1) Το ρεν (仁) και η αγάπη (愛): μια ηθική πέρα από όλα τα δόγματα
Η ανθρωπότητα επινόησε τη γραφή γύρω στο 3000 π.Χ. Από εκεί ξεκινά αυτό που λέμε «ιστορία». Και περίπου δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν, σε πολλά μέρη, να κάνουν να ανθίσει ένας εκπληκτικός πολιτισμός. Υπήρξε μία μόνο περίοδος τέτοιας έκρηξης: εκείνη που ο Καρλ Γιάσπερς ονόμασε «αξονική εποχή». Μέσα σε λίγους μόνο αιώνες γεννήθηκαν ο ένας μετά τον άλλον οι μεγάλοι δάσκαλοι της ανθρωπότητας, ο Κομφούκιος, ο Λάο Τσε, ο Σωκράτης, ο Βούδας και ο Ιησούς, και λίγο αργότερα ο Μωάμεθ. Επικεντρώθηκαν στο θεμελιώδες ερώτημα του πώς να ζούμε μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Στο ερώτημα «Πώς πρέπει να ζούμε;», οι μεγάλοι δάσκαλοι της ανθρωπότητας πρότειναν ο καθένας μια απάντηση: την αγάπη του πλησίον (love your neighbor) του χριστιανισμού, το ρεν (仁, empathy) του κομφουκιανισμού, τη συμπόνια (compassion) του βουδισμού, την αδελφοσύνη (brotherly love) του ισλάμ.
Αν τις κοιτάξουμε από κοντά, αυτές οι απαντήσεις ανάγονται σε μία. Αυτό που πρότειναν στην ανθρωπότητα είναι η ίδια ηθική. Οι τρόποι να ειπωθεί διαφέρουν, όλοι όμως σημαίνουν την «αγάπη του πλησίον».
Το ρεν (仁) είναι να αγαπάς τους άλλους. (Ανάλεκτα 12, «Γιεν Γιουάν»)
«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». (Λευ. 19:18, Ματθ. 22:39)
Γιατί η αγάπη του πλησίον; Αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση. Κάθε άνθρωπος, χωρίς εξαίρεση, γεννιέται με «έναν ισχυρό εγωισμό και έναν αδύναμο αλτρουισμό». Η ανθρώπινη κοινωνία διατηρείται μόνο αν εναρμονιστούν. Πρέπει λοιπόν ο αδύναμος αλτρουισμός να αγκαλιάσει τον ισχυρό εγωισμό. Το μέσο γι’ αυτό είναι η αγάπη του πλησίον.
Η απληστία για τα αγαθά και η επιθυμία για τιμές είναι τα ισχυρότερα πράγματα μέσα στον άνθρωπο, και γι’ αυτά οι άνθρωποι ανταγωνίζονται για να ξεπεράσουν τους άλλους. Μερικοί αξιόλογοι άνθρωποι κατανοούν τον αλτρουισμό, τον εφαρμόζουν στη ζωή τους και γίνονται ηγέτες (君子). Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως (小人) παρασύρονται από τον εγωισμό και ζουν όλη τους τη ζωή χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από την απληστία. Από τη φύση του, ο ηγέτης δεν διαφέρει από τον μετέχοντα (σιάοζεν, 小人). Με άλλα λόγια, η ισχυρότερη ανθρώπινη φύση, κοινή στον ηγούμενο και στον μετέχοντα, είναι ο εγωισμός, δηλαδή η απληστία. Αυτή την απληστία τη ρυθμίζει και τη διαχειρίζεται κάποτε το πνεύμα, πολύ συχνά όμως το πνεύμα τη μεγαλώνει και την ενισχύει ακόμη περισσότερο. Τελικά, η διαχείριση της απληστίας είναι η καρδιά της ηθικής.
Η διαχείριση της απληστίας γίνεται από το πνεύμα. Μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο ρόλος του πνεύματος είναι αποφασιστικής σημασίας, περιορισμένος όμως. Το πνεύμα δεν μπορεί να απολαύσει την ελευθερία μιας πηγής φωτός. Το πνεύμα δεν είναι παρά καθρέφτης. Αυτό είναι το πεδίο που του αναλογεί μέσα στην ανθρώπινη φύση. Αν το πνεύμα επιχειρήσει να βγει από το πεδίο δράσης που είναι εγγενές στο ένστικτο για να δράσει ως πηγή φωτός, εκθέτει τον άνθρωπο σε θανάσιμο κίνδυνο, γιατί τότε το πνεύμα χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει την επιδίωξη της απληστίας και να αγνοήσει την ηθική. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία της ηθικής. Εκείνο που συγκρατεί το πνεύμα από το να παραστρατήσει είναι η ηθική.
Η διαφορά ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση ως προς τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους φαίνεται καθαρά όταν συγκρίνουμε τον ανατολικό κομφουκιανισμό και τον δυτικό χριστιανισμό. Οι διδασκαλίες του Κομφούκιου και του Ιησού παρουσιάζουν μια βαθιά ομοιότητα: το ρεν (仁), δηλαδή την αγάπη του πλησίον. Παρά όμως αυτή την ίδια αφετηρία, η Δύση επιδίωξε τελικά να ρυθμίσει τις ανθρώπινες σχέσεις με τις εντολές (το κράτος δικαίου) και η Ανατολή με την ηθική. Ο Ιησούς, όπως ο Κομφούκιος, μας δίδαξε την κοινή ηθική της ανθρωπότητας, την αγάπη του πλησίον. Το ρεν (仁), που ο κομφουκιανισμός θέτει ως την ύψιστη αξία ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Κομφούκιος το όρισε ως αγάπη για τους ανθρώπους. Και ο Ιησούς μάς άφησε την παραβολή του καλού Σαμαρείτη: αγάπα τον πλησίον σου, όποια κι αν είναι η πίστη του ή η φυλή του. Άφησε μια καθολική ηθική. Ο ανατολικός πολιτισμός κράτησε σταθερά τις κεντρικές του ιδέες: το Ντάο της φύσης και το ρεν (仁) της ανθρώπινης κοινωνίας που θεμελιώνεται σε αυτό. Είναι μια καθολική ηθική που ξεπερνά όλες τις θρησκείες, όλες τις φυλές και κάθε επιστημονική σκέψη. Ο δυτικός πολιτισμός, αντίθετα, ακολουθώντας το θρησκευτικό δόγμα, ταλαντεύτηκε ακατάπαυστα, διχασμένος ανάμεσα στα έργα (την ηθική) και στην πίστη (τη θρησκεία). Υπό την επίδραση του χριστιανισμού, παρά τις πολλές προσπάθειες να συμφιλιωθούν η πίστη και η αγάπη, η θρησκεία, στην πραγματικότητα και στην ιστορία, προτίμησε την πίστη από τα έργα. Η αρχή της αυτοσυντήρησης ήταν σε δράση.
Η δυτική ιστορία δείχνει ότι, αναπόφευκτα, το σημαντικό κριτήριο για να κριθεί ένας άνθρωπος ήταν όχι το αν κάνει καλές πράξεις αλλά το αν είναι χριστιανός. Μόνο μετά τα μέσα του 20ού αιώνα η Δύση έφτασε στο σημείο να επιδιώκει να βγει από την ηθική κυριαρχίας με κέντρο τη φυλή του Αριστοτέλη και από την ηθική κυριαρχίας με κέντρο τη θρησκεία, για να δεχτεί μια καθολική ηθική ανεξάρτητη από φυλή ή θρησκεία. Ευτυχώς. Η κληρονομιά όμως μιας ηθικής κυριαρχίας που ασκήθηκε για πολύ καιρό παραμένει βαρύ φορτίο, γιατί έχει διαποτίσει ως την τελευταία γωνιά τη δυτική φιλοσοφία και τα δυτικά συστήματα σκέψης.
Πολλοί δυτικοί φιλόσοφοι υποστήριξαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα ότι οι Δυτικοί, βιολογικά ανώτεροι από τους ανθρώπους της Ανατολής, κατέληξαν να έχουν έναν ανώτερο πολιτισμό. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα χρειαζόταν πια να αναζητήσουμε την αιτία. Θα αρκούσε να δεχτούμε ότι οι Δυτικοί ήταν βιολογικά ανώτεροι από τους ανθρώπους της Ανατολής και ότι έτσι ο δυτικός πολιτισμός έγινε ανώτερος από τον ανατολικό. Αν όμως οι άνθρωποι της Ανατολής και της Δύσης μοιράζονται, ως Homo sapiens, τα ίδια γενετικά γνωρίσματα στο ίδιο στάδιο της εξέλιξης, το ζήτημα είναι άλλο. Γιατί η διαφορά ανάμεσα στους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης δεν προέρχεται από φυλετική διαφορά. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι προέρχεται από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον του, με άλλα λόγια από το περιβάλλον, δηλαδή από τη διαφορά πολιτισμού.
Στον ανατολικό πολιτισμό, επειδή η ίδια η ηθική, χωρίς θρησκεία, είναι η καρδιά του πολιτισμού, δεν χρειάζεται να επιβληθεί μια ηθική που περιέχεται σε ένα θρησκευτικό δόγμα. Κάνει την ηθική πολιτική φιλοσοφία, διακρίνοντας τον σοφό και τον λαό του ταοϊσμού, τον ηγούμενο (τζιουντζί, 君子) και τον μετέχοντα του κομφουκιανισμού. Ο σοφός και ο ηγούμενος είναι ακριβώς η έκφραση μιας ηθικής πολιτικής. Στον δυτικό πολιτισμό, το ζήτημα της ηθικής είναι δεμένο με το ζήτημα του καλού και του κακού. Ο άνθρωπος τρώει τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού και διώχνεται από τον παράδεισο, τον κήπο της Εδέμ. Πριν τον φάει, λένε, ο άνθρωπος ζούσε χωρίς να εργάζεται στον παράδεισο της Εδέμ, μαζί με τα άλλα ζώα. Τρώγοντας όμως τον καρπό, εξορίζεται από τον παράδεισο.
Επειδή έχει πνεύμα, ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, πέφτει στην παγίδα να κυνηγά ατέλειωτα τη δική του απληστία. Όπως διηγείται η θρησκεία, ο άνθρωπος, άπαξ και αποκτήσει τον καρπό της γνώσης του καλού και του κακού, το πνεύμα, πρέπει, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, να εργάζεται ακατάπαυστα για να κυνηγά την απληστία του. Τρώγοντας τον καρπό, ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του στο πνεύμα, και, επειδή έχει πνεύμα, καταλήγει να διακρίνει το καλό από το κακό. Αν όμως σκέφτεται και ενεργεί σαν το πνεύμα να μπορούσε να διακρίνει κατά βούληση το καλό από το κακό και να κάνει ό,τι του αρέσει, παίρνει πολύ συχνά αποφάσεις που παραβιάζουν την υπόσχεσή του προς τον Θεό. Αυτό είναι το όριο του πνεύματος και η παγίδα που κρύβει. Το πνεύμα μπορεί να οδηγήσει προς το καλό την απληστία που λανθάνει στο ένστικτο, μπορεί όμως να την οδηγήσει και προς το κακό. Εδώ βρίσκεται η προειδοποίηση προς τον άνθρωπο μέσα από τον καρπό της γνώσης του καλού και του κακού. Αυτή η προειδοποίηση είναι η αναγκαιότητα της ηθικής, δηλαδή ο λόγος ύπαρξης των δέκα εντολών.
Η ιστορία όμως, πολύ συχνά, δεν δείχνει τη διδασκαλία να εφαρμόζεται αυτούσια σε θέματα ηθικής. Ανάλογα με τις συνθήκες σχηματίζονται δόγματα που καταστρέφουν την αγάπη του πλησίον. Αυτά τα δόγματα όμως τα έφτιαξε ο άνθρωπος και έχουν μόνο μια αξία περιορισμένη στον χρόνο και στον χώρο. Υπάρχουν στη θρησκεία δόγματα τυλιγμένα στην πίστη. Και ο κομφουκιανισμός έχει τα δόγματά του, όπως τους αυστηρούς κανόνες της λατρείας των προγόνων. Ο βουδισμός υιοθέτησε δόγματα ξένα προς την αρχική του διδασκαλία, όπως η κόλαση και ο παράδεισος. Τα δόγματα όμως δεν μπορούν να σκεπάσουν την αγάπη του πλησίον. Γι’ αυτό η αγάπη του πλησίον είναι ακόμη πιο αναγκαία:
Γι’ αυτό δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο Αντίχριστος (anti-Christ) είναι εκείνος που καταδιώκει έναν τίμιο και δίκαιο άνθρωπο μόνο επειδή οι απόψεις του διαφέρουν, επειδή το πιστεύω του ή το δόγμα του διαφέρουν. 326
Οι δέκα εντολές του Μωυσή φτιάχτηκαν όταν οι Ιουδαίοι ίδρυαν και ανύψωναν το έθνος τους, δηλαδή όταν μπορούσαν να διεκδικούν τη δικαιοσύνη. Αυτό οφειλόταν σε ένα περιβάλλον όπου η επιμονή μόνο στην πίστη μπορούσε να βοηθήσει στην επιβίωση. Στην εποχή όμως που έζησε ο Ιησούς, οι Ιουδαίοι δεν βρίσκονταν σε θέση να διεκδικούν τη δικαιοσύνη. Ο ιουδαϊκός λαός είχε κατακτηθεί από τη Ρώμη. Και, επειδή η ελληνιστική σκέψη είχε τότε διαδοθεί στη Μεσόγειο, και ο ιουδαϊσμός χρειαζόταν να διευρύνει το βλέμμα του από τον ιουδαϊκό λαό στους ανθρώπους όλου του κόσμου. Αυτή ήταν η αιτία της γέννησης του χριστιανισμού.
Την εποχή του Ιησού, ο ελληνισμός έγινε το πνεύμα της εποχής. Ο ελληνισμός είναι η ελληνική σκέψη που διαδόθηκε στον μεσογειακό κόσμο. Γεννήθηκε μετά τις κατακτήσεις της Αιγύπτου, της Περσίας και της Ινδίας από τον Μέγα Αλέξανδρο. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, οι στρατηγοί του ίδρυσαν πολλά βασίλεια γύρω από τη Μεσόγειο, στην Περσία, στην Αίγυπτο και σε ένα μέρος της Ινδίας, και ο ελληνισμός γεννήθηκε από την απορρόφηση των πολιτισμών των κατακτημένων χωρών από τον ελληνικό πολιτισμό. Γεωπολιτικά, ο ελληνισμός πήρε έναν έντονο κοσμοπολιτικό χαρακτήρα, και συνέπεσε με την εποχή όπου διαδιδόταν η θεωρία του φανερωμένου, που επιδιώκει την απόλυτη αλήθεια, με εκπροσώπους τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Και ο χριστιανισμός γεννήθηκε τη στιγμή που ο Θεός έπρεπε να αφήσει τον φυλετικό χαρακτήρα του ιουδαϊσμού για να απλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε αυτές τις συνθήκες, δεν μπορούσε κανείς να διεκδικεί μια δικαιοσύνη του «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος», όπως στον νόμο του Μωυσή. Δεν μπορούσε παρά να βγει από εκεί μια νέα ηθική: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», «αν σε χτυπήσουν στο δεξί μάγουλο, γύρισε και το αριστερό», «σε όποιον θέλει να σου πάρει τον χιτώνα, δώσε και το πανωφόρι σου». Μπορούμε να δούμε στον Ιησού κάποιον που είχε συλλάβει τη σχετικότητα του νόμου και καλούσε να τον ξεπεράσουμε. «Ο Ιησούς στάλθηκε όχι για να διαφυλάξει ένα έθνος και να θεσπίσει τους νόμους του, αλλά για να διδάξει τον έναν και μοναδικό καθολικό νόμο». 327 Στην Παλαιά Διαθήκη, με την εντολή του Θεού, όποιος εργάζεται την ημέρα του Σαββάτου πρέπει να θανατωθεί. Ο Ιησούς όμως έκανε σαφές ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο. Η αξία του Ιησού βρίσκεται σε τούτο: μέσα σε ένα ρεύμα που διεκδικούσε την ιουδαϊκή δικαιοσύνη για να διαφυλάξει ένα φυλετικό κράτος, και στο απόγειο της ρωμαϊκής δύναμης, όπου η ισχύς ίσχυε για δίκαιο, ανακάλυψε, μόνος, μια ηθική που υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
«Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι; Κι αν είμαι μόνο για τον εαυτό μου, τι είμαι;» Η απάντηση σε αυτό το αινιγματικό ερώτημα του Ταλμούδ δεν δόθηκε από τον Ιησού; Και ο Κομφούκιος προτείνει μια απάντηση, που εκφράζει την ίδια σκέψη με τον Ιησού: «Δεν μπορώ να ζω κοπαδιαστά με τα πουλιά και τα θηρία. Αν δεν είμαι κάποιος που ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, τι είμαι;» (Ανάλεκτα 18:6) Ο κομφουκιανισμός, απαιτώντας τρία χρόνια πένθους μετά τον θάνατο ενός γονιού, προκάλεσε πολλές διαμάχες. Χωρία που απαιτούν τρία χρόνια πένθους υπάρχουν και στα Ανάλεκτα. Το ρεν (仁) όμως του Κομφούκιου δεν διαφέρει σε τίποτα από την αγάπη του πλησίον του Ιησού, την αγάπη του Σαμαρείτη (Samaritan Love). Ο Κομφούκιος διαβεβαιώνει καθαρά ότι το ρεν είναι να αγαπάς τους ανθρώπους: «Ένας μαθητής τον ρώτησε για το ρεν. Ο Κομφούκιος απάντησε: το ρεν είναι να αγαπάς τους ανθρώπους» (Ανάλεκτα 12:22, «Γιεν Γιουάν»). Ο Σίμα Νιου είπε με ανήσυχο ύφος: «Οι άλλοι έχουν όλοι αδέλφια· μόνο εγώ δεν έχω». Ο Τζε Σια είπε: «Άκουσα να λένε ότι ο θάνατος και η ζωή ανήκουν στη μοίρα και ότι ο πλούτος και οι τιμές εξαρτώνται από τον Ουρανό. Αν ο ηγούμενος είναι προσεκτικός και δεν κάνει σφάλματα, αν είναι ευγενικός και τυπικός στις σχέσεις του με τους άλλους, όλοι οι άνθρωποι ανάμεσα στις τέσσερις θάλασσες είναι αδέλφια του. Γιατί να λυπάται ο ηγούμενος που δεν έχει αδέλφια;» (Ανάλεκτα 12:5). Το βαθύ νόημα του Κομφούκιου δεν ήταν ποτέ να διδάξει μια άνευ όρων αφοσίωση και υιική ευσέβεια ούτε άκαμπτες σχέσεις πατέρα και γιου και ηγεμόνα και υπηκόου.
