Το ότι ο φασισμός εφαρμόζει, για την κατάκτηση του ζωτικού χώρου, πολιτική φυλετικής εξόντωσης με τη στρατιωτική δύναμη, ή το ότι ο κομμουνισμός υπερασπίζεται τη δικτατορία του προλεταριάτου για να βαδίσει προς την ουτοπία, ανήκει ακριβώς στην αυταπάτη ότι μπορεί κανείς να ποδοπατήσει τη βασική ανθρώπινη ηθική. Η ιδεολογία όμως δεν μπορεί τελικά να ξεπεράσει το όριο που λέγεται ανθρώπινη φύση· γι’ αυτό οι προσωρινές θυσίες που προτείνονται για την επίτευξη της ουτοπίας μένουν ως μόνιμη πολιτική του ανθρωποκεντρισμού. Όλες οι ιδεολογίες, επειδή δεν έλαβαν υπόψη την ανθρώπινη φύση και θέλησαν να την ξεπεράσουν, δεν μπορούσαν παρά να αποτύχουν.
Για να μπει το πνεύμα, στον πολιτισμό της Δύσης, σε «κατάσταση παραφροσύνης», χρειαζόταν μια επιστημονική ενίσχυση που θα έφερνε τη δύναμη του πνεύματος στο έπακρο. Αυτόν τον ρόλο τον έπαιξε η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου. Ο Δαρβίνος δημοσίευσε τη θεωρία του το 1859 και συγκλόνισε έναν δυτικό κόσμο δεμένο με τον δημιουργισμό. Αν δεχτούμε την ιδέα ότι «μια μεγάλη ανακάλυψη είναι προσπάθεια εκείνου που την κάνει, και τα προβλήματα που περιέχει είναι τα προβλήματα της εποχής του», η θεωρία της εξέλιξης είναι ένα μεγάλο έργο του Δαρβίνου. Το ότι όμως ο Δαρβίνος χρησιμοποίησε αυτούσια στη θεωρία του τη μεθοδολογία που ήταν βαθιά ριζωμένη στη δυτική σκέψη, τη θεωρία του αγώνα και τον βαθμιαισμό, ήταν το σφάλμα των σφαλμάτων.
Καθώς η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου συνδεόταν με τις κοινωνικές επιστήμες, η Δύση δημιούργησε τη δογματική φιλοσοφία που ονομάζουμε «κοινωνικό εξελικτισμό». Ο κοινωνικός δαρβινισμός ήταν εκείνος που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο άνοιγμα της εποχής των ιδεολογιών. Όταν ένα πράγμα φτάσει στο άκρο του, γυρίζει στο αντίθετο (物極必反): ο δαρβινισμός κατέληξε να σημαίνει την πτώση της αυλαίας της εποχής του πνεύματος στη Δύση.
Η εποχή των ιδεολογιών μπορεί να αναλυθεί και να ερμηνευθεί με διάφορες φιλοσοφικές μεθόδους. Η καλύτερη μέθοδος όμως είναι η ανάλυση και η κρίση με βάση την ανθρώπινη φύση. Η ιδεολογία ξεκινά από την υπόθεση ότι το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να συλλάβει την απόλυτη αλήθεια και να τη δημιουργήσει στο μέλλον. Είναι το τελευταίο στάδιο στο οποίο κατέληξε το ιδιότυπο περιβάλλον της Δύσης του 20ού αιώνα, στην πορεία θεολογία-μεταφυσική-ιδεολογία. Το ουσιώδες σημείο εδώ είναι ο ρόλος του ανθρώπινου πνεύματος. Αν δεχτούμε τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη φύση αποτελείται από το ένστικτο και το πνεύμα, και το πνεύμα δεν μπορεί να βγει από το πεδίο που του δίνει το ένστικτο, η ιδεολογία γίνεται μια φιλοσοφία που ξεκίνησε από μια σοβαρή παραμόρφωση αυτής της θεωρίας της ανθρώπινης φύσης και που δεν μπορούσε τελικά παρά να αποτύχει ολοκληρωτικά.
Το πνεύμα δεν μπορεί να βγει από τα όρια του ενστίκτου για να απολαύσει μια δική του ελευθερία. Τελικά, επειδή το ένστικτο είναι η πηγή φωτός και το πνεύμα ο καθρέφτης, ο ισχυρισμός ότι «πρέπει να στηριχτούμε στο πνεύμα» δεν μπορεί παρά να είναι πλάνη. Αγνοώντας αυτό το βασικό φιλοσοφικό σύστημα, η Δύση, μέσα από την εποχή των ιδεολογιών του 20ού αιώνα, επιχείρησε να λύσει ολοκληρωτικά τα ανθρώπινα προβλήματα στηριγμένη στο πνεύμα. Και το αποτέλεσμα μας έφερε φρικτές τραγωδίες. Για τα προβλήματα που προκάλεσε η εποχή των ιδεολογιών μπορούν να δοθούν πολλές εξηγήσεις. Μπορούμε να τα δούμε κυρίως ως καρπό μιας παραμόρφωσης της θεωρίας της ανθρώπινης φύσης, που αγνοεί το ένστικτο και στηρίζεται μόνο στο πνεύμα.
