Πρώτο μέρος Από πού ερχόμαστε: το Ντάο (道) έναντι του Θεού (神) · Κεφάλαιο 3

Πώς μεταχειρίζονται τον άνθρωπο το Ντάο και ο Θεός;

περίπου 93 λεπτά · 61 σημειώσεις

1) Το Ντάο, «δεν είναι φιλεύσπλαχνο», έναντι του Θεού, «είναι φιλεύσπλαχνος»

Το Ντάο (道) και ο Θεός (神) μεταχειρίζονται τον άνθρωπο με θεμελιωδώς διαφορετική στάση. Στο Τάο Τε Τσινγκ το Ντάο δηλώνει για τον εαυτό του: «Δεν είμαι φιλεύσπλαχνο». Ο Θεός, αντίθετα, δηλώνει: «Είμαι φιλεύσπλαχνος». Γιατί αυτές οι αντίθετες δηλώσεις;

Το Ντάο: Ο ουρανός και η γη δεν είναι φιλεύσπλαχνοι. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 5)

Ο Θεός: Ο Κύριος είναι αγαθός, και το έλεός του μένει στον αιώνα. (Ψαλμ. 106:1)

Το Ντάο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, ενώ ο Θεός ενεργεί μόνο για όσους πιστεύουν σε αυτόν. Το Ντάο είναι ένας νόμος της φύσης που όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ακολουθούν, είτε τους αρέσει είτε όχι. Δεν ανήκει επομένως σε αυτή την ανθρώπινη κρίση που λέγεται φιλευσπλαχνία. Επειδή το Ντάο είναι η πηγή όλων των πραγμάτων του σύμπαντος, δεν μπορεί να υπηρετεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή μια συγκεκριμένη ομάδα· ανήκει σε όλους. Αυτή η έννοια του Ντάο εκφράζεται αυτούσια στην ιουδαϊκή φιλοσοφία της καμπάλα: «Ο Θεός δεν είναι ένα υπερβατικό ον έξω από τον κόσμο· ενυπάρχει στον κόσμο και είναι παρών σε όλα τα πράγματα». Γι’ αυτό το Ντάο δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα όντα. Όμως το Ντάο γίνεται απαραίτητο, επειδή καλλιεργεί και μεγαλώνει χωρίς διακρίσεις όλα τα όντα, και τον άνθρωπο.

Το Ντάο καλλιεργεί και ολοκληρώνει όλα τα πράγματα χωρίς διακρίσεις (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 41)

Ο Θεός έχει ως στόχο να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους, όμως καμία εξ αποκαλύψεως θρησκεία δεν το πέτυχε πραγματικά, και ο Θεός ενεργεί μόνο για όσους πιστεύουν σε αυτόν. Η ιστορία δείχνει ότι δεν έχει καμία σχέση με όσους δεν τον γνωρίζουν. Προς όσους τον αναγνωρίζουν, ο Θεός πρέπει να είναι φιλεύσπλαχνος. Αντίθετα, προς όσους δεν τον αναγνωρίζουν, ο Θεός δεν πρέπει να είναι φιλεύσπλαχνος.

Στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία, όσοι επιλέχθηκαν μέσω μιας διαθήκης με τον Θεό προστατεύονται. Σε αντάλλαγμα προσφέρουν θυσίες και προσευχές. Οι απαιτήσεις αυτές ξεκίνησαν με τον Αβραάμ και πήραν συγκεκριμένη μορφή κατά την Έξοδο. Στο Λευιτικόν, στους Αριθμούς και στο Δευτερονόμιον, από τα πέντε βιβλία της Πεντατεύχου, οι απαιτήσεις αυτές κωδικοποιούνται σε νόμους και θεσμούς εξαιρετικής λεπτομέρειας. Ο Θεός ενεργεί μόνο για τους ανθρώπους που πιστεύουν στη διδασκαλία και την εφαρμόζουν. Όσους αντιτίθενται, τους κάνει εχθρούς του.