Αυτό που ο Κομφούκιος περιέγραψε ως την ύψιστη ιδανική κοινωνία είναι η Μεγάλη Ενότητα (大同社會), όπου «δεν θεωρεί κανείς γονείς του μόνο τους δικούς του γονείς ούτε παιδιά του μόνο τα δικά του παιδιά». 328 Και η πολιτική αποβλέπει στη Μεγάλη Ενότητα: πολιτική σημαίνει ο βασιλιάς να ενεργεί ως βασιλιάς, ο υπουργός ως υπουργός, ο πατέρας ως πατέρας και ο γιος ως γιος. 329 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Μένκιος υποστήριζε ότι ένας βασιλιάς που εγκαταλείπει τον λαό του γίνεται ένας απλός λήσταρχος (殘賊), που έσπασε τη δικαιοσύνη και το ρεν, και ότι ένας τέτοιος βασιλιάς πρέπει να ανατραπεί. Ο Μένκιος είναι ίσως ο πρώτος φιλόσοφος, στην Ανατολή όπως και στη Δύση, που υποστήριξε τα δικαιώματα του λαού απέναντι στον ηγεμόνα. Στη Δύση, μια παρόμοια φιλοσοφία εμφανίζεται μόνο με τον Λοκ και τον Ρουσσώ, τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Ο Μένκιος τόνιζε τη σημασία της πολιτικής και την ευθύνη του ηγεμόνα: όπως δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να σκοτώσεις έναν άνθρωπο με ένα ραβδί και στο να τον σκοτώσεις με μια λεπίδα, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να τον σκοτώσεις με μια λεπίδα και στο να τον σκοτώσεις με κακή διακυβέρνηση.330 Ελάχιστοι Δυτικοί κατάλαβαν το αληθινό νόημα του Κομφούκιου. Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν μόνο ως κάποιον που κήρυττε μια ξεπερασμένη λατρεία των προγόνων.331
Η βουδιστική συμπόνια έναντι της νιρβάνα
Οι μεγάλες μεταναστεύσεις των λαών, που έριξαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μαζί της τον αρχαίο δυτικό πολιτισμό, δεν περιορίστηκαν στην Ευρώπη. Και στην Κίνα, την ίδια εποχή, «βάρβαροι» εισέβαλαν μαζικά στη χώρα και κατέλαβαν όλη της την επικράτεια, ενώ εισέρρεε ένας ξένος πολιτισμός, ο βουδισμός· για περίπου τριακόσια χρόνια, από τον 3ο ως τον 6ο αιώνα, στη λεγόμενη εποχή των Έξι Δυναστειών (六朝), η Κίνα γνώρισε τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της, όχι μόνο πολιτική αλλά και πολιτισμική. Ήταν μια μεγάλη κρίση, συγκρίσιμη με την πτώση των Τσινγκ και με την εισροή του δυτικού πολιτισμού που θα γνώριζε η Κίνα περίπου 1.500 χρόνια αργότερα.
Αν ο ανατολικός πολιτισμός ήταν, όπως ο δυτικός, ένας πολιτισμός του φανερωμένου, ή αν ο βουδισμός, αντί να περιορίζεται στην ηθική, ήταν ένας συνολικός πολιτισμός που αγκάλιαζε όλες τις όψεις του πολιτισμού, πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, όπως ο δυτικός ή ο ανατολικός πολιτισμός, η κινεζική αυτοκρατορία ίσως να είχε χαθεί όπως η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Κίνα όμως δεν αρκέστηκε να αναγεννηθεί ως κράτος και να ιδρύσει τη δυναστεία Τανγκ: «σινοποίησε» τον βουδισμό, άντλησε από αυτόν μια νέα ενέργεια χωρίς να χάσει την ουσία του κινεζικού πολιτισμού και γνώρισε και μια πολιτισμική αναγέννηση. Έτσι η Κίνα διατήρησε, για περίπου χίλια χρόνια, μια πολιτισμική και πολιτική υπεροχή απέναντι στη Δύση.
Ποια επίδραση είχε στην Κίνα ο βουδισμός, που έκανε δυνατή την αναγέννηση του κινεζικού πολιτισμού; Και, αντίστροφα, ποια επίδραση είχε ο κινεζικός πολιτισμός στον βουδισμό; Τι σημαίνει η φράση ότι «ο βουδισμός σινοποιήθηκε περισσότερο απ’ όσο η Κίνα βουδοποιήθηκε»; Πώς να το εξηγήσουμε υπό το φως του χωρισμού ή της αρμονίας πνεύματος και σώματος, που πήραμε ως κριτήριο διάκρισης των πολιτισμών, δηλαδή των πολιτισμών του φανερωμένου και των πολιτισμών του αφανέρωτου; Η παραδοσιακή ινδική θρησκεία, ο βραχμανισμός, χωρίζει, όπως ο ιουδαϊσμός του Μωυσή, το πνεύμα από το σώμα. Ο Βράχμα (Brahma), στην ινδική θρησκεία, αντιστοιχεί στον Θεό των εξ αποκαλύψεως θρησκειών· και οι δύο είναι υπερφυσικοί. Αυτό εκφράζει καλά η Ουπανισάδ (Upanishad).
Από άγνοια, ο άνθρωπος τυλίγει τον αληθινό του εαυτό και παίρνει το περίβλημα της ύλης για τον εαυτό του· ξεπερνώντας το, γίνεται ένα με το Βράχμαν, που είναι καθαρή μακαριότητα.332
Στην Ινδία, το πνεύμα (Άτμαν, Atman), χωρισμένο από το σώμα, πασχίζει να φτάσει στο Βράχμαν, και, σε αυτή την προσπάθεια προς ένα απρόσιτο Βράχμαν, το σώμα είναι βάρος. Από εκεί, δεν μπορεί κανείς παρά να βγει από το σώμα. Ο Βούδας σόκαρε και τρόμαξε τους πέντε συντρόφους του όταν αρνήθηκε να συνεχίσει τις ασκήσεις του και ζήτησε την τροφή των κοινών ανθρώπων. Είχε καταλάβει ότι κάθε αλήθεια που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος μπορεί να την φτάσει ένας καλά θρεμμένος εγκέφαλος σε ένα υγιές σώμα. Μια τέτοια σκέψη ήταν εντελώς νέα και ξένη σε εκείνη την εποχή και σε εκείνη τη χώρα.333 Αυτό που ένιωσε ταυτόχρονα ο Βούδας, που είχε κατανοήσει την αρμονία πνεύματος και σώματος, είναι φυσικά ότι εσύ κι εγώ δεν μπορούμε να χωριστούμε και πρέπει να είμαστε σε αρμονία: αυτό εμφανίζεται στην ιδέα της συμπόνιας.
Μια ρεαλιστική στάση, συγκεντρωμένη σε αυτή την ιδέα της συμπόνιας, τονίζεται στον βουδισμό του Βούδα. Το ότι ο Βούδας απέρριψε την υπερβατική στάση του παραδοσιακού ινδουισμού, δηλαδή τη μεταφυσική του κλίση, και έδωσε προτεραιότητα στα πραγματικά προβλήματα της ζωής, στα προβλήματα του εσύ και του εγώ, το δείχνει καλά ένα επεισόδιο που αναφέρεται στη Μαζζίμα Νικάγια (Majjhima Nikāya). Στον Μαλουνκιαπούττα (Māluṅkyaputta), που ζητούσε εξηγήσεις για ζητήματα παρόμοια με τις μεταφυσικές αντινομίες του Καντ, είναι ο κόσμος αιώνιος ή όχι, είναι άπειρος ή πεπερασμένος, είναι η ψυχή και το σώμα ταυτόσημα ή χωριστά, ζει ακόμη ο Τέλειος (聖者) μετά τον θάνατο ή απλώς παύει να υπάρχει, ο Βούδας απαντά ως εξής.
Μαλουνκιαπούττα, η θρησκευτική ζωή δεν εξαρτάται από το δόγμα ότι ο κόσμος είναι αιώνιος ή όχι. Είτε υπάρχει ένα τέτοιο δόγμα είτε όχι, μένουν η γέννηση (生), τα γηρατειά (老), ο θάνατος (死), η λύπη (哀), οι θρήνοι (悲嘆), η δυστυχία και η απόγνωση, τα βάσανα αυτής της ζωής των οποίων την εξάλειψη διδάσκω·····.334
Ο βουδισμός, σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό ή τον βραχμανισμό, δεν θέτει αντίθεση ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη. Η δραστηριότητα του πνεύματος νοείται ως μια ανθρώπινη λειτουργία ανάμεσα σε άλλες, όπως η δραστηριότητα οποιουδήποτε άλλου μέρους του σώματος. Ο Βούδας δεν κηρύττει για το άτμαν, καρδιά του βραχμανισμού. Ούτε εξηγεί κάποια μόνιμη και αμετάβλητη μεταφυσική ουσία. Ο Βούδας, όπως ο Κομφούκιος, θεωρούσε τον εαυτό του απλώς άνθρωπο. Δεν στηρίζονταν στη δύναμη του Θεού ή κάποιου υπερβατικού όντος. Ο βουδισμός, όπως ο κομφουκιανισμός, εξηγεί μόνο πώς να βελτιωθεί αυτός ο κόσμος και πώς μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Με αυτή την έννοια, ο βουδισμός, όπως ο ταοϊσμός και ο κομφουκιανισμός, δεν είναι θρησκεία του φανερωμένου αλλά ηθική φιλοσοφία θεμελιωμένη στο αφανέρωτο. Το να δημιουργείς ένα απόλυτο ή υπερβατικό ον και να ταυτίζεσαι μαζί του προέρχεται τελικά από μια εγωιστική ιδέα αυτοσυντήρησης, και είναι το πρώτο βήμα στον δρόμο που χωρίζει εμένα από εσένα.
Στην ψυχολογία κάθε ατόμου υπάρχουν δύο ρίζες: το ένστικτο της αυτοπροστασίας και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Για να προστατευτεί, ο άνθρωπος κατέληξε να αναζητά τον Θεό. Για να διατηρηθεί, ο άνθρωπος φαντάστηκε ένα άτμαν που ζει αιώνια, δηλαδή την αθανασία της ψυχής. Μέσα στην άγνοια, στην αδυναμία, στον φόβο και στην επιθυμία, ο άνθρωπος πιστεύει σε αυτά τα δύο, παρηγοριέται με αυτά και καθησυχάζει. Γι’ αυτό ο άνθρωπος γαντζώνεται από αυτά και δείχνει γι’ αυτά ένα φανατικό πάθος.335
Το να απορρίπτεις τη διαίρεση ενστίκτου και πνεύματος της εποχής του Βούδα και να αρνείσαι τη διαφορά ανάμεσα σε εμένα και σε εσένα είναι μια αληθινά επαναστατική στάση. Ο Βούδας, όπως ο Ιησούς, φαίνεται να είχε προβλέψει ότι η διδασκαλία του θα προσέκρουε σε μεγάλη αντίθεση. Ο Βούδας, που αντιτασσόταν στη μεταφυσική σκέψη, προειδοποιούσε απέναντι στη στάση της αυτοδικαίωσης που η μεταφυσική σκέψη συχνά συνάγει ως συμπέρασμα.
Δεν είναι σωστό εκείνος που αγαπά την αλήθεια να συμπεραίνει, με αυτοδικαίωση, ότι μόνο αυτό είναι η αλήθεια και ότι όλα τα άλλα είναι ψέμα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μια πεποίθηση. Αν λέει: «Αυτή είναι η πεποίθησή μου», λέει την αλήθεια. Δεν πρέπει όμως να πάει πιο πέρα και να υιοθετήσει την απόλυτη θέση ότι μόνο η δική του πεποίθηση είναι σωστή. Κανείς δεν είναι σε θέση να πει ότι μόνο αυτό είναι η αλήθεια και ότι όλα τα άλλα είναι ψέμα.336
Διακόπτοντας με το έθιμο των ασκήσεων και αρνούμενος την ύπαρξη του άτμαν, ο Βούδας απέρριψε τον χωρισμό πνεύματος και σώματος. Απορρίπτοντας τον βραχμανισμό, ο Βούδας απέρριψε τον χωρισμό του εσύ και του εγώ. Η διδασκαλία του Βούδα στηρίζεται σε μια βαθιά φιλοσοφία που ταυτίζει τον άλλον με τον εαυτό (彼我). Θεωρούσε ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να κυβερνώνται από τη συμπόνια πριν από οτιδήποτε άλλο. Σε αυτό, η ιδέα της συμπόνιας του Βούδα μοιράζεται την ουσία της με το ρεν (仁) του Κομφούκιου, την αγάπη του Ιησού και την αδελφοσύνη του Μωάμεθ. Όπως ο Ιησούς και ο Κομφούκιος, ο Βούδας δεν άφησε γραπτή διδασκαλία. Οι διδασκαλίες του ανακλήθηκαν στη μνήμη και συγκεντρώθηκαν από Ινδούς στη διάρκεια των τριακοσίων ως επτακοσίων χρόνων που ακολούθησαν τον θάνατό του.337 Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το αληθινό από το ψεύτικο ανάμεσα στην ουσία της διδασκαλίας του Βούδα και σε όσα μετέδωσαν οι μαθητές του.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ο λαϊκός βουδισμός κατέληξε να δίνει μεγάλη σημασία στη νιρβάνα (nirvana· το nir σημαίνει το μηδέν, το κενό, και το vā την πνοή, 氣). Η νιρβάνα είναι η κατάσταση που επιτυγχάνεται όταν η φωτιά έχει σβήσει: τα πάθη και οι προσκολλήσεις έχουν σβήσει ολοκληρωτικά. Όταν ο άνθρωπος μπαίνει στη νιρβάνα, λένε, σπάει ολοκληρωτικά την αλυσίδα του πόνου και των αναγεννήσεων και φτάνει στην απελευθέρωση. Πολλοί πιστεύουν ότι η νιρβάνα είναι η καρδιά του βουδισμού. Και ορισμένοι πιστεύουν στον βουδισμό για να φτάσουν οι ίδιοι στη νιρβάνα, νομίζοντας ότι ο Βούδας την έφτασε. Ο Βούδας όμως μίλησε λίγο για τη νιρβάνα. Εκτός από το να την ορίσει ως το μηδέν (無) ή το κενό (空), έδωσε λίγες εξηγήσεις. Η νιρβάνα ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με τον χριστιανικό παράδεισο και την ευτυχία των Ελλήνων. Έχει τη γοητεία της, τελικά όμως είναι μια μεταφυσική έκφραση και ένα μεταφυσικό σημείο αναφοράς.