Ο πολιτισμός της Ανατολής και ο ανθρωπισμός του Πρωταγόρα: «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων»
Ο ανθρωποκεντρισμός με κέντρο την ιδεολογία σάρωσε τον δυτικό φιλοσοφικό κόσμο του 20ού αιώνα. Ο ανθρωποκεντρισμός υποστηρίζει ότι η «αλήθεια» που διακηρύσσει η μεταφυσική ή το «δόγμα» της θεοκεντρικής σκέψης γίνεται «το μέτρο όλων των πραγμάτων». Κι αυτό γιατί αυτά υπερβαίνουν τον άνθρωπο. Ο πολιτισμός της Ανατολής, αντίθετα, είναι ουσιαστικά ανθρωπιστικός. Καμία αλήθεια, κανένα δόγμα δεν μπορεί να βλάψει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο ταοϊσμός και ο κομφουκιανισμός έχουν ως πυρήνα τη σκέψη ότι κέντρο της ανθρώπινης κοινωνίας είναι ο άνθρωπος και όχι η μεταφυσική αλήθεια ή ο Θεός. Έχουν ως κεντρικές αξίες την ανθρώπινη φύση και την αυτοκαλλιέργεια του ανθρώπου. Η σκέψη του Κομφούκιου, του Μένκιου και του Σιούν Τσε τονίζει την ηθική δυνατότητα και την κοινωνική ευθύνη του ανθρώπου χωρίς να στηρίζεται στον Θεό ή στη μεταφυσική· αυτό ακριβώς είναι το γνώρισμα του ανθρωπισμού.
Όταν ένας μαθητής ρώτησε τον Κομφούκιο πώς να υπηρετεί τα πνεύματα, ο Κομφούκιος απάντησε: «Δεν ξέρεις ακόμη να υπηρετείς καλά τους ανθρώπους· πώς θα υπηρετήσεις τα πνεύματα;» Είναι μια απάντηση που αποκλείει τη θεοκεντρική σκέψη και τονίζει τη σημασία του ανθρωπισμού. Και όταν ο μαθητής τον ρώτησε για τον θάνατο, ο Κομφούκιος απάντησε: «Δεν γνωρίζουμε ακόμη καλά τη ζωή· πώς θα μιλήσουμε για τον θάνατο;» (Ανάλεκτα 11:12). Είναι μια απάντηση που αποκλείει τη μεταφυσική αφαίρεση και τονίζει ότι πρέπει να επικεντρωνόμαστε στην πραγματική ζωή αυτού του κόσμου, δηλαδή στον ανθρωπισμό. Και ο Μένκιος συνέχισε τον ανθρωπισμό του Κομφούκιου αποκλείοντας από τη φιλοσοφία του τον Θεό και τη μεταφυσική αλήθεια και επικεντρώνοντας στην ανθρωπιά, στη δικαιοσύνη, στις τελετουργίες και στη σοφία (仁義禮智), δηλαδή στην πραγματικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας. Και ο Σιούν Τσε, διακηρύσσοντας ότι «βρέχει και χωρίς τελετή για τη βροχή», υποστήριξε την ηθική διαπαιδαγώγηση της ανθρώπινης κοινωνίας μέσα από την εκπαίδευση και τον νόμο. Το ουσιώδες είναι να κυβερνώνται το άτομο και το κράτος με ανθρωπισμό, κρατώντας απόσταση από τον Θεό και τη μεταφυσική αλήθεια. Και ο ταοϊσμός κρατά απόσταση από τον Θεό, τη μεταφυσική αλήθεια και την ιδεολογία, και το φιλοσοφικό του σύστημα, που θέλει να εφαρμόζει το Ντάο που έμαθε ο άνθρωπος από τη φύση, συμμερίζεται κι αυτό τη σκέψη του ανθρωπισμού.