Αν κάνετε όλα όσα σας είπα, θα κάνω τους εχθρούς σας εχθρούς μου και τους αντιπάλους σας αντιπάλους μου. (Έξ. 23:22)

Σε όσους δεν πιστεύουν σε αυτόν τον Θεό υπόσχεται αιώνια τιμωρία. Γι’ αυτό, στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία, ο Θεός παραμένει ένας «Θεός ζηλωτής».

Εγώ, ο Κύριος ο Θεός σου, είμαι Θεός ζηλωτής. Σε όσους με μισούν, ανταποδίδω τις αμαρτίες των πατέρων στα παιδιά ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά. Σε όσους όμως με αγαπούν και τηρούν τις εντολές μου, δείχνω έλεος ως τη χιλιοστή γενιά. (Έξ. 20:5-6)

Το Ντάο, σε αντίθεση με τον Θεό, δεν επεμβαίνει άμεσα στις ανθρώπινες υποθέσεις. Γεννιέται τότε ένα ερώτημα: γιατί να ενδιαφέρεται ο άνθρωπος για ένα Ντάο που δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις; Το «δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το «δεν υπάρχει». Το ότι κάτι δεν υπάρχει σημαίνει ότι δεν είναι τίποτε. Αφού δεν υπάρχει, μπορούμε να το αγνοήσουμε. Το ότι δεν επεμβαίνει όμως σημαίνει ότι επηρεάζει πάντα τον άνθρωπο, χωρίς να επεμβαίνει ατομικά, με κάτι όπως τα θαύματα, σε όσα κάνουν οι άνθρωποι ή στη συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν το Ντάο δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις, ο άνθρωπος πρέπει, για το δικό του καλό, να ακολουθεί το Ντάο που υπάρχει πάντα. Αυτό δεν έχει το ίδιο νόημα με το να πρέπει να ακολουθεί κανείς τον Θεό επειδή επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις και αλλάζει τη μοίρα τους.

Ο Θεός, με τη θεωρία του καλού και του κακού, ανταμείβει ή τιμωρεί τους ανθρώπους. Το Ντάο όμως ούτε ανταμείβει όσους το ακολουθούν ούτε τιμωρεί όσους δεν το ακολουθούν. Η καλοτυχία και η κακοτυχία των ανθρώπων δεν ορίζονται από τον Θεό· προέρχονται από τις πράξεις τους. Για παράδειγμα, αν δουλέψει κανείς σκληρά για να μεγαλώσει το σιτάρι όσο αυτό μεγαλώνει, θα έχει να φάει ακόμη και τον χειμώνα, όταν τίποτε δεν φυτρώνει, και θα ευτυχεί. Αν όμως παραβεί όσα διδάσκει το Ντάο και δεν καλλιεργήσει το σιτάρι όταν μεγαλώνει, δεν θα έχει να φάει τον χειμώνα και θα δυστυχεί. Με άλλα λόγια, αν ακολουθεί κανείς το Ντάο, ο άνθρωπος ευλογείται· αν δεν το ακολουθεί, προκαλεί δυστυχία. Το Ντάο, σε αντίθεση με τον Θεό, υπάρχει εξίσου για όλους τους ανθρώπους, χωρίς προσωποποίηση, θαύματα ή διαθήκη. Ο Σιούν Τσε εκθέτει αυτή τη φιλοσοφία με συγκεκριμένο τρόπο:

Η κίνηση του ουρανού ακολουθεί έναν σταθερό νόμο. Δεν υπάρχει για χάρη σοφών βασιλιάδων όπως ο Γιάο και ο Σουν (堯舜), ούτε χάνεται εξαιτίας τυράννων όπως ο Τζιε και ο Τζόου (桀紂)… Όποιος συμμορφώνεται με αυτόν γνωρίζει καλοτυχία· όποιος του αντιτίθεται, κακοτυχία, τίποτε άλλο. Αν ακολουθεί κανείς το Ντάο χωρίς να παρεκκλίνει από αυτόν τον νόμο, ούτε ο ουρανός μπορεί να ρίξει συμφορά σε έναν τέτοιον άνθρωπο. (Σιούν Τσε 17-1)58