Όλοι οι μεγάλοι στοχαστές της ανθρωπότητας κατέληξαν στο ότι το θεμέλιο της ανθρώπινης ηθικής είναι η «αγάπη του πλησίον». Η ηθική της αγάπης του πλησίον που μας άφησαν ο Βούδας, ο Κομφούκιος, ο Ιησούς και ο Μωάμεθ είναι η σύντμηση της διατύπωσης «αγάπα τον πλησίον σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου» (love your neighbor as you love yourself). Η αγάπη του πλησίον γίνεται τελικά η μία και μοναδική ηθική της ανθρωπότητας: «Η Καινή Διαθήκη διδάσκει ότι όλος ο νόμος ανάγεται σε έναν μόνο νόμο: “Αγάπα τον πλησίον σου”». 338 «Ας το επαναλαμβάνουμε ο ένας στον άλλον, μέρα με τη μέρα: η ηθική είναι μία και προέρχεται από τον Θεό· τα δόγματα διαφέρουν και είναι έργο των ανθρώπων».339 Κι όμως, πολλοί παρανοούν ακόμη αυτή την ηθική, που εξηγήθηκε τόσο καθαρά πριν από τόσο καιρό. 340
Ζούμε ακόμη μέσα στην παρανόηση των διδασκαλιών του Κομφούκιου και του Ιησού. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει μόνος. Ό,τι κι αν κάνουμε, η πράξη για τον εαυτό και η πράξη για τον άλλον δεν μπορούν παρά να είναι αναμεμειγμένες. Το ρεν (仁) σημαίνει μια σχεσιακή αγάπη του πλησίον. Στα Ανάλεκτα, ο Κομφούκιος ρωτά: «Δεν μπορεί κανείς να ζει παρέα με τα πουλιά και τα θηρία. Αν όχι με τους ομοίους μου, με ποιον θα είμαι;» Και το Ταλμούδ ρωτά: «Αν δεν είμαι εγώ για τον εαυτό μου, ποιος θα είναι; Κι αν είμαι μόνο για τον εαυτό μου, τι είμαι;» Η απάντηση έχει ήδη δοθεί.
Επειδή ο Βούδας δεν αναζητούσε την ατομική σωτηρία, η νιρβάνα δεν μπορεί να είναι η ουσία της διδασκαλίας του. Ο Βούδας λαχταρούσε την απελευθέρωση και τη σωτηρία όλων των όντων. Αν η νιρβάνα σημαίνει «την ατομική σωτηρία», «την αποκοπή της επιθυμίας», «το σβήσιμο της δίψας», «την απελευθέρωση από το μίσος», «τη διαφυγή από την πλάνη», «μια κατάσταση τέλειας σοφίας», «τη διάσωση» κ.λπ., δεν διαφέρει από την κατάσταση όπου, στον βραχμανισμό, το άτμαν γίνεται ένα με τον Βράχμα. Σε αυτή την περίπτωση, ο βουδισμός δεν διαφέρει πια από τον βραχμανισμό.
Ο Γκαουτάμα (Gautama) είπε: Είναι πραγματικά δύσκολο να κηρύξεις στους κοινούς ανθρώπους. Προσκολλώνται σε χυδαίες δεισιδαιμονίες και ακολουθούν πρόθυμα ό,τι τους ψιθυρίζουν τα συναισθήματά τους.342
Η γη της Ινδίας δεν υποδέχτηκε τότε τον Γκαουτάμα. Ούτε σήμερα υποδέχεται τον Βούδα. Ο βραχμανισμός, ύστερα από μια σύντομη υποχώρηση, επέστρεψε δριμύτερος (捲土重來) και ρίζωσε πιο σταθερά από ποτέ στη γη της Ινδίας. Το ίδιο ισχύει και για τον Ιησού. Η Γαλιλαία ήταν εχθρική στον Ιησού. Ούτε σήμερα τον υποδέχεται. Ο ιουδαϊσμός ξανακατέκτησε τη Γαλιλαία πιο σταθερά από πριν. Φαίνεται ότι οι προφήτες είναι προορισμένοι να διώκονται στην πατρίδα τους. Οι απόστολοι του Ιησού τύλιξαν τη διάφανη διδασκαλία του, «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», με κάθε λογής μύθους και δόγματα. Οι μαθητές του Γκαουτάμα έκαναν το ίδιο. Επινόησαν τον μύθο της νιρβάνα και τύλιξαν μαζί του την αληθινή διδασκαλία του Βούδα, τη συμπόνια.
Ο Βούδας στράφηκε ενάντια στον βραχμανισμό επειδή η κατάσταση νιρβάνα για την οποία μιλούσε εκείνος, όπου το άτμαν και ο Βράχμα γίνονται ένα (Brahmanic Nirvana), σήμαινε μια ψυχρή και άνυδρη ατομική σωτηρία, χωρίς κανέναν σεβασμό για τον άλλον. Ο Βούδας κατηγόρησε κάποτε τους βραχμάνους ιερείς ότι δεν εργάζονταν για την απελευθέρωση των όντων και δεν είχαν καμία συμπόνια για τον άλλον. Γι’ αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε τη νιρβάνα σε σχέση με τη συμπόνια για τον άλλον. Η νιρβάνα που δίδασκε ο Βούδας δεν μπορούσε να επιτευχθεί από κάποιον μόνο του. Είναι μια νιρβάνα που επιτυγχάνεται μέσα από τους άλλους.
Στην καθημερινή ζωή των Ινδών της εποχής του, ο Βούδας είδε την ντούκα (苦: τον πόνο και την αγωνία). Και, για να εξαλείψει αυτόν τον πόνο, επιδίωξε να εξαλείψει την επιθυμία. Γι’ αυτό ο Βούδας κήρυττε τη νιρβάνα ως το μηδέν (無) ή το κενό (空). Η ανθρώπινη καρδιά όμως δεν μπορεί να μείνει μηδέν ή κενό. Ο νόμος «Η φύση απεχθάνεται το κενό» (Nature abhors vacuum) ισχύει και για την ανθρώπινη καρδιά. Όταν ξεριζώνουμε από την ανθρώπινη καρδιά τις κακές επιθυμίες που προκαλούν το μίσος, τον φθόνο, τη διαμάχη και τη διχόνοια, κάτι άλλο πρέπει να πάρει τη θέση τους. Ο Βούδας θεωρούσε ότι αυτή η θέση πρέπει να γεμίσει ακριβώς με τη συμπόνια.343 Όταν οι αρνητικές επιθυμίες εξαφανίζονται από την ανθρώπινη καρδιά και αυτή γεμίζει με μια θετική και γόνιμη επιθυμία, δηλαδή με τη συμπόνια, τότε ο άνθρωπος καταλήγει να έχει το αίσθημα ότι δεν ξεχωρίζει πια από τους άλλους.
Η νιρβάνα, λοιπόν, μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη σχέση του εαυτού με τον άλλον, δηλαδή μέσα από τη συμπόνια. Η νιρβάνα είναι αχώριστη από τη συμπόνια. Η νιρβάνα είναι η ολοκληρωμένη συμπόνια, και η καθαρή συμπόνια είναι η νιρβάνα. Η ίδια η στιγμή όπου, μέσα σε αυτή την επίγνωση, κάνει κανείς την εμπειρία της ενότητας του εσύ και του εγώ και, πέρα από αυτό, της ενότητας του εαυτού με τη φύση και με το σύμπαν, είναι η στιγμή όπου κάνει την εμπειρία της νιρβάνα.344 Σύμφωνα με τον βουδιστικό θρύλο, ο Βούδας έκανε την εμπειρία αυτής της κατάστασης στα τριάντα πέντε του χρόνια. Και θέλησε να την κάνει γνωστή σε όλα τα όντα.
2) Πώς μπορούν η λατρεία του Θεού και η αγάπη του πλησίον να αποφύγουν την αντίφαση;
Στο ερώτημα «Γιατί ζούμε;», μια απλή απάντηση μπορεί να είναι η αφοσίωση στην πρόοδο. Η επιδίωξη ενός οράματος μπορεί να είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να βρεις νόημα στη ζωή. Η πρόοδος καταλήγει να αποβλέπει σε ένα όραμα που επιδιώκει το πνεύμα μπαίνοντας μπροστά. Η επιδίωξη ενός οράματος είναι το σήμα του δυτικού πολιτισμού, από την εξ αποκαλύψεως θρησκεία ως την εποχή των ιδεολογιών του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα είναι ότι, υπό το φως της ιστορίας, κάθε επιδίωξη ενός οράματος αποτυγχάνει να φτάσει τον σκοπό που είχε αρχικά θέσει. Ταυτόχρονα, η ηθική χάνεται στον δρόμο. Το όραμα που προτείνουν η εξ αποκαλύψεως θρησκεία ή η ιδεολογία συνίσταται στο να διαδοθεί και να ακολουθηθεί το δόγμα του Θεού ή η μεταφυσική αλήθεια, και, όταν εφαρμόζεται ενεργά, δεν μπορεί παρά να πληγώσει την αγάπη του πλησίον. Προκαλεί αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε σύγκρουση ηθικής και οράματος.
Ο κομφουκιανισμός και ο χριστιανισμός δεν διαφέρουν στο ότι προτείνουν μία και την αυτή ηθική, την αγάπη του πλησίον. Ανάμεσα όμως στον Κομφούκιο και στον Ιησού, τα Ανάλεκτα και η Βίβλος δείχνουν μια καθαρή διαφορά. Στον Κομφούκιο, η διδασκαλία είναι σαφής και ξεκάθαρη. Ο Κομφούκιος δεν αναγνώριζε καμία άλλη αξία που να εμποδίζει τη θεμελίωση των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Μένει προσηλωμένος σε έναν βαθύ ανθρωπισμό, σύμφωνα με τον οποίο το ρεν (仁) μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την ανθρώπινη προσπάθεια. Με άλλα λόγια, ενδιαφέρεται από την αρχή ως το τέλος μόνο για τον πραγματικό κόσμο και αρνείται κάθε ρόλο ή κάθε ύπαρξη στον άλλον κόσμο, στον θάνατο ή στον Θεό. Η διδασκαλία του Κομφούκιου «Όταν πρόκειται για το ρεν, δεν υποχωρείς ούτε στον δάσκαλό σου» (Ανάλεκτα 15:35, «Γουέι Λινγκ Γκονγκ») σημαίνει αυτό. Το νόημα του ρεν είναι ότι πρέπει να συναντήσεις έναν καλό δάσκαλο ή καλούς συντρόφους και να το κατανοήσετε μαζί· το ρεν δεν πραγματώνεται ούτε με τη διδασκαλία των Γραφών, ούτε με το παραγέμισμα από έναν δάσκαλο, ούτε με την εντολή ή τον καταναγκασμό του Θεού. Η μοναδική ηθική που προτείνει η Ανατολή στην ανθρώπινη κοινωνία εκφράζεται καλά και, στην πολιτική ηθική, στη φιλοσοφία του ηγούμενου που «συνεργάζεται χωρίς να είναι ίδιος»: «Ο ηγούμενος συνεργάζεται χωρίς να είναι ίδιος. Ο μετέχων είναι ίδιος αλλά δεν συνεργάζεται» (Ανάλεκτα 13:23).
Στον Ιησού όμως, η διδασκαλία που άφησαν οι μαθητές του δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο στον Κομφούκιο. Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, παίρνει μια θέση που νοιάζεται γι’ αυτόν τον κόσμο και για τον άλλον, για τη ζωή και τον θάνατο, για τους ανθρώπους και για τον Θεό. Τα διδάγματά του συνοψίζονται σε δύο: την πίστη και την αγάπη. Ο χριστιανισμός επιβεβαίωσε τη θέση του με έναν ρητό νόμο: «Ο νόμος του Θεού είναι διπλός. Ο πρώτος είναι να λατρεύεις τον Θεό, και ο δεύτερος να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Μάρκ. 12:30-31, Ματθ. 22:36-40). Ταυτόχρονα, η διδασκαλία της αγάπης του πλησίον, «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», μεταδίδεται καθαρά από τον απόστολο Ιάκωβο: «η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή… ο άνθρωπος δικαιώνεται από τα έργα και όχι μόνο από την πίστη» (Ιακ. 2). Τελικά, ο χριστιανισμός έχει δύο απόλυτες διδασκαλίες: την αγάπη του πλησίον και τη λατρεία του Θεού. Διδάσκει ταυτόχρονα την ηθική και την πίστη.
Ιστορικά όμως, η «αγάπη του πλησίον» (love your neighbor) και η «λατρεία του Θεού» (obey your God) συγκρούστηκαν πάρα πολλές φορές.