Αυτό το φιλοσοφικό σύστημα υπήρχε και στη Δύση. Ένα φιλοσοφικό σύστημα σκέψης που λέγεται ανθρωπισμός (humanism), αντίθετο στη θεοκεντρική σκέψη (theocentrism) και στον ανθρωποκεντρισμό (anthropocentrism), εμφανίζεται στην ελληνική αρχαιότητα και στην Αναγέννηση: είναι ο ανθρωπισμός που υπάρχει από την ελληνική αρχαιότητα, με κύριο εκπρόσωπο τον Πρωταγόρα. Η μεταγενέστερη προσπάθεια της Δύσης να πραγματοποιήσει μια αναγέννηση του πολιτισμού, την Αναγέννηση, με την έννοια της επιστροφής στον ανθρωπισμό του ελληνικού πολιτισμού απέναντι στη θεοκεντρική σκέψη της μεσαιωνικής εξ αποκαλύψεως θρησκείας, είναι ένα παράδειγμα. Τουλάχιστον πριν το φανερωμένο γίνει το κύριο ρεύμα του ελληνικού πολιτισμού, ο ανθρωπισμός ήταν ένα από τα κεντρικά του στοιχεία. Ο Πρωταγόρας (481–411 π.Χ.) διακήρυξε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο κέντρο του πολιτισμού.
«Πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν»: ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, όλων όσα υπάρχουν τώρα, κάθε υπόθεσης, όσων υπάρχουν και όσων δεν υπάρχουν. 241
Είναι η ιδέα ότι πρέπει να εκτιμάται η αυτόνομη σκέψη του ίδιου του ανθρώπου αντί να δένεται κανείς με τις διδασκαλίες που έδωσε ο Θεός· η έκφραση ενός είδους ανθρωπιστικής σκέψης σαν εκείνη της Αναγέννησης. Ο Θεός ή η ιδεολογία, μόλις καθοριστούν, γίνονται το κέντρο στη θέση του ανθρώπου: κέντρο γίνεται η διδασκαλία ή η ιδεολογία. Αυτό που σκέφτεται ο άνθρωπος δεν έχει πια σημασία, και η καθορισμένη διδασκαλία κυριαρχεί στον άνθρωπο. Ο Πρωταγόρας είναι ένας στοχαστής που έζησε τη στιγμή που το κέντρο της ελληνικής φιλοσοφίας μετατοπιζόταν προς τον εξαγιασμό της θρησκείας και την ιδέα ότι μπορεί να εκφραστεί η απόλυτη αλήθεια. Σε μια τέτοια εποχή, ο Πρωταγόρας αρνήθηκε να πιστεύει ο άνθρωπος στις εκφράσεις του απόλυτου και να δένεται με αυτές, και υποστήριξε ότι πρέπει να διαφυλαχθεί ο ανθρωπισμός.
Ο Πρωταγόρας υποστήριζε ότι το τι είναι σωστό δεν είναι απόλυτο κριτήριο, αλλά διαφέρει ανάλογα με την ανθρώπινη εμπειρία και αντίληψη. Τότε κριτήριο της κρίσης ήταν ο Θεός, ο Πρωταγόρας όμως επιχείρησε να κατανοήσει τον κόσμο παίρνοντας ως κριτήριο τον άνθρωπο. Αυτή είναι η φιλοσοφία του ανθρωπισμού. Ήταν, στην αρχαία Ελλάδα, μια σημαντική καμπή, που οδήγησε από μια μυθική κοσμοθεωρία σε μια σκέψη με κέντρο τον άνθρωπο. Η πρότασή του έγινε το φιλοσοφικό θεμέλιο του σεβασμού που οφείλεται σε όλες τις διαφορετικές γνώμες. Οι Έλληνες στοχαστές του φανερωμένου είχαν διαφορετική άποψη. Ο Πλάτων επέκρινε αυτή την πρόταση επισημαίνοντας ότι, αν όλες οι γνώμες ήταν αληθινές, θα προέκυπταν αντιφάσεις. Και ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η αλήθεια πρέπει να έχει ένα καθολικό κριτήριο.
Η πρόταση του Πρωταγόρα αντιτίθεται στην ιδεολογία. Γιατί η ιδεολογία αντιτίθεται στον ανθρωπισμό. Η ιδεολογία είναι της ίδιας φλέβας με τη θεοκεντρική σκέψη. Όταν ο άνθρωπος γίνεται κέντρο με την έννοια ότι έχει την ικανότητα να εκφράσει την απόλυτη αλήθεια, αυτό γίνεται μια άλλη μορφή θεοκεντρικής σκέψης. Δεν διαφέρει σε τίποτε από μια ζωή με κέντρο τον Θεό· ο άνθρωπος απλώς παίρνει τη θέση του Θεού. Ο άνθρωπος μπορεί τότε να διαθέτει όπως θέλει ακόμη και την ηθική της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Κι αυτό γιατί στην ιδεολογία το ανθρώπινο πνεύμα αντικαθιστά τον Θεό. Γι’ αυτό το λόγο η θρησκεία δύσκολα συνυπάρχει με την ιδεολογία. Στην εποχή των ιδεολογιών, για να διακηρύξουν τον απόλυτο χαρακτήρα της ιδεολογίας τους, κατήγγειλαν ανοιχτά τον θεϊσμό που υπηρετεί τον Θεό. Ο κομμουνισμός διακήρυξε την αθεΐα· στον φασισμό, επειδή ο αρχηγός κατέχει το απόλυτο, η παραδοσιακή θρησκεία έγινε όργανο του καθεστώτος.