Όταν ο Μωυσής έβγαλε τον λαό του Ισραήλ από την Αίγυπτο, ο Θεός έκανε δέκα θαύματα για να λυγίσει τον φαραώ. Το ισχυρότερο ήταν το δέκατο: ο θάνατος όλων των πρωτοτόκων της Αιγύπτου, ανθρώπων και ζώων. Ο λαός του Ισραήλ γλίτωσε από αυτή την τιμωρία αλείφοντας με αίμα τους παραστάτες των θυρών του. Με αυτή την πράξη ο Θεός λύγισε τον φαραώ και έκανε δυνατή την έξοδο του λαού του Ισραήλ από την Αίγυπτο. Σε αντάλλαγμα, ο Θεός ζήτησε από τον λαό του Ισραήλ θυσίες και τελετουργίες και έδωσε λεπτομερείς οδηγίες γι’ αυτές. 59 Αυτή ήταν η αρχή της γιορτής και της θυσίας του Πάσχα (Pascha, που σημαίνει «περνώ από πάνω»). Μόνο όσοι ακολουθούν αυτές τις τελετουργίες και τις οδηγίες δέχονται την προστασία του Θεού.

Και όταν σας ρωτούν τα παιδιά σας: «Τι σημαίνει αυτή η τελετή;», να απαντάτε: «Είναι η θυσία του Πάσχα για τον Κύριο». (Έξ. 12:26)

Έτσι εκπληρώνονται όλοι οι όροι της διαθήκης ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο: υπόσχονται αμοιβαία την υπακοή στον Θεό και την προστασία του ανθρώπου.

Ήρθε ο Μωυσής και ανακοίνωσε στον λαό όλα τα λόγια του Κυρίου και όλα τα διατάγματά του· και όλος ο λαός απάντησε με μία φωνή: «Όλα όσα είπε ο Κύριος θα τα κάνουμε». (Έξ. 24:3)

Ο Θεός μεταδίδει στον άνθρωπο το περιεχόμενο της διαθήκης με τις Δέκα Εντολές και τον νόμο. Οι Δέκα Εντολές είναι ο νόμος του Θεού, που πρέπει οπωσδήποτε να τηρείται στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Αποτελούν την αποφασιστική αφορμή για την οποία ο πολιτισμός της Δύσης εκτιμά όχι την ηθική, αλλά τον νόμο.

Όταν ο Θεός τελείωσε να μιλά με τον Μωυσή στο όρος Σινά, του έδωσε τις δύο πλάκες της μαρτυρίας, πέτρινες πλάκες γραμμένες με το δάχτυλο του Θεού. (Έξ. 31:18)

Μετά τις Δέκα Εντολές, οι υποσχέσεις ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο διαδέχονται η μία την άλλη στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία. Στη δυτική θρησκεία, ο πυρήνας της σχέσης Θεού και ανθρώπου είναι η «διαθήκη» (covenant) που συνάπτεται ανάμεσά τους. Η σχέση ολοκληρώνεται με τη μορφή «διαθήκης». Και η διαθήκη αυτή εγγυάται πάντα στον άνθρωπο μέσα από τα θαύματα του Θεού.

Ιδού, συνάπτω διαθήκη. Μπροστά σε όλο τον λαό σου θα κάνω θαύματα που δεν έγιναν ποτέ σε κανένα μέρος της γης και σε κανένα έθνος. (Έξ. 34:10)