Το ότι η πίστη και η ηθική δεν μπορούν παρά να προδίδουν η μία την άλλη είναι γνώρισμα του πολιτισμού του Θεού. Αν υπάρχει ένας μόνο δρόμος ώστε η πίστη (ο νόμος) και η ηθική (η αγάπη) να μην αντιφάσκουν, είναι να πιστέψουμε ότι το «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» είναι ο ένας και μοναδικός νόμος του Θεού. Σε αυτή την περίπτωση, η ηθική και η πίστη γίνονται ένα και το αυτό, και η ηθική γίνεται απόλυτη, κάτι που δεν πρέπει να παραμερίζεται σε καμία περίπτωση. Η πίστη όμως ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά απέχει πολύ από τον ορισμό της πίστης που είχαν οι Δυτικοί, γιατί είναι μια διακήρυξη ότι η ηθική προηγείται της πίστης. Πράγματι, ακόμη και ο απόστολος Παύλος, που έπαιξε τον κεντρικό ρόλο στη διάδοση του χριστιανισμού, σπέρνει σύγχυση υπερασπιζόμενος άλλοτε την πίστη και άλλοτε την αγάπη:
Η πίστη: «Αναγνωρίζουμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται όχι με τα έργα του νόμου αλλά με την πίστη» (Ρωμ. 3)
Η αγάπη: «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α΄ Κορ. 13)
Αυτά τα δόγματα φαίνεται ότι γεννήθηκαν στη διάρκεια της διάδοσης του χριστιανισμού. Πολλοί στοχαστές έγραψαν ότι ο νόμος του Θεού που είναι καταγραμμένος στην Παλαιά Διαθήκη είναι ένας νόμος που φαντάστηκαν οι άνθρωποι (ή που πίστευαν ότι τον έλαβαν από τον Θεό με αποκάλυψη), τυλιγμένος με θαύματα. Πράγματι, υπάρχουν διαφορές όχι μόνο ανάμεσα στην ιστορική ζωή του Ιησού και στη ζωή του Ιησού στην Καινή Διαθήκη όπως την κατέγραψαν οι απόστολοι, αλλά και ανάμεσα στις ζωές του Ιησού που ζωγράφισαν οι ίδιοι οι απόστολοι. Όπως ο χριστιανισμός πράγματι άλλαξε πολλές φορές στην ιστορία, λατρεύοντας για παράδειγμα την Παρθένο Μαρία υπό την επίδραση της λατρείας της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδας (Isis) ή της ελληνικής θεάς Άρτεμης, χωρίς σχέση με τη διδασκαλία του Ιησού345, έτσι και τα Ευαγγέλια, καθώς ο χριστιανισμός διαδιδόταν σε κάθε περιοχή της Μεσογείου, φαίνεται ότι υιοθέτησαν πολλές τοπικές δοξασίες και μύθους:
Για να μην ενοχλήσει το νέο δόγμα τα αυτιά, οι απόστολοι το προσάρμοσαν όσο μπορούσαν στα γούστα των ανθρώπων της εποχής τους και έχτισαν το δόγμα τους πάνω στα πιο γνωστά και πιο αποδεκτά θεμέλια εκείνης της εποχής 346
Πράγματι, παρά τον σημαντικό ρόλο του Ιησού σε θέματα ηθικής, ο χριστιανισμός, όπως τον δείχνει η ιστορία, ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο αποστολές: «να λατρεύεις τον Ιεχωβά με όλη σου την καρδιά και με όλη σου τη δύναμη» και «να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Η αγάπη του πλησίον είναι η μία και μοναδική ηθική της ανθρωπότητας, κάθε ομολογία όμως και κάθε σώμα έδειξε ότι ακολουθούσε τη δική του αρχή αυτοσυντήρησης μάλλον παρά την αγάπη του πλησίον. Το παπικό δόγμα «Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία» δείχνει ότι η αρχή της αυτοσυντήρησης υπερισχύει της αγάπης του πλησίον. Το ίδιο ισχύει για τις ομολογίες μέσα στον χριστιανισμό. Ο ιστορικός χριστιανισμός ίδρυσε ομολογία πάνω σε ομολογία. Η καθεμιά, για τη δική της διατήρηση, πρόβαλλε διαφορετικές μορφές και ισχυριζόταν ότι είχε δίκιο. Ο Βολταίρος το επισήμανε:
Κάθε αίρεση, οποιουδήποτε είδους κι αν είναι, είναι το σημείο συνάντησης της αμφιβολίας και της πλάνης. Σκωτιστές, θωμιστές, ρεαλιστές, νομιναλιστές, παπικοί, καλβινιστές, μολινιστές, γιανσενιστές δεν είναι παρά πολεμικά ψευδώνυμα. Δεν υπάρχει αίρεση στη γεωμετρία· δεν λέει κανείς «ένας ευκλείδειος», «ένας αρχιμήδειος». Όταν η αλήθεια είναι προφανής, είναι αδύνατον να ξεσηκωθούν κόμματα και φατρίες. Ποτέ δεν φιλονίκησε κανείς για το αν είναι μέρα το μεσημέρι. 347
Αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην πίστη και στην ηθική δεν συμβαίνει στον ανατολικό πολιτισμό του Ντάο. Γιατί δεν υπάρχει θέση για ένα απόλυτο ον δημιουργό της φύσης, και η ίδια η φύση, ως Ντάο, γίνεται το στήριγμα της πιο σημαντικής ηθικής για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό, στον πολιτισμό του Ντάο, το ρεν (仁), δηλαδή η αγάπη του πλησίον, έγινε δεκτό αυτούσιο, φιλοσοφικά, ως η ύψιστη ηθική. Αν αναλυθεί, το ιδεόγραμμα 仁 σημαίνει «δύο άνθρωποι». Με άλλα λόγια, δεν αναγνωρίζει καμία εξουσία ούτε κανένα δόγμα που να μπορεί να παρεμβαίνει στη σχέση ενός ανθρώπου με έναν άλλον. Το γνώρισμα του ανατολικού πολιτισμού του Ντάο είναι να αρνείται κάθε οντότητα ή κάθε αξία που παρεμβαίνει στην ηθική του ρεν. Η Βίβλος έχει την ίδια φιλοσοφία: «Το Σάββατο υπάρχει για τον άνθρωπο, και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο» (Μάρκ. 2:27). Το ίδιο και η σαφής διακήρυξή της για την «αγάπη του Σαμαρείτη» (Samaritan Love): να αγαπάς όλους τους ανθρώπους, όποια κι αν είναι η φυλή τους.
Στη θεοκεντρική σκέψη όμως, η εντολή ότι η προσταγή του Θεού πρέπει να προηγείται της ηθικής των οικογενειακών σχέσεων ρίζωσε πολύ βαθύτερα από ό,τι στην Ανατολή. Η σημασία του νόμου τονίζεται ακατάπαυστα στον ιουδαϊσμό και επαναλαμβάνεται στον χριστιανισμό. Μια σύγκρουση με τη χριστιανική εντολή της αγάπης του πλησίον, το δίδαγμα του Σαμαρείτη, προμηνύεται εκεί:
«Να, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου στέκονται έξω και θέλουν να σου μιλήσουν». Κι εκείνος αποκρίθηκε σε όποιον του μίλησε: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι είναι οι αδελφοί μου;» Και απλώνοντας το χέρι του προς τους μαθητές του, είπε: «Να η μητέρα μου και οι αδελφοί μου. Όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς, αυτός είναι αδελφός μου και αδελφή μου και μητέρα μου». (Ματθ. 12)
Στον πολιτισμό του Θεού, ο νόμος της λατρείας του Θεού ήταν απαραίτητος για την αυτοσυντήρηση, και η αγάπη του πλησίον, η μόνη ηθική της ανθρωπότητας, ήταν επίσης απαραίτητη. Κι όμως η ιστορία δείχνει περιπτώσεις όπου, στον δυτικό πολιτισμό, αυτές οι δύο διδασκαλίες, η θρησκεία και η ηθική, αντιφάσκουν. Πώς να αποφευχθεί η αντίφαση; Άπαξ και εκφραστεί η απόλυτη αλήθεια, πρέπει, για να προστατευτεί από την αντίφαση, να διακηρυχθεί το «αλάθητο» (infallibility) της έκφρασης. Πάνω σε αυτό το θεμέλιο η δυτική θρησκεία διακηρύσσει το αλάθητο της Βίβλου και της Εκκλησίας. Σύμφωνα όμως με τη λογική του «νταό κε νταό φέι τσανγκ νταό» (道可道非常道, το Ντάο που εκφράζεται δεν είναι το αιώνιο Ντάο), η απόλυτη αλήθεια δεν μπορεί να εκφραστεί. Η ίδια φιλοσοφία εκφράζεται στον κομφουκιανισμό. Η διατύπωση «Ο ηγούμενος δεν είναι σκεύος» (Ανάλεκτα 2:12) περιέχει την ιδέα ότι το ρεν δεν μπορεί να εκφραστεί σε μεταφυσική θεωρία. Το ουσιώδες είναι ότι το ρεν δεν διαμορφώνεται μόνο με τη μίμηση: πρέπει να το οικειοποιηθεί κανείς ο ίδιος. Το ρεν δεν είναι μια γνώση που αποκτάται απ’ έξω με τη μελέτη, αλλά μια ηθική που πρέπει να μεγαλώσει μέσα μας και ολοκληρώνεται με την πράξη.
Επειδή το Ντάο είναι αιώνιο, αμετάβλητο και δεν ανήκει σε κανέναν, δίνει στην ηθική τον απόλυτο χαρακτήρα της, ενώ ταυτόχρονα κάνει αδύνατο για οποιονδήποτε να ισχυριστεί ότι κατέχει ή ότι ανακάλυψε μια απόλυτη ηθική. Ο κομφουκιανισμός τονίζει αυτό το γνώρισμα της ηθικής, πράγμα που τον διακρίνει πολύ από το δυτικό θρησκευτικό δόγμα. Ο Μένκιος εξηγούσε: «Το να πιστεύεις όλα όσα λέει το Βιβλίο των εγγράφων (書經) είναι χειρότερο από το να μην έχεις Βιβλίο των εγγράφων» (Μένκιος 7, «Τζιν Σιν, δεύτερο μέρος»). Αυτή η σκέψη εξηγείται από τον Κομφούκιο ως αρετή αναγκαία για την κοινωνική ζωή: «Ο ηγούμενος βρίσκεται σε αρμονία χωρίς να είναι ίδιος (和而不同)· ο μετέχων είναι ίδιος χωρίς να βρίσκεται σε αρμονία (同而不和)». Είναι η φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία οι ηγούμενοι μπορούν να δρουν μαζί χωρίς να μοιράζονται τις ίδιες ιδέες, ενώ οι μετέχοντες συμφωνούν φαινομενικά χωρίς να μοιράζονται πραγματικά το ίδιο πνεύμα. Είναι μια κοινωνική φιλοσοφία αντίθετη με τη δυτική θεωρία του φανερωμένου, που τονίζει το απόλυτο.
Το αλάθητο γίνεται δόγμα και καταλήγει να ακολουθεί τον δρόμο της άρνησής του μέσα στην πραγματικότητα. Πώς φτάνει στον άνθρωπο η μία και μοναδική απόλυτη και ζωτική αλήθεια του κόσμου; Έρχεται από τον Θεό στον άνθρωπο μέσω του προφήτη, που συνδέει τον Θεό με τον άνθρωπο. Στη μονοθεΐα, ο νόμος γίνεται σημαντικός, και έχει ως αφετηρία την απόλυτη υπακοή του ανθρώπου στον Θεό. Εδώ αναδύεται ένα πρόβλημα στην πραγματική ζωή. Αν υπήρχε στην ιστορία ένας μόνο μοναδικός Θεός, που να αντιπροσωπεύει την απόλυτη δύναμη και αλήθεια, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Δύο ή τρεις χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας όμως παρουσιάζουν μια άλλη πραγματικότητα.
Τι συμβαίνει αν υπάρχουν πολλοί μοναδικοί Θεοί; Ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και το ισλάμ εμφανίζονται ως αγώνας ανάμεσα σε μοναδικούς Θεούς. Ως τώρα, κανένας μοναδικός Θεός δεν εξάλειψε έναν άλλον. Και προβλήματα αναδύονται επίσης μέσα στον ίδιο μοναδικό Θεό. Όταν γεννιούνται διαφορετικές ερμηνείες μέσα σε μια θρησκεία, τι γίνονται οι σχέσεις ανάμεσά τους; Η καθεμιά δεν μπορεί παρά να διακηρύσσει απόλυτη την ερμηνεία της. Ένας αγώνας αυτοσυντήρησης ανάμεσά τους γίνεται τότε αναπόφευκτος. Γι’ αυτό, όταν διάφορες ομολογίες γεννιούνται μέσα σε μια μονοθεΐα, ο αγώνας ανάμεσά τους δεν είναι λιγότερο βίαιος από τον αγώνα ενάντια στις άλλες θρησκείες. Ξεσπά ένας απελπισμένος αγώνας για την επιβίωση, σαν εμφύλιος πόλεμος μέσα σε μια χώρα. Ο φοβερός αγώνας ανάμεσα σε προτεστάντες και καθολικούς στην εποχή της Μεταρρύθμισης το αποδεικνύει. Οι πιστοί τιμούν ως προφήτη εκείνον που έλαβε την αποκάλυψη και τον υπακούουν απόλυτα, γιατί ο λόγος του προφήτη γίνεται λόγος του Θεού.
Ο ρόλος του Ιησού βρίσκεται σε μια ηθική που ξεπερνά τον νόμο του ιουδαϊσμού, ιστορικά όμως ο χριστιανισμός άφησε το ίχνος μιας μεγαλύτερης προσκόλλησης στον νόμο. Τα πολυθεϊστικά συστήματα της Ελλάδας και της Ρώμης ανέχονταν τη λατρεία άλλων θεών. Αφού όμως ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία της Ρώμης τον 4ο αιώνα, οι μορφές και τα αγάλματα των θεών εκτός από τον χριστιανικό Θεό καταστράφηκαν δια νόμου σε μεγάλη κλίμακα στη Δύση. Ιστορικά, ο χριστιανισμός υπήρξε η πιο αποκλειστική και η πιο μισαλλόδοξη από τις θρησκείες της γης.348 Και, μετά την Αναγέννηση, οι δυτικοί μεταφυσικοί κληρονόμησαν αυτούσια τη μισαλλόδοξη στάση των χριστιανών θεολόγων του Μεσαίωνα. Αυτή βρήκε στον Μαρξ την πιο ακραία έκφρασή της. Ο Μαρξ έβλεπε αυτόν τον κόσμο σύμφωνα με την ασπρόμαυρη λογική του καλού και του κακού και θεωρούσε άνευ όρων εχθρό όποιον δεν τασσόταν στο πλευρό του. Θεωρούσε τη δίωξη των αντιπάλων αναγκαία για να οικοδομηθεί η προλεταριακή ουτοπία που η ιστορία είχε «αποδείξει»: «Ο Μαρξ έβλεπε αυτόν τον κόσμο ασπρόμαυρο και θεωρούσε άνευ όρων εχθρό όποιον δεν τασσόταν στο πλευρό του. Ήξερε καθαρά με ποιους ήταν, και ήταν βέβαιος ότι θα αγωνιζόταν γι’ αυτούς και για την τελική τους νίκη».349
Όπως το διακήρυξε ο Σπινόζα, όλα τα πράγματα στο σύμπαν, μαζί και ο άνθρωπος, υπάρχουν για να διατηρηθούν. Κάθε άλλη εξήγηση, μαζί με το Ντάο και τον Θεό, ο ρόλος του πνεύματος, ο ρόλος της ηθικής και του νόμου, δεν είναι παρά περιεχόμενο της περιεκτικής αρχής της αυτοσυντήρησης. Οι άνθρωποι της Ανατολής και της Δύσης, ως οι ίδιοι άνθρωποι, Homo sapiens, υπάρχουν και πράττουν μόνο για να διατηρηθούν. Σύμφωνα με αυτή την αρχή της αυτοσυντήρησης, οι άνθρωποι της Ανατολής και της Δύσης δημιούργησαν διαφορετικούς πολιτισμούς και δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να πασχίζουν να διατηρηθούν. Φιλοσοφικά, η αρχή της αυτοσυντήρησης αγκαλιάζει ταυτόχρονα το δικό σου συμφέρον και το συμφέρον του πλησίον. Εμείς όμως βουτήξαμε για πολύ καιρό σε μια αρχή αυτοσυντήρησης που βλέπει μόνο το δικό της συμφέρον. Αυτή η αρχή, που βλέπει μόνο το δικό της συμφέρον, χρησιμοποίησε συχνά την έννοια του Θεού στον πολιτισμό του Θεού. Και, στην επιδίωξη αυτού του σκοπού, εκείνο που τονίζει είναι ο ρόλος του «πνεύματος». Ο πολιτισμός του Θεού δείχνει συχνά αυτή την κατάσταση. Όταν τονίζεται ο ρόλος του πνεύματος, συμβαίνει ο χωρισμός πνεύματος και ενστίκτου. Η πίστη σε έναν υπερφυσικό Θεό είναι δυνατή μόνο πάνω στον χωρισμό πνεύματος και ενστίκτου. Ο χωρισμός πνεύματος και ενστίκτου είναι η άλλη όψη του χωρισμού ανθρώπου και φύσης, και χωρίζει αναγκαστικά το εσύ από το εγώ.
Γι’ αυτό το «να λατρεύεις τον Ιεχωβά με όλη σου την καρδιά και με όλη σου τη δύναμη» σημαίνει τελικά τον χωρισμό του πιστού από τον άπιστο, του εσύ από το εγώ. Πράγματι, ο πόλεμος ανάμεσα σε εκείνους που λατρεύουν τον Ιεχωβά με όλη τους την καρδιά και με όλη τους τη δύναμη και σε εκείνους που λατρεύουν τον Αλλάχ με όλη τους την καρδιά και με όλη τους τη δύναμη δεν άρχισε στον Μεσαίωνα για να συνεχιστεί ως σήμερα; Το «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», αντίθετα, απαιτεί να μη χωρίζουμε το εσύ από το εγώ. Δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικής ιστορίας δείχνουν επίσης ότι η πίστη και η ηθική δεν συμφώνησαν. Μέσα στο ανθρώπινο ον, η ανώτερη θέση του πνεύματος απέναντι στο ένστικτο προέρχεται από τον Θεό. Στο χριστιανικό δόγμα, το πνεύμα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση που μόνο ο άνθρωπος δέχεται από τον Θεό. Έτσι μια φιλοσοφία που ταυτίζει την ύπαρξη του Θεού με την ύπαρξη του ανθρώπινου πνεύματος κατέληξε να διαποτίσει τον πολιτισμό του Θεού της Δύσης. Και αυτό άσκησε απόλυτη επίδραση στην ηθική ανάμεσα στους ανθρώπους. Όταν η ικανότητα του πνεύματος καθολικεύεται και απολυτοποιείται, τα συμπεράσματά της μετατρέπονται εύκολα σε πίστη, σε μεταφυσική αλήθεια ή σε ιδεολογία. Αυτά τα συμπεράσματα γίνονται τότε ο σημαντικότερος σκοπός για τον άνθρωπο και η απόλυτη αλήθεια. Μπροστά σε αυτή την απόλυτη αλήθεια, η ηθική και κάθε άλλη θεώρηση πρέπει να θυσιαστούν.