Η ιδεολογία έχει την πηγή της στον δυτικό ορθολογισμό. Οι ορθολογιστές κατέληξαν να σπρώχνουν διαρκώς τον πολιτισμό της Δύσης προς μια κατάσταση όπου το ανθρώπινο πνεύμα, μιμούμενο τον Θεό, αγνοεί τον παλαιό εγκέφαλο και μπορεί να δρα μόνο του. Επειδή όμως το πνεύμα είναι καθρέφτης και όχι πηγή φωτός, ο ορθολογισμός, και ακόμη περισσότερο η ιδεολογία, είχε ένα θεμελιώδες όριο. Ο ανθρωπισμός στηρίζεται στο αφανέρωτο, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφράσει την απόλυτη αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την ανθρώπινη προσπάθεια. Σημαίνει αντίθετα ότι, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να εκφραστεί, πρέπει να προσπαθούμε ακόμη περισσότερο ως το τέλος: όσο κι αν προσπαθήσει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να φτάσει στην απόλυτη αλήθεια· γι’ αυτό πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να βρει μια σχετική αλήθεια και να αποκτήσει τη φιλοσοφία που χρειάζεται ο κόσμος όπου ζει. Το σημαντικό σημείο εδώ είναι ότι η σχετική αλήθεια δεν μπορεί να επιβληθεί στους άλλους. Ο ανθρωποκεντρισμός στηρίζεται στο φανερωμένο. Γι’ αυτό η μεταφυσική αλήθεια που διακηρύσσει γίνεται απόλυτη, και μπορεί να την επιβάλλει στους άλλους όσο θέλει. Αγνοεί ακόμη και την ηθική για να φτάσει σε μια απόλυτη αλήθεια που υπόσχεται να λύσει τα πάντα.
Ο δυτικός ανθρωπισμός καθιέρωσε στην Αναγέννηση, απέναντι στη θεοκεντρική σκέψη που είχε κυριαρχήσει στον Μεσαίωνα, την πρόταση ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όμως ο ανθρωπισμός, μετατρεπόμενος στον καρτεσιανό ορθολογισμό, πέρασε αιώνες γέρνοντας προς τη σκέψη της λατρείας του πνεύματος, τον πυρήνα της θεοκεντρικής σκέψης. Και, φτάνοντας στον 20ό αιώνα, συμμάχησε με τον κοινωνικό δαρβινισμό για να καταλήξει στον ανθρωποκεντρισμό, όπου το πνεύμα αντικαθιστά τον Θεό. Επιπλέον, ο ανθρωποκεντρισμός σκηνοθετεί μια ειρωνεία σπάνια στην ιστορία της φιλοσοφίας: απορρίπτει ακόμη και τη θεϊκή ηθική που εκτιμούσε η θεοκεντρική σκέψη.
Και η καταλληλότητα του ανθρωπισμού και του ανθρωποκεντρισμού κρίνεται τελικά από την ανθρώπινη φύση: από τον τρόπο με τον οποίο θέτουν τη σχέση πνεύματος και ενστίκτου. Κάθε φιλοσοφία και κάθε επιστήμη συνδέεται, λίγο ή πολύ, με την ανθρώπινη φύση. Όσο κι αν φαίνεται να απομακρύνονται από την ανθρώπινη φύση, καταλήγουν να επιστρέφουν σε αυτήν. Η θρησκεία, το φανερωμένο, το αφανέρωτο, η φυσική φιλοσοφία, η φυσική πίστη: όλα συνδέονται με την ανθρώπινη φιλοσοφία. Αν δεχτούμε την ιδέα ότι η σκεπτόμενη καρδιά του ανθρώπου υπήρχε πριν από τον Θεό και το Ντάο, αναγνωρίζουμε έναν ανθρωπισμό με κέντρο τον άνθρωπο. Αν αντίθετα ξεκινήσουμε από τη φιλοσοφία ότι ο Θεός υπήρχε πριν από τον άνθρωπο και τον δημιούργησε, ο πολιτισμός κυλά προς τη θεολογία, τη μεταφυσική και τον ανθρωποκεντρισμό. Ο νεότερος ορθολογισμός της Δύσης έπαιξε τον ρόλο να φέρει τον δυτικό πολιτισμό μέσα σε αυτό το ρεύμα. Όταν αυτή η τάση ενισχύεται, ο ανθρωπισμός καταλήγει να μεταμορφωθεί σε ανθρωποκεντρισμό.