Αυτή η διαθήκη ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο έγινε, στους νεότερους χρόνους γύρω από τον Διαφωτισμό, το πρότυπο της «θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου», που είχε ως πρότυπο την ανθρώπινη φύση κατά τη Δύση.60 Το Ντάο της Ανατολής είναι η αρχή μιας άλλης σκέψης. Ο Θεός ζητά σε αντάλλαγμα για την προστασία του προσφορές, θυσίες και τελετουργίες, το Ντάο όμως στέκεται πάνω από όλα αυτά. Το Ντάο δεν προστατεύει ιδιαίτερα κανέναν άνθρωπο ή καμία φυλή και δεν ζητά τίποτε σε αντάλλαγμα. Το Ντάο, ως μέρος της φύσης, δίνει δίκαια σε όλα τα όντα, και στον άνθρωπο, όπως ο ήλιος και η βροχή, και δεν περιμένει καμία ανταμοιβή. Ακόμη και όταν ολοκληρώσει το έργο του, το Ντάο δεν ζητά τίποτε.

Το Ντάο είναι παντού. Είναι στα αριστερά και είναι στα δεξιά. Όλα τα πράγματα στηρίζονται στη δύναμή του, και δεν τα αρνείται. Όταν τελειώσει το έργο, δεν ζητά τίποτε. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 34)

Ιδίως ως προς τις θρησκευτικές τελετουργίες, το Ντάο της Ανατολής, σε αντίθεση με τον Θεό της Δύσης, δεν ζητά από τον άνθρωπο ούτε προσευχές ούτε θυσίες. Αφού δεν έχει κανέναν ευνοούμενο, δεν μπορεί καν να ζητήσει θυσίες. Και ακόμη κι αν ο άνθρωπος προσευχόταν ή θυσίαζε, δεν βρίσκεται σε θέση να κάνει θαύματα για να τον βοηθήσει. Η θέση του είναι μόνο αυτή: όποιος ακολουθεί καλά το Ντάο γνωρίζει καλοτυχία και οι υποθέσεις του πηγαίνουν καλά· όποιος το παραβαίνει γνωρίζει κακοτυχία και οι υποθέσεις του δεν πηγαίνουν καλά.

Ήδη πριν από την εποχή μας ο Σιούν Τσε εξηγούσε ότι η προσευχή στις εκλείψεις του ήλιου ή της σελήνης και οι τελετές για τη βροχή σε καιρό ξηρασίας είναι μόνο ένα στολίδι του πολιτισμού· δεν πετυχαίνει κανείς ό,τι ελπίζει κάνοντας τέτοια πράγματα. Δίδασκε ότι την ανάγκη για τελετουργίες την έχει ο άνθρωπος, και ότι δεν έχει καμία σχέση με το αν πραγματοποιούνται ή όχι οι επιθυμίες του. Και θεωρούσε ότι καλό είναι να γίνονται τελετές για τη βροχή ως στολίδι του πολιτισμού που χρειάζεται η ανθρώπινη κοινωνία, αλλά ότι, αν κανείς τις έκανε πιστεύοντάς τες πραγματικά, θα μπορούσε να φέρει συμφορά στη χώρα:

Γίνεται τελετή για τη βροχή, και βρέχει. Γιατί; Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Βρέχει και χωρίς τελετή για τη βροχή. Το να χτυπούν τύμπανα στους ναούς στις εκλείψεις του ήλιου και της σελήνης, να γίνονται τελετές για τη βροχή σε καιρό ξηρασίας, να ρίχνονται μαντικοί κλήροι πριν από τις σημαντικές υποθέσεις, δεν γίνεται επειδή πιστεύουν ότι θα πραγματοποιηθεί αυτό που επιθυμούν, αλλά ως στολίδι του πολιτισμού. Ο ηγούμενος θεωρεί αυτά τα πράγματα στολίδια του πολιτισμού· ο λαός τα βλέπει ως επικλήσεις στη δράση των πνευμάτων. Αν τα μεταχειρίζεσαι ως στολίδια του πολιτισμού, είναι καλός οιωνός για τη χώρα· αν πιστεύεις ότι δρουν τα πνεύματα, είναι κακός οιωνός για τη χώρα. (Σιούν Τσε 17:9)