Αν δεχτούμε την προϋπόθεση να ακολουθούμε την ελευθερία του νέου εγκεφάλου μέσα στη μοίρα, την ανθρώπινη κατάσταση που αντιπροσωπεύει ο παλαιός εγκέφαλος, και αν οικοδομήσουμε την ηθική πάνω σε αυτό το θεμέλιο, δεν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και στην ηθική. Σε αυτή την περίπτωση, ο ανθρωπισμός επαληθεύεται. Η αγάπη του πλησίον γίνεται μια απαραβίαστη ηθική. Αν όμως δεν αναγνωρίσουμε τη μοίρα, η ηθική καταρρέει και ο ανθρωπισμός εκφυλίζεται σε ανθρωποκεντρισμό. Η Ανατολή υποστηρίζει ότι υπάρχει φύση και ότι, μέσα στα όριά της, η ηθική και η εκπαίδευση μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο άνθρωπο. Αυτό που μετρά εδώ είναι η ηθική. Ο δυτικός άγραφος πίνακας επιτρέπει να βγει κανείς από την ηθική· ο σκοπός της Ανατολής είναι να διαπλάσει ανθρώπους θεμελιωμένους στην ηθική. Ακολουθώντας τη θρησκεία, τη μεταφυσική και την ιδεολογία, καταλήγει κανείς κάποτε να αγνοεί ή να προσπερνά την πιο σημαντική ηθική της ανθρωπότητας, την «αγάπη του πλησίον». Οι Ιουδαίοι, οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι δεν γεννήθηκαν με τη θρησκεία τους: την έμαθαν αυτούσια από τους γονείς τους. Ούτε ο ιμπεριαλισμός, ο κομμουνισμός και ο φασισμός είναι έμφυτοι: τους έμαθε κανείς από τους γονείς και από το σχολείο. Στους θρησκευτικούς και στους ιδεολογικούς πολέμους, η ηθική της «αγάπης του πλησίον» αγνοείται, γιατί όλοι βάζουν πρώτα έναν παράδεισο ή μια ουτοπία που ισχυρίζονται ότι βρίσκονται πάνω από την αγάπη του πλησίον. Η σύγκρουση ανάμεσα στην ιδέα της προόδου και στην ηθική είναι αναπόφευκτη.
Η ιδέα της προόδου γεννιέται από την απολυτοποίηση της ικανότητας του πνεύματος. Αυτό είναι το σήμα του δυτικού πολιτισμού. Ο δυτικός πολιτισμός, αντί να βλέπει την ικανότητα του πνεύματος ως μία από τις βιολογικές λειτουργίες της ανθρωπότητας, τείνει να την αντιμετωπίζει ως μια ιδιαίτερη ικανότητα, ξεχωριστή από όλες τις σωματικές ικανότητες, και χωρίζει έτσι το πνεύμα από το ένστικτο. Η εξωτερική έκφραση του χωρισμού πνεύματος και ενστίκτου είναι ο χωρισμός ανθρώπου και φύσης· αντίστροφα, η εσωτερική έκφραση του χωρισμού ανθρώπου και φύσης είναι ο χωρισμός πνεύματος και ενστίκτου. Ως προϊόν ενός πολιτισμού του πνεύματος που χώρισε το πνεύμα από το ένστικτο, είναι φυσικό να τείνει να αρνείται το ένστικτο, να το αγνοεί και να το θεωρεί αμαρτωλό. Ο καθολικισμός, υποστηρίζοντας το προπατορικό αμάρτημα, αρνήθηκε το ένστικτο προς όφελος του πνεύματος, και ο προτεσταντισμός απλώς άλλαξε τους όρους: η διαίρεση πνεύματος και ενστίκτου συνεχίστηκε. Στις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτή η διαίρεση, χωρίζοντας τους πιστούς από τους άθεους, γέννησε την τάση να χωρίζεται το εσύ από το εγώ. Όπως φαίνεται στον Καλβίνο και στον Λούθηρο, η αγάπη για τον εαυτό θεωρήθηκε αμαρτωλή ή απαγορεύτηκε, και στον Καντ αυτό βρήκε φιλοσοφική έκφραση: η αγάπη για τον εαυτό θεωρήθηκε ολότελα χωρίς αξία.350 Ο λόγος του Ιησού «Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» παραμορφώθηκε σε «Αγάπα τον πλησίον σου και μην αγαπάς τον εαυτό σου», ή απλώς «Αγάπα μόνο τον πλησίον σου».
Τελικά, η σύγκρουση ανάμεσα στην επιδίωξη ενός οράματος, μαζί και της πίστης, και στην ηθική είναι αναπόφευκτη. Γιατί οι οργανώσεις που δημιούργησαν όσοι κηρύττουν τη λατρεία του Θεού επιδιώκουν να επιβιώσουν σύμφωνα με την αρχή της αυτοσυντήρησης. Όταν η αγάπη του πλησίον και η λατρεία του Θεού έρχονται σε αντίφαση, αναδύεται τελικά μια σύγκρουση συμφερόντων αυτοσυντήρησης ανάμεσα στην καθολική ηθική της ανθρωπότητας και στην ιερατική κάστα που φυλάει τον Θεό. Για να διατηρηθεί, η Εκκλησία προβάλλει το δόγμα «Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία». Στην εποχή της κατάκτησης του κόσμου από τη Δύση, που η Δύση ονομάζει εποχή των ανακαλύψεων (Age of Discovery), η Δύση διακήρυξε στο όνομα του Πάπα διατάγματα σύμφωνα με τα οποία «οι μη χριστιανοί όλου του κόσμου πρέπει να γίνουν δούλοι». Επί αιώνες οι Δυτικοί υποδέχτηκαν ευνοϊκά αυτά τα διατάγματα. Απείχαν πολύ από την ηθική της αγάπης του πλησίον του Ιησού προς τον Σαμαρείτη. Ο σκοπός τους ήταν μάλλον να εδραιώσουν και να επεκτείνουν την εξουσία της Εκκλησίας ή του κράτους. 351
3) Είναι η ηθική εντολή του Θεού ή συμβουλή της φύσης;
Η αγάπη του πλησίον είναι ένα από τα σημαντικότερα δόγματα του χριστιανισμού. Αυτό που έκανε τους Δυτικούς να αγαπούν τον πλησίον τους είναι η εντολή του Θεού. Αυτό είναι το θεμέλιο της δυτικής ηθικής. Η αγάπη του πλησίον δεν βρίσκεται στην υπηρεσία του δικού μας εγωισμού. Γι’ αυτό οι Δυτικοί βλέπουν τον αλτρουισμό ως κάτι που προέρχεται από την αυτοθυσία. Η δυτική φιλοσοφία πιστεύει ότι η ηθική προέρχεται από την αυτοθυσία. Στο δυτικό φιλοσοφικό σύστημα, τα θεμέλια για να συμφιλιωθούν ο αλτρουισμός (η αγάπη του πλησίον) και ο εγωισμός μέσα στη θεωρία της ανθρώπινης φύσης είναι αδύναμα.
Στον δυτικό πολιτισμό, επειδή η ηθική είναι εντολή του Θεού, αν ο Θεός δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις, ο άνθρωπος μπορεί να απελευθερωθεί από την ηθική που πρόσταξε ο Θεός. Αν δεν υπάρχει Θεός, δεν χρειάζεται πια να θυσιάζει κανείς το δικό του συμφέρον. Με άλλα λόγια, αναδύεται το ερώτημα: «Αν δεν υπάρχει Θεός, γιατί να αγαπώ τον πλησίον μου;» Τότε όσοι εγκατέλειψαν τη θρησκεία καταλήγουν να αναρωτιούνται γιατί θα έπρεπε να κρατούν την ηθική.
Είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς, σε χώρες όπως η Κίνα, σε αντίθεση με την Ευρώπη, ο θρησκευτικός σκεπτικισμός δεν οδήγησε στον ηθικό σκεπτικισμό. 352
Ακόμη και μετά τον ντεϊσμό, οι δυτικοί στοχαστές προσέκρουσαν σε δύσκολα προβλήματα που αφορούσαν την πίστη και την ηθική. Ο Κοντ, απορρίπτοντας τη θεολογία και τη μεταφυσική, φώναζε ότι «το μόνο απόλυτο είναι ότι όλα είναι σχετικά», δείχνοντας μια στάση κατά βάθος ίδια με το «Αν ο Θεός είναι νεκρός, όλα επιτρέπονται» του Ντοστογιέφσκι· και ο Νίτσε δήλωσε επίσης άθεος.
«Θεός», «αθανασία της ψυχής», «λύτρωση», «επέκεινα»: είναι έννοιες στις οποίες δεν έδωσα ποτέ προσοχή. Δεν έχασα ποτέ χρόνο μαζί τους, ούτε καν παιδί. Μήπως δεν ήμουν ποτέ αρκετά αφελής για να τις πιστέψω; ··· Ο αθεϊσμός δεν είναι για μένα αποτέλεσμα κάποιου πράγματος, ακόμη λιγότερο ένα σημαντικό γεγονός της ζωής μου. Για μένα είναι αυτονόητος, είναι ενστικτώδης.353
Ο Ράσελ δηλώνει: «Δεν είμαι χριστιανός», και ο Λιν Γιουτάνγκ, που έκανε γνωστή στη Δύση μια όψη του κινεζικού πολιτισμού, δήλωσε επίσης κάποτε: «Είμαι άθεος» (επέστρεψε στον χριστιανισμό το 1959).354 Αυτές οι στάσεις δείχνουν ότι δεν κατάλαβαν ούτε την ουσία του χριστιανισμού, που ο Σπινόζα εξέθεσε τόσο καθαρά, ούτε την ουσία της ιδέας του ρεν (仁), που ο Κομφούκιος κοπίασε τόσο για να μας αφήσει. Ο Κοντ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε, ο Ράσελ, ο Λιν Γιουτάνγκ και άλλοι μπορούν να είναι, από τη σκοπιά της ανατολικής σκέψης, όχι άθεοι αλλά στοχαστές του αφανέρωτου. Η αρνητική κρίση της Δύσης για τους άθεους είναι η στάση στοχαστών που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν τη διαφορά ανάμεσα στο φανερωμένο και στο αφανέρωτο· πηγάζει από τη θέληση να αναλυθούν οι υποθέσεις του κόσμου και η ιστορία της φιλοσοφίας μόνο από τη δυτική σκοπιά του φανερωμένου, και γίνεται ένα τεράστιο φιλοσοφικό πρόβλημα που ανήκει μόνο στη Δύση, ιδίως σε ό,τι αφορά την ηθική.
Ακόμη και ένας φιλόσοφος όπως ο Ράσελ φαίνεται ότι δεν κατάλαβε την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης. Χωρίς να κατανοήσει κανείς τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης που προέρχεται από την ανατολική φυσική φιλοσοφία, δεν μπορεί να καταλάβει ότι η ηθική είναι έκφραση ενός εγωισμού στην υπηρεσία του εαυτού. Αυτό το δύσκολο πρόβλημα καταλήγει να το λύσουν οι δυτικοί νατουραλιστές. Δεν αναγνωρίζουν απόλυτο δεσμό ανάμεσα στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία και στην ηθική. Άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι η ηθική δεν είναι εντολή του Θεού αλλά συμβουλή της φύσης. Και ο Ντόκινς (Dawkins) εκφράζει τις αμφιβολίες του για τον ρόλο που η δυτική εξ αποκαλύψεως θρησκεία αποδίδει στη θρησκεία σε θέματα ηθικής:
Οι θρησκευόμενοι αναρωτιούνται συχνά πώς μπορεί κανείς να είναι καλός χωρίς θρησκεία και γιατί θα έπρεπε να είναι. 355
Ο ντεϊσμός θέτει στους Δυτικούς το σοβαρό πρόβλημα του πού να βρουν την πηγή της ηθικής. Όταν η μεταφυσική, αντί να αναστήσει τον χριστιανικό Θεό, ήδη πληγωμένο από τη μεσαιωνική θεολογία, επιτάχυνε την οριστική του πτώση, οι Δυτικοί άρχισαν να αρνούνται κάθε απόλυτο. Η εξαφάνιση της ηθικής είναι το καθήκον που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι Δυτικοί, που έζησαν σε έναν πολιτισμό του φανερωμένου. Οι Δυτικοί, που γνώρισαν τον ντεϊσμό (理神論) του 18ου αιώνα, τον εξελικτισμό του Δαρβίνου τον 19ο και την τυραννία των ιδεολογιών τον 20ό, έχασαν τον δρόμο τους σε θέματα ηθικής. Ο ντεϊσμός, στηριγμένος στην πρόταση ότι ο Θεός υπάρχει αλλά μπορεί να γίνει κατανοητός όχι μέσα από την αποκάλυψη αλλά μέσα από τη σκέψη του πνεύματος, και ότι το πνεύμα μπορεί να ανακαλύψει την ηθική και την αλήθεια, προβάλλει ως πηγή της ηθικής την κατηγορική προστακτική του Καντ (1724–1804), της λείπει όμως πειστικότητα, γιατί το μεταφυσικό της μέρος, θεμελιωμένο στον ορθολογισμό, είναι μεγάλο.
Ο Ρουσσώ (1712–1778) πρόβαλε μια ανθρώπινη φύση διαφορετική από εκείνη της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Υποστήριζε ότι ο άνθρωπος γεννιέται καλός, ο ανθρώπινος πολιτισμός όμως κάνει κακό τον καλό ανθρώπινο χαρακτήρα. Γι’ αυτό εξηγούσε ότι αυτό που μετρά για τον άνθρωπο είναι η ευαισθησία (sensibility), έκφραση της αρχικής ανθρώπινης φύσης. Και πρόβαλε την υπόθεση ότι όλα πάνε καλά αν ο άνθρωπος ενεργεί σύμφωνα με την ευαισθησία του, βρίσκοντας μεγάλη ευνοϊκή απήχηση σε όλη τη Δύση. Το να λες στους ανθρώπους να εμπιστεύονται την ευαισθησία τους ισοδυναμεί με τη διαβεβαίωση ότι ακόμη και η πράξη που περιφρονεί την ηθική δεν δημιουργεί πρόβλημα, αφού είναι πράξη ανθρώπων καλών εκ καταγωγής. Τελικά, εξηγούσε ότι το σημαντικότερο στοιχείο στον άνθρωπο είναι να έχει «ευαισθησία και ζεστή καρδιά».
Αυτή η κατάσταση ενέπνευσε στους Ευρωπαίους την τάση που ονομάζουμε «ρομαντισμό». Απολαμβάνοντας τη νέα τους ελευθερία, κατέληξαν να αγνοούν την ηθική που ανήκει στον πολιτισμό, θεωρώντας ότι αυτό που κάνει τον άνθρωπο κακό έχει να κάνει με τον πολιτισμό. Στο Κοινωνικό συμβόλαιο, ο Ρουσσώ διαβεβαιώνει: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος, και παντού βρίσκεται σε δεσμά». Γι’ αυτό, εκείνη τη στιγμή που κηρυσσόταν ο ρομαντισμός, εμφανίζεται στη Δύση ένα ιδιόμορφο είδος ανθρώπων: όσοι εφάρμοσαν πραγματικά την ευαισθησία του Ρουσσώ. Ο Ρουσσώ, ο Σαντ (1740–1814), ο Βύρων (1788–1824), ο Σέλεϊ (1792–1822) και άλλοι ανήκουν σε αυτούς.
Κήρυτταν μια ζωή που ακολουθεί μόνο τη δική της ευαισθησία, αφού ό,τι κακό υπάρχει φταίει ο πολιτισμός που έφτιαξαν οι άνθρωποι. Όλοι θεωρούσαν φυσικό να δανείζονται χρήματα από τους φίλους τους χωρίς να τα επιστρέφουν· όλοι είχαν άτακτες ερωτικές σχέσεις και έκαναν την προδοσία συνήθεια· ενεργούσαν όπως τους υπαγόρευαν τα ένστικτά τους, περιφρονούσαν την τήρηση των υποσχέσεων, όπως την πίστη, και επαναστατούσαν ενάντια σε εκείνο το αίσθημα που είναι η ηθική, που η κοινωνία επιδίωκε να διαφυλάξει. Ανάμεσα στο πνεύμα και στο πάθος, ο Ρουσσώ απομακρύνθηκε από το πνεύμα και τάχθηκε αποφασιστικά με το πάθος. Και ο Ρουσσώ έδινε αξία στη θρησκεία όχι από την πλευρά του πνεύματος αλλά της ευαισθησίας, στηρίζοντας τη θρησκεία με το συναίσθημα, την καρδιά, το δέος, τον μυστικισμό κ.λπ. Ο ίδιος ο Ρουσσώ, εμπιστευόμενος όλα του τα παιδιά σε ένα βρεφοκομείο, υιοθέτησε τη θέση ότι μπορούσε να ζει όπως του άρεσε, σύμφωνα με την ευαισθησία του.