Πώς δέχτηκε η Ανατολή τη δυτική ιδεολογία;
Ας το επαναλάβουμε: ο Δαρβίνος άφησε, ως βιολόγος, το μεγάλο έργο που είναι η θεωρία της εξέλιξης. Στον μηχανισμό όμως με τον οποίο την εξηγούσε, ο Δαρβίνος διέπραξε ένα μεγάλο σφάλμα, που παρήγαγε τον δαρβινισμό ως πολιτισμική εξέλιξη. Κι αυτό γιατί ο Δαρβίνος δέχτηκε αυτούσια την επίδραση του δυτικού πολιτισμού της εποχής του, που έγερνε στο έπακρο προς τις ικανότητες του πνεύματος. Η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, όπως είναι γραμμένη στο βιβλίο του, ακολουθεί αυστηρά τη δυτική φιλοσοφία και τις θεωρίες της κλασικής φυσικής: τον βαθμιαισμό και τη θεωρία του αγώνα. Με αυτή τη βάση, η θεωρία του Δαρβίνου ήρθε σε επαφή με την ιδεολογία και στράφηκε προς τον κοινωνικό εξελικτισμό. Χάρη στον κοινωνικό εξελικτισμό, η ιδεολογία θεώρησε δυνατή την οικοδόμηση μιας μελλοντικής ουτοπίας και πήρε χωρίς δισταγμό, γι’ αυτόν τον σκοπό, ισχυρά και ακραία μέτρα. Προκάλεσε μια κατάσταση όπου η παρούσα, αμετάβλητη ηθική αγνοούνταν στο όνομα μιας μελλοντικής ουτοπίας που δεν θα πραγματωνόταν ποτέ.
Στον δυτικό πολιτισμό του Θεού, το πνεύμα και το ένστικτο υπάρχουν σε αντίθεση ή ακόμη και σε εχθρότητα. Επί χιλιετίες η Δύση είχε τη φιλοσοφία ότι «ο άνθρωπος είναι ένα πνεύμα που θα μπορούσε να γίνει όμοιο με τον Θεό, αλλά το συγκρατεί το ένστικτο». Αυτή εκτεινόταν από τον κόσμο της ελληνικής φιλοσοφίας ως τη νεότερη ορθολογιστική φιλοσοφία. Και αυτός ο τρόπος να τίθεται η ανθρώπινη φύση, δηλαδή να θεωρείται το πνεύμα κέντρο του ανθρώπου, λειτουργεί ως η πηγή από την οποία γεννήθηκαν η θεολογία, η μεταφυσική και η ιδεολογία τους.
Στο ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, η Ανατολή ακολουθεί μια φιλοσοφία ριζικά αντίθετη από τη δυτική. Από αυτή τη σκοπιά, ήταν δύσκολο για την Ανατολή να λατρέψει τη δυτική ιδεολογία όπως οι άνθρωποι της Δύσης. Το φαινόμενο της απολυτοποίησης των ικανοτήτων του πνεύματος στο οποίο προσκολλήθηκε η Δύση, δηλαδή η δημιουργία μιας εποχής των ιδεολογιών, είναι δυνατό μόνο σε έναν πολιτισμό που καλλιεργεί την αυταπάτη ότι ο άνθρωπος κινείται μόνο σύμφωνα με τη ροή του πνεύματος. Παρουσίασαν μια τεράστια παραμόρφωση της ανθρώπινης φύσης ως πρωτοποριακή αποστολή της προόδου και της εξέλιξης. Μια χώρα έξω από τη Δύση γοητεύτηκε από αυτές τις «παράφρονες» μεταφυσικές θεωρίες της Δύσης: η Ιαπωνία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Η Ιαπωνία, αν και ήταν χώρα της Ανατολής, παρασύρθηκε σε ένα ρεύμα που λάτρευε και ακολουθούσε αυτούσιο έναν δυτικό πολιτισμό πεσμένο στον ρατσισμό. Αγνοώντας εντελώς τις διαφορές Ανατολής και Δύσης, κατέληξε να πιστεύει ότι μόνο η δυτική σκέψη μπορεί να κάνει δυνατή τη μελλοντική επιτυχία της Ιαπωνίας. Ο Φουκουζάβα (1835–1901) άσκησε μεγάλη επίδραση στον κόσμο της ιαπωνικής σκέψης την εποχή της Παλινόρθωσης Μεϊτζί, τον 19ο αιώνα. Εισήγαγε στην Ιαπωνία προηγμένους δυτικούς θεσμούς, όπως ο Τύπος και η διπλογραφική λογιστική, και αναδείχθηκε σε θετική παρουσία απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας. Το εύρος της σκέψης του ήταν εκπληκτικό, τόσο που θα μπορούσε να ονομαστεί «άνθρωπος της Αναγέννησης». Ο σεβασμός που του τρέφουν στην Ιαπωνία είναι τόσο μεγάλος, ώστε το πορτρέτο του στόλισε το χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων γεν.
Επιχείρησε όμως να εισαγάγει αυτούσια στις διεθνείς σχέσεις της Ιαπωνίας τη δυτική ιδεολογική μέθοδο της επιβίωσης του ικανότερου. Με άλλα λόγια, επιχείρησε να εισαγάγει στην Ανατολική Ασία τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, θεμελιωμένη στην επιβίωση του ικανότερου, και θεωρίες του πολέμου όπως ο Lebensraum (ζωτικός χώρος), που θα πρόβαλλε αργότερα ο Χίτλερ.242 Τη θεωρία του ζωτικού χώρου τη χρησιμοποίησε ο Γερμανός γεωγράφος Ράτσελ (Ratzel) στο βιβλίο του του 1897 Πολιτική γεωγραφία: παρομοιάζοντας το κράτος με ζωντανό οργανισμό, υποστήριζε ότι η Γερμανία χρειαζόταν ευρύτερο έδαφος για να μεγαλώσει και να επιβιώσει. Ήταν η εφαρμογή στη διεθνή κοινωνία της θεωρίας του «πολέμου όλων εναντίον όλων». Ο Φουκουζάβα ασπαζόταν τη σκέψη του Σπένσερ (1820–1903), που ήταν τότε της μόδας στη Δύση, και επιχείρησε να την εφαρμόσει στην Ανατολή. Ο Σπένσερ ήταν πεπεισμένος ότι οι αρχές της επιβίωσης του ικανότερου και της φυσικής επιλογής ισχύουν αυτούσιες όχι μόνο στην επιστημονική θεωρία της εξέλιξης, αλλά και στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο Φουκουζάβα επιχείρησε να εφαρμόσει αυτή τη θεωρία, σε διεθνές επίπεδο, και σε άλλες χώρες.
Ο Φουκουζάβα έκρινε την Κορέα και την Κίνα ως χώρες καθυστερημένες από την άποψη της εξέλιξης, αιώνια καθυστερημένες, με τις οποίες η Ιαπωνία δεν μπορούσε να ζήσει. Προβάλλοντας τη θεωρία «Ντάτσου-Α Νιού-Ο» (脫亞入歐, να βγούμε από την Ασία και να μπούμε στην Ευρώπη), κατέληξε στην ιδέα να κατακτήσει τις καθυστερημένες γειτονικές χώρες της Ασίας. Η ιδέα ότι η Ιαπωνία μπορούσε να επιβιώσει και να ευημερήσει στο μέλλον μόνο αν έβγαινε από την Ασία και γινόταν όμοια με την Ευρώπη, δηλαδή με τη Δύση, στήριξε όλη του τη σκέψη. Η Ιαπωνία συμμάχησε με τη Γερμανία του Χίτλερ. Οι Ιάπωνες επιχείρησαν να μιμηθούν ό,τι ερχόταν από τη Γερμανία, που τη θεωρούσαν την πιο προχωρημένη στην αντιπροσώπευση του μέλλοντος. Ως αποτέλεσμα, όπως η Γερμανία του Χίτλερ παρέσυρε όλη τη Δύση στον πόλεμο και την άφησε ερειπωμένη, έτσι και η Ιαπωνία παρέσυρε όλη την Ανατολική Ασία στον πόλεμο και την άφησε ερειπωμένη.