Μετά τον Ρουσσώ, καθώς η εποχή του πνεύματος περνούσε στην εποχή των ιδεολογιών (Age of Ideology), ο ντεϊσμός αντικαταστάθηκε από την ιδεολογία. Η ηθική έγινε υπηρέτρια της ιδεολογίας. Η ιδεολογία πίστευε ότι οι άνθρωποι μπορούσαν να συνεργαστούν για να οικοδομήσουν σε αυτόν τον κόσμο έναν ιδανικό κόσμο, μια ουτοπία. Επρόκειτο να θυσιαστεί η ηθική «προς το παρόν» για να επιτευχθεί ο σκοπός της ουτοπίας που θα ερχόταν σύντομα. Αυτό γίνεται μια λογική που αγνοεί τον θεμελιώδη προσανατολισμό της ηθικής και δικαιολογεί την ανελέητη δικτατορία και τον πόλεμο. Ο κομμουνισμός και ο φασισμός είναι τα παραδείγματα. Ο κομμουνισμός έχει έναν δικτατορικό κώδικα δέκα εντολών, που πρόβαλε ο Καρλ Μαρξ: δέκα μέτρα ενός δικτατορικού συστήματος, αντιγραμμένα από τις δέκα εντολές της Βίβλου. Αυτός ο κώδικας περιλαμβάνει την απόδοση στο κράτος όλων των μέσων παραγωγής, τη δήμευση όλης της περιουσίας των μεταναστών και των στασιαστών, τη συγκέντρωση όλων των μέσων μεταφοράς στα χέρια του κράτους κ.λπ. Οι δέκα εντολές, που στη Βίβλο έγιναν ο κανόνας της ηθικής και είχαν κάνει τους Δυτικούς να τηρούν αυστηρά την ηθική, αντικαταστάθηκαν από δέκα εντολές της δικτατορίας. Και ο Χίτλερ έπραξε όπως ήθελε: η διανομή της Πολωνίας με τη Σοβιετική Ένωση, η εισβολή στην Πολωνία που ακολούθησε, η επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Ο Χίτλερ καυχιόταν για αυτές τις πράξεις ως τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να φτάσει στην ουτοπία του. Παρουσίαζε την εξόντωση των Ιουδαίων ως μέτρο απαραίτητο για να επιτευχθεί η ίδια ουτοπία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι πράξεις, επειδή είναι από μόνες τους βαθιά ανήθικες, παραβιάζουν την «αγάπη του πλησίον» που πρότειναν οι προφήτες της ανθρωπότητας. Και, στην πραγματικότητα, αν η ουτοπία δεν πραγματοποιηθεί, το «προς το παρόν» ώσπου να πραγματοποιηθεί «γίνεται αιώνιο», και η καταστροφική για την ηθική δράση εμφανίζεται ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ιδεολογίας.
Πριν από τον ντεϊσμό, η πιο σημαντική ηθική ανάμεσα στους ανθρώπους πληγωνόταν από τη σύγκρουση ανάμεσα στη λατρεία του Θεού και στην ηθική· μετά τον ντεϊσμό, καθώς ο κόσμος γινόταν ένας κόσμος χωρίς Θεό, αυτό προκάλεσε μια κατάσταση χωρίς ηθική. Όχι μόνο οι δέκα εντολές και η αγάπη του πλησίον, που ο Θεός είχε θεσπίσει ως νόμο, καταπατήθηκαν ανοιχτά, αλλά η εποχή των ιδεολογιών δημιούργησε έναν απίστευτο κόσμο όπου μια νέα ηθική που έπαιρνε τη θέση τους, η «αντι-ηθική» που προοριζόταν να πραγματώσει την ουτοπία, παρουσιαζόταν ως «ηθική». Η δικτατορία και η εθνοκάθαρση έγιναν η «ηθική» τους. Δημιούργησαν έναν κόσμο όπου τρεις ιδεολογίες, η αποικιοκρατία, ο κομμουνισμός και ο φασισμός, μπλέκονταν σε μια πάλη μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό οι Δυτικοί δεν δίστασαν μπροστά σε δύο παγκόσμιους πολέμους τον 20ό αιώνα. Και ύστερα έσυραν τον κόσμο στον Ψυχρό Πόλεμο.
Από την εμφάνιση του ντεϊσμού, πολλοί δυτικοί στοχαστές περιπλανιούνται αναζητώντας την προέλευση της ηθικής. Από πού πρέπει να έρχεται η ηθική; Όπως αναλύσαμε, ο Καντ θέλησε να αντικαταστήσει την ηθική με μια «υπερβατολογική ηθική δεοντολογία» θεμελιωμένη στο πνεύμα. Ο Ντοστογιέφσκι (1821–1881), φωνάζοντας ότι «αν δεν υπάρχει Θεός, όλα είναι δυνατά», πάσχισε να αναστήσει τον Θεό. Ο Νίτσε αποσκοπούσε σε έναν ηθικό υπεράνθρωπο, όχι σε έναν υπερήρωα (super hero) με την έννοια των ανθρώπινων λειτουργιών, αλλά σε έναν άνθρωπο πλασμένο από τη δική του εσωτερική βούληση, ηθικά απελευθερωμένο από το χριστιανικό δόγμα.
Η ανατολική φιλοσοφία, όπως φαίνεται στον ταοϊσμό και στον κομφουκιανισμό, αποσκοπούσε από την αρχή σε μια συμμετοχή στο πραγματικό θεμελιωμένη στην ηθική. Ο πρώτος όρος για να γίνεις ο ίδιος ορθός είναι να κατανοήσεις την αρμονία εγωισμού και αλτρουισμού. Χωρίς αυτήν, δεν μπορεί κανείς να κυβερνήσει ούτε την οικογένεια ούτε τη χώρα ούτε τον κόσμο: «Να κάνεις τον εαυτό σου ορθό, να βάλεις τάξη στην οικογένειά σου, να κυβερνήσεις τη χώρα σου, να φέρεις την ειρήνη στον κόσμο» (Μεγάλη μάθηση, κεφάλαιο 8). Στην Ανατολή, αυτή η φιλοσοφία είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν από δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι ο αλτρουισμός, κατά βάση, αλλά ο ισχυρός εγωισμός εκείνος που εμφυσά την αρχέγονη δύναμή του στην ανθρώπινη κοινωνία. Η κοινωνία όμως διατηρείται μόνο αν αντανακλά τον αδύναμο αλτρουισμό που υπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Τελικά, όλη μας η φιλοσοφία είναι δεμένη με τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης.
Αν ο αλτρουισμός είναι ο δεσμός που κάνει μια κοινωνία υγιή, η ανθρώπινη κοινωνία γίνεται κάτι πολύ μακρινό από τη φύση. Υπάρχει όμως μια διέξοδος από αυτό το δίλημμα. Αυτό που, με την πρώτη ματιά, μοιάζει με αλτρουισμό μπορεί να είναι «εγωιστικό» από τη σκοπιά του δαρβινισμού; Με άλλα λόγια, μπορεί η θυσία ενός ατόμου να υπηρετεί τελικά τη συνέχεια των δικών του γονιδίων; Σε αυτές τις αντίθετες προτάσεις, η απάντηση είναι ναι. 356
Πριν από τον ντεϊσμό, δεν υπήρχε καμία ανάγκη να μελετηθεί ο άνθρωπος. Αφού ο άνθρωπος είχε πλαστεί κατ’ εικόνα του Θεού, η μελέτη του Θεού ήταν μελέτη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ήταν ένα πλάσμα που γεννιόταν φορτωμένο με το προπατορικό αμάρτημα, ζούσε στον κόσμο μια ζωή μόχθου και ύστερα αντιμετώπιζε τη Δευτέρα Παρουσία. Καθώς όμως κατέληξαν να πιστεύουν στον ντεϊσμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις, οι Δυτικοί κατέληξαν για πρώτη φορά να αναρωτιούνται τι είναι ο άνθρωπος, στο επίπεδο της φυσικής φιλοσοφίας.
Στη Δύση, οι θεϊστές ήταν η συντριπτική πλειονότητα, πρόσφατα όμως οι θεϊστές που πηγαίνουν στην εκκλησία έγιναν μειονότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Δυτικοί έγιναν άθεοι. Αρκετοί άθεοι, χωρίς να το παραδέχονται οι ίδιοι, ανήκουν στο αφανέρωτο: είναι άνθρωποι που, όπως ο Σπινόζα, δηλώνουν τελικά θεϊστές, ότι πιστεύουν στον Θεό, αντιμετωπίζονται όμως ως άθεοι από τον νόμο της Εκκλησίας. Ο Ντέιβιντ Μιλς, συγγραφέας του Atheist Universe· ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, συγγραφέας της Περί Θεού αυταπάτης· ο Κρίστοφερ Χίτσενς, συγγραφέας του Ο Θεός δεν είναι μεγάλος: είναι άθεοι στη Δύση, μπορούν όμως να είναι, στην Ανατολή, στοχαστές του αφανέρωτου. Πιστεύουν στην απόλυτη αλήθεια, δεν πιστεύουν όμως σε μια πίστη αποκαλυμμένη από προφήτες όπως την παρουσιάζει η εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Στη Δύση, τους καταδικάζουν οι οπαδοί του φανερωμένου, στην Ανατολή όμως γίνονται ελεύθεροι στοχαστές του αφανέρωτου που πιστεύουν στην απόλυτη αλήθεια.
Πώς να κρατηθεί η ηθική σε έναν κόσμο χωρίς Θεό: είναι ένα ερώτημα που μένει στη Δύση το καθήκον πολλών. Η απάντηση όμως πρέπει να αναζητηθεί όχι στη θεωρία του φανερωμένου, που διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά στη θεωρία του αφανέρωτου. Το κεφάλαιο 8 του Τάο Τε Τσινγκ εξηγεί πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος: «Στη φιλία, να συναναστρέφεσαι τους καλοκάγαθους. Στον λόγο, να μιλάς με ειλικρίνεια. Στη διακυβέρνηση, να κυβερνάς με ευθύτητα. Στη δουλειά, να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Στην πράξη, να διαλέγεις τη σωστή στιγμή». Αυτή είναι η ηθική του Ντάο, που ο καθένας μπορεί να βρει μέσα στη φύση, και όχι η εντολή του Θεού.
Ο ανατολικός πολιτισμός στηρίζεται σε μια φυσική φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία, ακόμη και χωρίς τον Θεό της εξ αποκαλύψεως θρησκείας, η ηθική «για το δικό μου συμφέρον και για το συμφέρον του άλλου» μπορεί να γεννηθεί από μόνη της και να διατηρηθεί. Η πηγή της ηθικής είναι το «φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον», για τον άλλον και για τον εαυτό. Το σημαντικό είναι ότι η πηγή της ηθικής δεν είναι η εντολή του Θεού αλλά η αρχή της αυτοσυντήρησης που είναι εγγενής στην ανθρώπινη φύση, η οποία προστατεύει τον εαυτό της.
Σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, το ένστικτο, και όχι το πνεύμα, πρέπει να είναι η πηγή της ηθικής· στο στάδιο όμως όπου διαμορφώνεται η ηθική, το πνεύμα έχει σημαντικό ρόλο. Σε αυτό το στάδιο, το πνεύμα μπορεί να επηρεάσει το ένστικτο. Στο στάδιο όπου το πνεύμα επηρεάζει το ένστικτο, πρέπει να υπάρχει ένα θεμέλιο μέσα στο ένστικτο: είναι ο αλτρουισμός που υπάρχει μέσα στο ένστικτο. Αν εξετάσουμε την ανθρώπινη φύση, το ένστικτο περιέχει, εκτός από έναν ισχυρό εγωισμό, έναν αλτρουισμό αδύναμο αλλά πραγματικό. Αν κοιτάξουμε από κοντά, αυτή η «αρμονία ενός ισχυρού εγωισμού και ενός αδύναμου αλτρουισμού» είναι εκείνο που κάνει την ανθρώπινη κοινωνία να γυρίζει δυναμικά. Αν ο άνθρωπος γεννιόταν με μια φύση φτιαγμένη από έναν ισχυρό αλτρουισμό και έναν αδύναμο εγωισμό, η ανθρώπινη κοινωνία θα έμοιαζε με τον παράδεισο, θα ήταν όμως εντελώς άνοστη, και δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για τον άνθρωπο να ζει. Τελικά, η ανθρώπινη κοινωνία γίνεται, σε θέματα ηθικής, μια διαδικασία αγώνα και συμφωνίας που διεξάγεται στο επίπεδο του ατόμου, της κοινωνίας και της διακυβέρνησης του κράτους: η δύσκολη και κοπιαστική, δυναμική όμως, προσπάθεια να εξισορροπηθούν με το πνεύμα ο αλτρουισμός και ο εγωισμός. Έτσι διαπλάθονται ο κομφουκιανός ηγούμενος ή ο σοφός άνθρωπος του Σπινόζα.
Αναλύοντάς το έτσι, φτάνουμε σε ένα συμπέρασμα: το σημαντικότερο στοιχείο της ανθρώπινης ηθικής δεν βρίσκεται στο «πνεύμα» κατά τον τρόπο του Καρτέσιου ή του Καντ, αλλά στην «ανθρώπινη φύση που αγκαλιάζει μαζί το ένστικτο και το πνεύμα». Φτάνουμε στη φιλοσοφία του Σπινόζα, που υποστηρίζει έναν ορθολογισμό του ενστίκτου και του πνεύματος μαζί.357 Αν η πηγή της ανθρώπινης πράξης στηρίζεται όχι στο πνεύμα αλλά στο ένστικτο, ο μηχανισμός του ενστίκτου ακολουθεί τον άνθρωπο σαν μοίρα από τη γέννηση ως τον θάνατο. Ταυτόχρονα, επειδή το ανθρώπινο πνεύμα παίζει τον ρόλο να διαχειρίζεται το ένστικτο, συνεχίζει να το διαχειρίζεται ως την ώρα του θανάτου, όχι ως πηγή φωτός αλλά ως καθρέφτης.
Υιοθετήστε αυτή τη φιλοσοφία, που αναγνωρίζει την ανθρώπινη φύση ως πηγή φωτός, ενώ το ανθρώπινο πνεύμα παίζει τον ρόλο του καθρέφτη, και η κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η ηθική ανάμεσα στους ανθρώπους καθορίζεται. Αυτή είναι η έννοια της «ελευθερίας (το πνεύμα) μέσα στη μοίρα (το ένστικτο)». Με άλλα λόγια, ενώ αναγνωρίζουμε το ένστικτο, η αγωγή του χαρακτήρα αποφασίζει για όλα όσα μπορεί να κάνει ο άνθρωπος μετά τη γέννησή του. Η αγωγή του χαρακτήρα ανήκει ολόκληρη στην ευθύνη του ατόμου. Αυτή η ευθύνη διαρκεί ως τον θάνατο: η ανατολική φιλοσοφία «Η ζωή έχει τέλος, η γνώση όμως δεν έχει» ισχύει εδώ. Η βύθιση σε ένα δόγμα, σε μια μεταφυσική ανακάλυψη ή σε μια ιδεολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αγωγή του χαρακτήρα. «Ο ηγούμενος δεν είναι σκεύος» (君子不器). (Ανάλεκτα 2:12).