Η δυτική θεωρία της επιβίωσης του ικανότερου του Φουκουζάβα απέτυχε τελικά και στην Ανατολή, όπως ο Χίτλερ ηττήθηκε στη Δύση. Απέρριψε εντελώς το ανατολικό πνεύμα του αφανέρωτου, της ηθικής, του γιν και του γιανγκ και της συμπληρωματικότητας για να απορροφηθεί σε μια δυτική θεωρία της επιβίωσης του ικανότερου θεμελιωμένη στο φανερωμένο, στη διακυβέρνηση του νόμου, στο καλό και στο κακό και στον αγώνα. Είναι το φαινόμενο ενός ανθρώπου συντριμμένου από έναν δυτικό πολιτισμό που δημιούργησε ιδεολογίες καθώς το πνεύμα του βυθιζόταν στην παραφροσύνη. Αντιμετώπισε ως λογική αδύναμων, χωρίς την παραμικρή αξία, τη μακρά παράδοση, τον βαθύ πολιτισμό και τη φιλοσοφία της Ανατολής, σύμφωνα με τα οποία πρέπει να υπάρχει ηθική ακόμη και ανάμεσα στα έθνη. Η Ιαπωνία μιμήθηκε αυτούσιους τους βάρβαρους και απολίτιστους τρόπους της Δύσης: την κατάκτηση, την εκμετάλλευση, τον νόμο του ισχυρότερου που στηρίζεται στη στρατιωτική δύναμη. Αυτό είναι το περιεχόμενο του άρθρου «Περί εξόδου από την Ασία» που δημοσίευσε ο Φουκουζάβα το 1885:
Όταν ο δυτικός πολιτισμός φτάνει στην Ανατολή, όλα τα δέντρα και όλα τα χόρτα της Ανατολής λυγίζουν στον δυτικό άνεμο. Κατά τη γνώμη μου, όταν ο δυτικός πολιτισμός κατακτήσει την Ανατολή, οι δύο χώρες, η Κίνα και η Κορέα, δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν ανεξάρτητες. Είναι σαν να ζει ένας δίκαιος άνθρωπος δίπλα σε ένα χωριό βυθισμένο στην άγνοια, στην παρανομία, στη βία και στη σκληρότητα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε να αναπτυχθούν η Κίνα και η Κορέα για να αναπτύξουμε μαζί τους την Ασία. Πρέπει μάλλον να εγκαταλείψουμε εντελώς τις τάξεις της Ασίας και να ριχτούμε στο εγχείρημα να ποντάρουμε το μέλλον μας στις χώρες της Δύσης. Όποιος συναναστρέφεται βαρβάρους θεωρείται βάρβαρος. Γι’ αυτό πρέπει να ξεριζώσουμε εντελώς από την καρδιά μας τις βάρβαρες χώρες της Ασίας. 243
Παρά τις προσπάθειες όμως του Φουκουζάβα και του ιαπωνικού μιλιταρισμού, η διάδοση της δυτικής ιδεολογίας στην Ανατολή απέτυχε τελικά. Οι χώρες της Ανατολής δείχνουν απέναντι στην ιδεολογία ένα διαφορετικό σχήμα από τη Δύση. Οι χώρες της Δύσης επιχείρησαν ειλικρινά να εφαρμόσουν τις ιδεολογίες του φασισμού ή του κομμουνισμού, και οι χώρες αυτές χάθηκαν όλες με την αποτυχία της ιδεολογίας. Η αιτία της εξαφάνισής τους είναι ότι η ιδεολογία στηριζόταν σε μια παρανόηση, ή και σε μια εσφαλμένη κρίση, για την ανθρώπινη φύση. Η Ανατολή όμως είχε απέναντι στην ιδεολογία διαφορετική στάση από τη Δύση. Η Ιαπωνία επιχείρησε να απορροφήσει τον γερμανικό φασισμό, η Κίνα τον σοβιετικό κομμουνισμό. Όμως οι χώρες της Ανατολής, αντί για τη δυτική μέθοδο που συνίσταται στο να είναι κανείς πιστός στην ιδεολογία και να ρίχνει σε αυτήν όλη τη μοίρα του έθνους, υιοθέτησαν την παραδοσιακή μέθοδο της Ανατολής: τον συγκρητισμό (syncretism), που συνίσταται στο να βάζεις την ιδεολογία στην υπηρεσία της μοίρας του έθνους.
Με το τέλος της εποχής των ιδεολογιών, μετά την πτώση της φασιστικής Γερμανίας και την εξαφάνιση της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης, το πώς θα χειρίζονταν οι χώρες της Ανατολής αυτές τις ιδεολογίες έγινε αντικείμενο ενδιαφέροντος. Δέχονται τη δυτική ιδεολογία με την ανατολική μορφή του συγκρητισμού. Ακόμη και οι χώρες της Ανατολής που επικαλούνται τον κομμουνισμό προχωρούν όχι προσκολλημένες στο κομμουνιστικό ιδεώδες, αλλά με τη στάση να χρησιμοποιούν, από όσα αυτό περιέχει, ό,τι χρειάζεται για τη διακυβέρνηση του κράτους. Τελικά, χάρη σε αυτόν τον ανατολικό, συγκρητιστικό τρόπο διακυβέρνησης του κράτους, οι χώρες που επικαλούνται τον κομμουνισμό εξαφανίστηκαν όλες στη Δύση και επιβιώνουν μόνο στην Ανατολική Ασία.
Η Ιαπωνία, στη μιλιταριστική της περίοδο, επιχείρησε να εγκαταλείψει τα γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής για να ακολουθήσει τη δυτική διχοτομική φιλοσοφία του χωρισμού και του αγώνα. Μετά την ήττα της από τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όμως, εγκατέλειψε ξαφνικά τον φασισμό, διακήρυξε το αμερικανικό δημοκρατικό σύστημα και προσπάθησε να το ακολουθήσει: μια εκπληκτική μεταμόρφωση. Αν μπόρεσε να περάσει απότομα από τον φασισμό στη δημοκρατία, είναι επειδή η Ιαπωνία, σε αντίθεση με τη Δύση, προσπάθησε τελικά να βρει έναν ανατολικό τρόπο να χρησιμοποιεί τη δυτική ιδεολογία. Μπορούμε να δούμε την Ιαπωνία να εκδηλώνει έτσι, με ακραίο και πλάγιο τρόπο, τα γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής. Και η τάση της μεταπολεμικής ιαπωνικής εσωτερικής πολιτικής, όπου η εναλλαγή στην εξουσία γίνεται όχι, όπως στις δυτικές εναλλαγές, ανάμεσα σε κυβερνήσεις χωρισμένες από την ιδεολογία, αλλά με προσαρμογές ανάμεσα στις φράξιες ενός και του αυτού κόμματος, δείχνει επίσης τα γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής.
Η Κίνα χρησιμοποιεί τη μέθοδο να αξιοποιεί τη δυτική ιδεολογία διατηρώντας το θεμέλιο της ανατολικής σκέψης. Η Κίνα βλέπει τον κομμουνισμό, μέσα στα όρια της φιλοσοφίας του συγκρητισμού, ως ένα από τα μέσα διακυβέρνησης του κράτους και τον αξιοποιεί. Σε αντίθεση με τον δυτικό τρόπο του φανερωμένου, που αναθέτει τη διακυβέρνηση του κράτους στην κομμουνιστική φιλοσοφία και την ακολουθεί αυτούσια, η Κίνα συνεχίζει να προσπαθεί να ακολουθεί τα γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής. Οι κομμουνιστικές χώρες της Δύσης εγκατέλειψαν όλες τον κομμουνισμό και κατέρρευσαν, η Κίνα όμως διατηρεί τον κομμουνισμό χρησιμοποιώντας στη διακυβέρνηση του κράτους ορισμένα αναγκαία μέρη του. Όπως ιστορικά η Κίνα χρησιμοποίησε στη διακυβέρνηση του κράτους τον ταοϊσμό, τον κομφουκιανισμό και τον βουδισμό, έτσι χρησιμοποιεί και από το κομμουνιστικό ιδεώδες τα μέρη που χρειάζεται. Αξιοποιώντας τον κομμουνισμό, η κινεζική κυβέρνηση αξιοποιεί ταυτόχρονα και την κομφουκιανή σκέψη, προβάλλοντας τον Κομφούκιο ως εκπρόσωπο του κινεζικού πολιτισμού και διαδίδοντάς τον στον κόσμο μέσω των «Ινστιτούτων Κομφούκιος». Κι αυτό γιατί ο κινεζικός πολιτισμός, αντί να δένεται με μια φιλοσοφία ή μια υπόθεση, ακολουθεί το γνώρισμα του πολιτισμού της Ανατολής να χρησιμοποιεί, σύμφωνα με τον συγκρητισμό (syncretism), όλα τα φιλοσοφικά συστήματα που δημιούργησε ο άνθρωπος στη διακυβέρνηση του κράτους.
Τελικά, τόσο στην εισαγωγή των ιδεών όσο και στη μοίρα του έθνους, η συγκρητιστική στάση των κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ασίας δείχνει μια πολιτισμική διαφορά από τη δογματική στάση στην οποία είχαν απορροφηθεί οι κομμουνιστικές χώρες της Δύσης, που σήμερα έχουν εξαφανιστεί. Αυτή η κατανόηση και η προσαρμογή της Ανατολής στην ιδεολογία που δημιούργησε η Δύση, και που κυριάρχησε για ένα διάστημα στον κόσμο τον 20ό αιώνα, οφείλονται στα λανθάνοντα γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής. Αυτά τα γνωρίσματα βρίσκονται πρώτα απ’ όλα στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης που ενυπάρχει στον πολιτισμό της Ανατολής. Αυτό είναι δυνατό επειδή, από τη σκοπιά της ανθρώπινης φύσης, ο πολιτισμός της Ανατολής δεν ακολουθεί, όπως η Δύση, τις εντολές του πνεύματος, αλλά μια θεωρία της συμπληρωματικότητας που εναρμονίζει το ένστικτο και το πνεύμα με τον τρόπο του γιν και του γιανγκ.