Η ηθική (道德, Moralism) δεν συμφωνεί με τους νόμους της φύσης
Η φιλοσοφία ότι η ηθική δεν συμφωνεί με τους νόμους της φύσης προσφέρει ένα σημαντικό κριτήριο στη σχέση της με τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης. Μια τέτοια φιλοσοφία είναι δύσκολο να βρεθεί στον δυτικό πολιτισμό, όπου κυριαρχεί η θεωρία του φανερωμένου. Γιατί αυτή θεωρεί ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις ακολουθούν την πορεία του καλού και του κακού, ώστε η ηθική να είναι εκεί αυτό που κρίνει τον άνθρωπο. Μπορούμε να βρούμε μια τέτοια φιλοσοφία ανατρέχοντας στην ελληνική εποχή πριν από τον Σωκράτη. Στους Έλληνες στοχαστές του αφανέρωτου, βλέπουμε τη δυνατότητα να υποστηριχτεί ότι η θεωρία της ανθρώπινης φύσης δεν έχει καμία σχέση με την ηθική. Για παράδειγμα, ο Καρνεάδης (214–129 π.Χ.), ένας από τους Έλληνες στοχαστές του αφανέρωτου, αντιτιθέμενος στη φιλοσοφία του όντος και στον ντετερμινισμό, άφησε την ιδέα ότι πρέπει να προσέχουμε το τυχαίο και το πιθανό. Λέγοντας ότι «η ηθική δεν συμφωνεί με τους νόμους της φύσης», εξέφραζε την ιδέα ότι αυτό που ονομάζουμε δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι αιώνιο, είναι παράλογο και διεκδικείται μόνο από την ανάγκη μιας στιγμής. Σταλμένος στη Ρώμη ως πρεσβευτής, εκφώνησε διάσημους λόγους: μια μέρα έναν λόγο που εγκωμίαζε τη δικαιοσύνη, την επομένη έναν λόγο που την επέκρινε, πράγμα που συγκλόνισε βαθιά τους ακροατές του. Η φιλοσοφία του Καρνεάδη ακολουθεί μια νατουραλιστική θεωρία που θέλει να βλέπει την ηθική και την ανθρώπινη φύση όπως είναι, και όχι έναν ορθολογισμό θεμελιωμένο στο πνεύμα. Υποστήριζε ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τον απόλυτο χαρακτήρα των ηθικών εννοιών όπως η δικαιοσύνη, η ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και να γνωρίζουμε τη σχετικότητά τους μέσα από την επιχειρηματολογία.
Η Δύση όμως, ακολουθώντας τη φιλοσοφία της ελληνορωμαϊκής εποχής και τη μεσαιωνική χριστιανική φιλοσοφία, έδωσε στην ηθική απόλυτο χαρακτήρα ως εντολή του Θεού. Και, μπαίνοντας στον Διαφωτισμό, συνέχισε να καλλιεργεί αυτή τη φιλοσοφία του φανερωμένου. Προσαρμοζόμενη στην κατάσταση όπου το πνεύμα αντικαθιστούσε τον Θεό, η φιλοσοφία του Καντ, σύμφωνα με την οποία η ηθική είναι μια «υπερβατολογική ηθική δεοντολογία» που την προστάζει το πνεύμα, κέρδισε πολλούς οπαδούς. Η φιλοσοφία του Καντ συναντά τη θέση της καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης που υποστήριξε ο Ρουσσώ. Η δυτική φιλοσοφία των αρχών της νεότερης εποχής ήταν έτσι γοητευμένη από τη θέση της καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης και από τον ηθικό ιδεαλισμό.
Απέναντι σε αυτούς τους ισχυρισμούς για την ανθρώπινη φύση εμφανίστηκε η εμπειριστική φιλοσοφία, που αντέταξε για πρώτη φορά στη Δύση μια αντίθετη θεωρία στους ορθολογιστές που έγερναν προς την πλευρά του πνεύματος. Ανάμεσα στους αντιπροσωπευτικούς της φιλοσόφους είναι ο Χιουμ (1711–1776). Ανέπτυξε μια νατουραλιστική θεωρία της ανθρώπινης φύσης, και, επειδή αυτή αντιτίθεται μετωπικά στη θρησκευτική ανθρώπινη φύση, κατηγορήθηκε για αίρεση και εκτέθηκε σε κινδύνους, ιδίως σε διώξεις μπροστά στα εκκλησιαστικά δικαστήρια.
Η ηθική διεγείρει τα πάθη και παράγει ή εμποδίζει τις πράξεις. Η λογική, από μόνη της, είναι εντελώς ανίσχυρη σε αυτό το πεδίο. Οι κανόνες της ηθικής, λοιπόν, δεν είναι συμπεράσματα της λογικής μας. 358
Οι στοχαστές της εποχής του αντιμετώπιζαν τον Χιουμ ως άθεο ή ως σκεπτικιστή. Οι δυτικοί στοχαστές τον κατατάσσουν ακόμη ανάμεσα στους σκεπτικιστές. Αν όμως διευρύνουμε το βλέμμα, η σκέψη του μπορεί να καταταγεί όχι σε έναν αρνητικό σκεπτικισμό αλλά με τους Έλληνες σκεπτικούς ή με τους ανατολικούς στοχαστές του αφανέρωτου. Στην εποχή του Χιουμ, η δυτική φιλοσοφία ήταν στα χέρια πεπεισμένων ορθολογιστών όπως ο Καρτέσιος και ο Καντ. Πίστευαν ότι το πνεύμα κυβερνά τα πάντα. Ο Χιουμ βγήκε από αυτό το ρεύμα και άνοιξε έναν νέο ορίζοντα. Το εκπληκτικό είναι ότι τόνισε τη σημασία όχι του πνεύματος αλλά του ενστίκτου:
Η λογική είναι, και οφείλει να είναι μόνο, η δούλη των παθών, και δεν μπορεί ποτέ να διεκδικήσει άλλο λειτούργημα από το να τα υπηρετεί και να τα υπακούει. 359
Για την εποχή της, ήταν μια εκπληκτική θεωρία. Ακόμη και σήμερα, μπορεί να φαίνεται σε πολλούς μια θεωρία που προκαλεί αμηχανία. Η ηθική του Χιουμ ονομάζεται ακόμη «ηθικός αντιορθολογισμός» (Ethical Anti-rationalism). Η θεωρία του Χιουμ όμως έχει τους υποστηρικτές της. Τη θέση του Χιουμ μπορούμε να τη βρούμε ήδη από την ελληνική εποχή. Όπως είδαμε, μοιάζει με εκείνη του Καρνεάδη: «Η ηθικολογία (moralism) δεν συμφωνεί με τους νόμους της φύσης». Αυτό που ονομάζουμε δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η ηθική είναι παράλογη και διεκδικείται μόνο ανάλογα με την ανάγκη της στιγμής. Για παράδειγμα, η δουλεία έγινε δεκτή επί χιλιετίες, ως τον 18ο αιώνα, ως μια έλλογη ηθική της ανθρώπινης κοινωνίας. Τον 21ο αιώνα όμως, η δουλεία έγινε η πιο αποκρουστική ηθική της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ηθική εξαρτάται πολύ συχνά από τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την ανθρώπινη φύση. Η σχέση ενστίκτου και πνεύματος μετρά πάνω απ’ όλα. Για τους ρόλους του ενστίκτου και του πνεύματος, ο Ράσελ χρησιμοποίησε αυτούς τους όρους: το ένστικτο είναι η πράξη, το πνεύμα η ρύθμιση:
Η επιθυμία, το συναίσθημα, το πάθος (διαλέξτε όποια λέξη θέλετε) είναι οι μόνες δυνατές αιτίες της πράξης. Η λογική δεν είναι αιτία της πράξης αλλά μόνο ρυθμιστής 360
Η αποτίμηση της ανθρώπινης φύσης συνδέεται στενά με τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτισμοί της Ανατολής και της Δύσης κρίνουν φιλοσοφικά τη ρήση «Ο Ουρανός βοηθά όσους βοηθούν τον εαυτό τους». Στον πολιτισμό του Ντάο αυτό δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα, «γιατί ο άνθρωπος είναι εκείνος που μεγαλώνει το Ντάο». Όποιος βοηθά τον εαυτό του δέχεται την ευλογία του Ντάο. Στον πολιτισμό του Θεού όμως υπάρχει διαμάχη, εξαιτίας της ιδέας ότι ο άνθρωπος μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του μόνο με τη χάρη (grace) του Θεού. Πιστεύουν ότι «ο Θεός βοηθά όσους δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους», εξαιτίας της πίστης ότι ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο και κυβερνά όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις. Η ρήση «Ο Ουρανός βοηθά όσους βοηθούν τον εαυτό τους» ήταν στην Ανατολή, επί δύο χιλιάδες χρόνια, μια σημαντική ρήση για τη διάπλαση του χαρακτήρα. Στη Δύση όμως, αφού εμφανίστηκε στους μύθους του Αισώπου, πριν από την εποχή μας, χάθηκε στον Μεσαίωνα, ώσπου ο ντεϊστής (理神論者) Βενιαμίν Φραγκλίνος την ξανάφερε στη μόδα στη Δύση τον 18ο αιώνα.
Οι φιλοσοφίες της ανθρώπινης φύσης του Λοκ και του Άνταμ Σμιθ εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θρησκεία. Η ανθρώπινη προσπάθεια μετρά, είναι όμως ισχυρή η φιλοσοφία ότι πρέπει τελικά να στηριχτεί κανείς στη δύναμη του Θεού. Και, ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, αφού είναι άνθρωπος φτιαγμένος από τον Θεό, καταλήγει κανείς να στηρίζεται στην αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Γιατί, στην πίστη τους, πιστεύουν ότι «ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος». Ο πολιτισμός του Ντάο όμως στηρίζεται στη φιλοσοφία μιας αποφατικής θεολογίας: «Το Ντάο δεν είναι φιλεύσπλαχνο». Πιστεύει τότε ότι οι ανθρώπινες υποθέσεις δεν τις τακτοποιεί το Ντάο, αλλά πρέπει τελικά να τις αναλάβει ο άνθρωπος, μέσα στα όρια του Ντάο. Δεν είναι αισιοδοξία αλλά ρεαλισμός. Σύμφωνα με την ανατολική σκέψη, ούτε ο Ουρανός βοηθά τον άνθρωπο που δεν βοηθά τον εαυτό του. Οι φιλοσοφίες του Θεού και του Ντάο συνδέονται θεμελιωδώς με τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης, που ορίζει «ποιοι είμαστε».
4) Τι είναι ο αλτρουισμός; Η Δύση, η θυσία του ιδιοτελούς συμφέροντος, έναντι της Ανατολής, το φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον
Ο αλτρουισμός είναι απαραίτητος για να διατηρηθεί η κοινωνική τάξη και για την εσωτερική ειρήνη του ατόμου. Ο κομφουκιανισμός και ο χριστιανισμός κάνουν και οι δύο τον αλτρουισμό καρδιά των ανθρώπινων υποθέσεων. Τι είναι ο αλτρουισμός; Στην ανάλυση του αλτρουισμού, η Ανατολή και η Δύση δείχνουν μια θεμελιώδη διαφορά ως προς την ανθρώπινη φύση. Στον ανατολικό πολιτισμό, ο αλτρουισμός είναι ένα είδος ιδιοτελούς συμφέροντος: ένα ιδιοτελές συμφέρον φωτισμένου χαρακτήρα, που υπηρετεί τον εαυτό του υπηρετώντας τον άλλον. Το φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον, δηλαδή ο αλτρουισμός, είναι εγγενές στην ανθρώπινη φύση. Σύμφωνα με τη θεωρία της ανθρώπινης φύσης του δυτικού πολιτισμού, ο αλτρουισμός δεν υπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Ο αλτρουισμός είναι εντολή του Θεού. Ο εγωισμός είναι ολόκληρη η ανθρώπινη φύση. Ο αλτρουισμός γίνεται μια ιδιαίτερη ηθική που αντισταθμίζει την ανθρώπινη φύση, γεννημένη από την εντολή του Θεού ή από την εντολή του πνεύματος. Είναι ο αλτρουισμός εγγενής στην ανθρώπινη φύση ή είναι μια εντολή του Θεού (ή μια ηθική θεμελιωμένη στο πνεύμα) ξένη προς την ανθρώπινη φύση; Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση ως προς τον αλτρουισμό.
Στη Δύση, ο αλτρουισμός θεωρείται μια κατάσταση που εγκατέλειψε το ιδιοτελές συμφέρον και το αντικατέστησε. Δεν μπορεί κανείς παρά να διαλέξει ένα από τα δύο, το ιδιοτελές συμφέρον ή τον αλτρουισμό. Στον δυτικό πολιτισμό, ο αλτρουισμός είναι αυτοθυσία. Στη σχέση ιδιοτελούς συμφέροντος και αλτρουισμού εμφανίζεται ξανά η διαφορά ανάμεσα στην ανατολική φιλοσοφία της «συμπληρωματικότητας» και στη δυτική φιλοσοφία της «αντίθεσης». Αναζητήστε τη λέξη αλτρουισμός (altruism) στα δυτικά λεξικά ή κείμενα: χρησιμοποιείται ομοιόμορφα με την έννοια αυτού που πηγαίνει ενάντια στο δικό σου συμφέρον, που υπηρετεί μόνο τους άλλους, που δεν είναι για τον εαυτό σου. Ο αλτρουισμός φέρει την ιδέα του «να μην είσαι για τον εαυτό σου» (selflessness or unselfishness). Και η Βίβλος δείχνει την αντίθεση αλτρουισμού και ιδιοτελούς συμφέροντος.
Κανείς ας μη ζητά το δικό του όφελος, αλλά το όφελος του άλλου. (Α΄ Κορ. 10:24)
Αυτή η φιλοσοφία, μετά τον νόμο της εξ αποκαλύψεως θρησκείας, κληροδοτήθηκε αυτούσια στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού, σύμφωνα με τον οποίο το ανθρώπινο πνεύμα μπορούσε να πάρει τη θέση του Θεού. Ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού Καντ όριζε την «αληθινή ηθική αγάπη» ως «την πράξη στην υπηρεσία του άλλου». Τόνιζε ότι πρέπει να μεταχειριζόμαστε τον άνθρωπο «ως σκοπό και όχι ως μέσο», πράγμα που κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Ως αφετηρία της ηθικής, ο Καντ υποστήριξε μια ηθική δεοντολογία (deontology) θεμελιωμένη στην κατηγορική προστακτική (categorical imperative), που στηρίζεται στο πνεύμα. Πίστευε ότι ο άνθρωπος γεννιέται με τον ηθικό νόμο μέσα στο πνεύμα του. Μέσα στο φιλοσοφικό σύστημα του ντεϊσμού του Διαφωτισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις, αυτή η φιλοσοφία του Καντ χαιρετίστηκε από τους δυτικούς ορθολογιστές ως «κοπερνίκεια επανάσταση» (Copernican Revolution). Τελικά όμως είναι μια μορφή όπου το «ανθρώπινο πνεύμα» αντικατέστησε τον «νόμο του Θεού».
Η Ανατολή αναλύει τον αλτρουισμό ως «φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον» (Enlightened self-interest). Ο αλτρουισμός είναι ένα στοιχείο αναγκαίο για να επιδιώξει κανείς ένα διαρκές, μακροπρόθεσμο ιδιοτελές συμφέρον. Το κοινό καλό (共同善) γίνεται φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον. Στην ανατολική φιλοσοφία, δύσκολα βρίσκει κανείς την αντιθετική απαίτηση, κατά τον δυτικό τρόπο, να παραιτηθείς από το δικό σου συμφέρον για να επιδιώξεις το συμφέρον του άλλου στο όνομα του κοινού καλού. Στην Ανατολή, το κοινό καλό συνίσταται στο να επιδιώκεις μαζί το δικό σου συμφέρον και το συμφέρον του άλλου. Είναι η διαφορά ανάμεσα στη σημασία του «εγώ» που διεκδικεί ο ατομικισμός και στη σημασία του «εμείς» που διεκδικεί ο σχεσιοκεντρισμός. Επειδή ο ανατολικός πολιτισμός έχει ως καρδιά τη σημασία του «εμείς», θεμελιωμένη στον σχεσιοκεντρισμό, είναι δυνατό ένα κοινό καλό που διεκδικεί ταυτόχρονα το δικό μου συμφέρον και το συμφέρον του άλλου. Ο Κομφούκιος εξηγεί στα Ανάλεκτα την ουσία του κοινού καλού, δηλαδή του φωτισμένου ιδιοτελούς συμφέροντος:
Αν θέλεις να θεμελιώσεις το δικό σου συμφέρον, θεμελίωσε και το συμφέρον του άλλου. Αν επιθυμείς κάτι, κάνε να γίνει και αυτό που επιθυμεί ο άλλος. (Ανάλεκτα 6:30)
Το σημαντικό εδώ δεν είναι «να θυσιάσεις τον εαυτό σου», αλλά να επιδιώξεις «και το συμφέρον του άλλου, για το δικό σου συμφέρον». Είναι μια σχεσιακή φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία το να λαμβάνεις υπόψη το συμφέρον του άλλου αποδεικνύεται τελικά το καλύτερο και για το δικό σου συμφέρον. Η δυτική πρόταση «Κανείς ας μη ζητά το δικό του όφελος, αλλά το όφελος του άλλου» προέρχεται από την αντιθετική διαίρεση, στη Δύση, ανάμεσα στον εαυτό και στον άλλον. Ιδωμένο από τον ανατολικό πολιτισμό, θεμελιωμένο στη συμπληρωματικότητα, πρέπει «να επιδιώκεις μαζί το δικό σου συμφέρον και το συμφέρον του άλλου» για να είσαι ρεαλιστής. Στη δυτική ηθική, η αντιθετική πρόταση θέτει μια ανθρώπινη φύση αντίθετη με το «ένστικτο της αυτοσυντήρησης». Η αντιθετική θέση ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου για να υπηρετήσεις τον άλλον στερείται ρεαλισμού. Η ηθική πρέπει τελικά να είναι για τον εαυτό. Ο Σιούν Τσε εξηγεί ότι η ηθική και ο νόμος υπάρχουν για το «εμείς». Με άλλα λόγια, η ηθική είναι ένα φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον αναγκαίο για την αυτοσυντήρηση:
Ας υποθέσουμε για παράδειγμα ότι καταργούμε κάθε ηθική και κάθε νόμο, ότι αφαιρούμε ό,τι κάνει η κυβέρνηση και κάθε δυνατότητα τιμωρίας, και ας δούμε πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι. Οι δυνατοί θα βασάνιζαν και θα καταπίεζαν τους αδύναμους. Οι πολλοί θα έβλαπταν τους λίγους και θα επιχειρούσαν να τους εξοντώσουν. Η ηθική και η τάξη θα χάνονταν. Η κοινωνία θα έπαιρνε τον δρόμο της καταστροφής. (Σιούν Τσε, 23:7)
Η ηθική ανήκει τελικά στην ανθρώπινη φύση που είναι η αυτοσυντήρηση. Στην Ανατολή, η ηθική δεν είναι ούτε ηθική εντολή ούτε αυτοθυσία. Είναι ένα φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον που ανήκει στην αυτοσυντήρηση. Η Δύση φαίνεται να αρχίζει σήμερα να σκέφτεται έτσι.
Η βιολογική πραγματικότητα της αυτοσυντήρησης παράγει την ανθρώπινη ηθική. Εξαιτίας της αναφαίρετης ανάγκης να προστατεύουμε τον εαυτό μας, πρέπει να βοηθάμε και τους άλλους να προστατεύονται. Αν αποτύχουμε σε αυτό, χανόμαστε οι ίδιοι, γιατί προδίδουμε και εγκαταλείπουμε τον κανόνα που περιέχεται στη θεμελιώδη αρχή της αυτοσυντήρησης. 361
Σε αντίθεση με κάθε άλλο ζώο, ο άνθρωπος γεννιέται με την απληστία. Αυτό που μπορεί να θεραπεύσει την απληστία είναι η ηθική. Όπως είδαμε, οι μεγάλοι πρόδρομοι της ανθρωπότητας πρότειναν όλοι την αγάπη του πλησίον ως κανόνα της ηθικής. Στον ανατολικό πολιτισμό, η ηθική δεν είναι εντολή του Θεού: έρχεται φυσικά, από τη δική μας αφύπνιση.
Αν το Ντάο τιμάται και η αρετή (德) εκτιμάται, αυτό δεν γίνεται με καμία διαταγή, αλλά φυσικά, από μόνο του. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 51)
Στον ανατολικό πολιτισμό, η ηθική προέρχεται όχι από τον Θεό αλλά από τη φύση. Είναι η ηθική του Ντάο, που θέλει να βλέπει τη φύση όπως είναι και να μαθαίνει από αυτήν. Η έννοια της αρμονίας ανάμεσα στο ιδιοτελές συμφέρον και στον αλτρουισμό, εγγενής στον ανατολικό πολιτισμό, είναι μια φιλοσοφία που η Δύση δεν έχει. Οι Δυτικοί στηρίζονταν στον Θεό για την ηθική τους. Οι άνθρωποι της Ανατολής στηρίζονται στη φύση: ακολουθούν το Ντάο που προτείνει η φύση στον άνθρωπο. Το Ντάο προτείνει τον τρόπο να εναρμονιστούν το ιδιοτελές συμφέρον και ο αλτρουισμός.
Το κεντρικό καθήκον της ανατολικής θεωρίας της ανθρώπινης φύσης είναι το πώς να χειριστούμε τον ισχυρό εγωισμό και τον αδύναμο αλτρουισμό που υπάρχουν στην ανθρώπινη φύση. Ο κομφουκιανισμός και ο ταοϊσμός χειρίζονται τον αλτρουισμό ως φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον στην υπηρεσία του εαυτού. Με άλλα λόγια, ο αλτρουισμός δεν είναι θυσία του ιδιοτελούς συμφέροντος, αλλά, τελικά, μέρος του. Ο Κομφούκιος προτείνει την αρμονία ιδιοτελούς συμφέροντος και αλτρουισμού ως σημαντική αρετή στην αγωγή του χαρακτήρα: «Θέλοντας να σταθεί, βοηθά και τους άλλους να σταθούν» (Ανάλεκτα 6:30). Όπως η φύση διατηρεί τη βιοποικιλότητα, ο άνθρωπος διατηρεί την ισορροπία μόνο αν μάθει, για να διατηρηθεί, να μειώνει τον εγωισμό και να ασκεί τον αλτρουισμό. Και το Τάο Τε Τσινγκ μιλά για την τάξη της φύσης που διατηρεί την ισορροπία: «Η φύση λιγοστεύει ό,τι περισσεύει και συμπληρώνει ό,τι λείπει» (Τάο Τε Τσινγκ, 77).
Η επιλογή συγγενών και ο αμοιβαίος αλτρουισμός
Δυτικοί επιστήμονες φιλόσοφοι προσφέρουν τον τελευταίο καιρό μια θεωρία, θεμελιωμένη στον νατουραλισμό, που στηρίζει το «φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον» που υποστηρίζει ο ανατολικός πολιτισμός. Με την ανακάλυψη που οι δυτικοί επιστήμονες ονομάζουν «επιλογή συγγενών» (Kin selection), στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον αποκτά μια στέρεη επιστημονική πηγή. Η επιλογή συγγενών αποδεικνύει, στο επίπεδο της ανθρώπινης φύσης, ότι η πηγή της ηθικής βρίσκεται όχι στο πνεύμα αλλά στο συναίσθημα. Σε αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του Καντ, που είναι της μόδας στη Δύση. Η επιλογή συγγενών ακολουθεί το φιλοσοφικό σύστημα του Ντέιβιντ Χιουμ μάλλον παρά εκείνο του Καντ. Ο Χιουμ υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ηθική περιορίζεται από την ανθρώπινη φύση με την οποία γεννιέται ο άνθρωπος· ο Καντ, αντίθετα, υποστηρίζει ότι η ηθική είναι προϊόν ενός ελεύθερου πνεύματος, που δεν περιορίζεται από εκείνη τη φύση που είναι το συναίσθημα. Ο Καντ έβλεπε την ηθική να προέρχεται ολόκληρη από το πνεύμα. Ο Χιουμ έβλεπε την ηθική θεμελιωμένη όχι στο πνεύμα αλλά στο ένστικτο.
Βρίσκουμε επιτέλους, στο μυαλό ορισμένων δυτικών στοχαστών, τον σπόρο του φωτισμένου ιδιοτελούς συμφέροντος. Η ηθική κρίση δεν προέρχεται από το πνεύμα: κατέληξαν να υποστηρίζουν ότι η πηγή της είναι το συναίσθημα. Ο Βρετανός βιολόγος Χάμιλτον (Hamilton) πρόβαλε το 1964 την ιδέα της επιλογής συγγενών. Αυτή προερχόταν από την ανακάλυψη ότι ο αλτρουισμός ανήκει σε μια γενετική επιλογή στην υπηρεσία του εαυτού. Με αυτή την ανακάλυψη για την ανθρώπινη φύση εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Δύση η φιλοσοφία ότι η επιλογή συγγενών ακολουθεί το ιδιοτελές συμφέρον. Ο καθηγητής Ντόκινς εξηγεί τον αλτρουισμό ως κάτι που ανήκει ολόκληρο στον εγωισμό.
Αν και με την πρώτη ματιά η επιλογή συγγενών φαίνεται να προέρχεται από τον αλτρουισμό, στο επίπεδο των βιολογικών γονιδίων είναι έκφραση ενός ριζικού εγωισμού. 362
Γενετικά, ο άνθρωπος έχει μια πολύ εγωιστική φύση, που δείχνει τον αλτρουισμό μόνο κατ’ εξαίρεση. Είναι η θέση ότι η ανθρώπινη φύση γεννιέται με έναν ισχυρό εγωισμό και έναν αδύναμο αλτρουισμό.
Τα γονίδια που πετυχαίνουν γενετικά δρουν με πολύ εγωιστικό τρόπο. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος ενεργεί εγωιστικά. Σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις, οι εγωιστικοί μας σκοποί μπορούν να επιτευχθούν δείχνοντας έναν περιορισμένο αλτρουισμό. Οι λέξεις «εξαιρετικός» και «περιορισμένος» είναι αυτές που μετρούν. Όσο κι αν το θέλουμε, πρέπει να παραδεχτούμε ότι πράγματα όπως η καθολική αγάπη ή η γενική ευημερία δεν υπάρχουν στην εξέλιξη που κυβερνούν τα γονίδιά μας. 363
Κι όμως, ο λόγος για τον οποίο πρέπει να καλλιεργούμε τον αλτρουισμό και τη φροντίδα για τον άλλον ως ηθική είναι ότι ο εγωισμός με τον οποίο γεννιόμαστε είναι πολύ ισχυρός. Η συνύπαρξη ενός ισχυρού εγωισμού και ενός αδύναμου αλτρουισμού είναι η πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης στην οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.
Πρέπει να διδάσκουμε με ζήλο τη φροντίδα για τον άλλον και τον αλτρουισμό, γιατί γεννιόμαστε εγωιστές. Τότε γονίδια που τα κυβερνά ο εγωισμός μας μπορούν να ασκήσουν μια λειτουργία χαλιναγώγησης του εγωισμού που δεν έχει καμία πιθανότητα να υπάρξει στα άλλα έμβια όντα. 364
Ο αλτρουισμός γεννιέται με τον ίδιο τρόπο στον άνθρωπο και στο ζώο. Η επιλογή συγγενών είναι η λογική σύμφωνα με την οποία, θυσιαζόμενος για να βοηθήσει τους συγγενείς του, κανείς κάνει, μακροπρόθεσμα, γενετικά, ακόμη κι αν πεθάνει, να πολλαπλασιάζονται τα γονίδια που τον συγκροτούν. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός είναι ο αλτρουισμός που ανταλλάσσεται ανάμεσα σε άτομα που δεν είναι συγγενείς: βοηθάς έναν άλλον περιμένοντας βοήθεια σε αντάλλαγμα. Στον ζωικό κόσμο, ένας τέτοιος αλτρουισμός δεν εγκωμιάζεται ως ηθικά καλή συμπεριφορά. Ο αλτρουισμός είναι ένα είδος ιδιοτελούς συμφέροντος. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός όμως εγκωμιάζεται μόνο στην ανθρώπινη κοινωνία. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, ο όρος «αμοιβαίος αλτρουισμός» (Reciprocal altruism) εμφανίστηκε στον δυτικό πολιτισμό, που είχε χειριστεί τον αλτρουισμό μόνο ως αυτοθυσία, για να λυθεί το ζήτημα. Ο καθηγητής Γκουλντ (Gould) το εξηγεί ως εξής:
Σύμφωνα με τον δαρβινικό εξελικτισμό, παραδόξως, ο αλτρουισμός και ο εγωισμός μπορούν και οι δύο να επιλεγούν από την εξέλιξη. Ο αλτρουισμός μπορεί να δημιουργήσει ατομικό πλεονέκτημα, γιατί θεμελιώνει σχέσεις αμοιβαίας υποχρέωσης με τους άλλους ή βοηθά τους συγγενείς, πράγμα που επιτρέπει να αντιγραφούν τα γονίδια του αλτρουισμού. 365
Τελικά, λοιπόν, και ο αμοιβαίος αλτρουισμός ανήκει στον έσχατο σκοπό της αυτοσυντήρησης. Με αυτή την πρόταση, ένας ισχυρός εγωισμός και ένας αδύναμος αλτρουισμός συνυπάρχουν μέσα στον άνθρωπο, και ζούμε μέσα σε αυτές τις ιδιότητες. Ο καθηγητής Γκουλντ βλέπει σε αυτή τη συνύπαρξη ένα είδος παιχνιδιού του διλήμματος του φυλακισμένου:
Τελικά, ανάμεσα στον εγωισμό και στον αλτρουισμό, τα ζώα, τα φυτά και οι άνθρωποι παίζουν το παιχνίδι του «διλήμματος του φυλακισμένου». Ο σκοπός του είναι η αυτοσυντήρηση. 366
Αν επεκτείνουμε αυτό το παιχνίδι σε ολόκληρη την κοινωνία, βλέπουμε ότι υπάρχουν στη γη πολιτισμοί ακμαζουσών κοινωνιών και πολιτισμοί κοινωνιών που δεν ακμάζουν. Οι κοινωνίες που πετυχαίνουν έχουν έναν πολιτισμό που διαδίδει μέσα από τη μάθηση τον αμοιβαίο αλτρουισμό που είναι εγγεγραμμένος στα γονίδια. Επειδή ο αλτρουισμός είναι πολύ αδύναμος σε σύγκριση με τον ισχυρό εγωισμό, λειτουργεί μέσα στην κοινωνία, σε ισορροπία με τον εγωισμό, μόνο αν ενισχυθεί με τη μάθηση.
Ο αμοιβαίος αλτρουισμός υπάρχει σε μια κοινωνία που λειτουργεί καλά. Αυτή η λογική μπορεί να ανήκει στα γονίδια ή να αποκτηθεί με τη μάθηση. 367
Είδαμε πόσο διαφορετικές φιλοσοφίες για τον αλτρουισμό έχουν οι πολιτισμοί της Ανατολής και της Δύσης. Ο κομφουκιανισμός και ο ταοϊσμός κάνουν την άσκηση του αμοιβαίου αλτρουισμού, δηλαδή την αγωγή του χαρακτήρα, ύψιστο σκοπό της μάθησης. Η Ανατολή αποτίμησε τον αλτρουισμό ως φωτισμένο ιδιοτελές συμφέρον και οικοδόμησε πάνω του μια πολιτισμική συναίνεση. Η εποχή όπου αυτό το φιλοσοφικό σύστημα πήρε θέση στην καρδιά του πολιτισμού ήταν ο 5ος και ο 4ος αιώνας π.Χ.: η στιγμή όπου θεμελιώθηκε η θεωρία της ανθρώπινης φύσης στην Ανατολή.
Η Δύση έβλεπε το ιδιοτελές συμφέρον και τον αλτρουισμό σε αγώνα και θεωρούσε ότι ο αλτρουισμός μπορεί να εμφυσηθεί στον άνθρωπο μόνο με τη δύναμη της θρησκείας. Καθώς αυτή η εξ αποκαλύψεως θρησκεία συνέχιζε να εξελίσσεται, μέσα από τον Διαφωτισμό ως τον ντεϊσμό, οι δυτικοί στοχαστές άφησαν πρόσφατα τη «θρησκευτική ηθική» για να φτάσουν στη φιλοσοφία ενός φυσικού «φωτισμένου ιδιοτελούς συμφέροντος», δηλαδή του «αμοιβαίου αλτρουισμού». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η δυτική θεωρία της ανθρώπινης φύσης βρίσκει το πρώτο της σημείο συνάντησης, στη φυσική φιλοσοφία, με την ανατολική θεωρία της ανθρώπινης φύσης.