Ο Θεός γίνεται ένα απόλυτο ον που προστατεύει τους εκλεκτούς του, και οι εκλεκτοί πρέπει να υπηρετούν απόλυτα τον Θεό. Ο Θεός δηλώνει διαρκώς στους πιστούς: «Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος». Το Ντάο όμως δεν έχει καμία σχέση με αυτή την επιλογή ή αυτή την υπακοή. Το Ντάο δηλώνει για τον εαυτό του: «Το Ντάο δεν είναι φιλεύσπλαχνο». Στον πολιτισμό της Ανατολής, το Ντάο πλησιάζει τον άνθρωπο ως έννοια διαφορετική από τον Θεό. Το Ντάο είναι κάτι που υπάρχει πάντα, και από το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει, ακόμη κι αν προσπαθήσει. Στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία, αντίθετα, ο Θεός ενεργεί μόνο για όσους επέλεξε η χάρη του (Grace). Ο νόμος του Ντάο είναι μια αιώνια έκφραση, που δεν την κυβερνούν τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αυτή η ανατολική κοσμοαντίληψη συμφωνεί με την παρατήρηση ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε στη φύση και στο σύμπαν την έκφραση ή τον σκοπό που φαντάζεται ο άνθρωπος.

Το Ντάο δεν δίνει στον άνθρωπο μια επιλεκτική φιλευσπλαχνία (仁)· είναι δίκαιο απέναντι σε όλους. Το Ντάο του αφανέρωτου, που απορρίπτει την έκφραση και χρησιμοποιεί την «άρνηση», είναι ένα και μοναδικό. Δεν έχει διασπάσεις ούτε ποικίλες ερμηνείες. Δεν μπορούν να υπάρχουν δύο Ντάο, και ούτε μέσα στο ένα Ντάο μπορούν να υπάρχουν ποικίλες ερμηνείες. Ο Θεός του φανερωμένου όμως, που χρησιμοποιεί την «καταφατική» έκφραση, δεν μπορεί να αποφύγει να υπάρχουν άλλες εκφράσεις και άλλες ερμηνείες. Έτσι η άρνηση του Ντάο και η κατάφαση του Θεού διαφέρουν στον τρόπο που εκφράζουν την απόλυτη αλήθεια.

Το Ντάο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, όμως τα αποτελέσματα όσων κάνουν οι άνθρωποι τα παράγουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, και το Ντάο δεν επεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Και δείχνει ότι ο άνθρωπος, όπως όλα τα όντα της φύσης, θα χαθεί τελικά.

Η φύση δεν είναι φιλεύσπλαχνη. Τα μύρια όντα, αφού τα χρησιμοποιήσει, τα πετά σαν τα αχυρένια σκυλιά των θυσιών. Ο σοφός δεν είναι φιλεύσπλαχνος. Τον λαό, αφού τον χρησιμοποιήσει, τον πετά σαν τα αχυρένια σκυλιά των θυσιών. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 5)

Ένα από τα γνωρίσματα που διακρίνουν το Ντάο από τον Θεό είναι ότι ο Θεός τονίζει την αγαθή του πλευρά. Η δήλωση «ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος» επανέρχεται διαρκώς. Επειδή είναι φιλεύσπλαχνος, ο Θεός διδάσκει στους αμαρτωλούς, στους ανθρώπους, τον δρόμο για να διακρίνουν το καλό από το κακό.

Ο Κύριος είναι αγαθός και ευθύς· γι’ αυτό διδάσκει στους αμαρτωλούς τον δρόμο. (Ψαλμ. 25:8)

Ευχαριστείτε τον Κύριο, γιατί είναι αγαθός, γιατί το έλεός του μένει στον αιώνα. (Ψαλμ. 136:1)

Το να λέμε ότι ο Θεός της Δύσης είναι φιλεύσπλαχνος σημαίνει ότι ο Θεός αποκτά ανθρώπινα συναισθήματα. Το Ντάο, αντίθετα, δεν είναι φιλεύσπλαχνο, και παραμένει μια αρχή που υπερβαίνει τον κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Η αποφατική θεολογία (否定神學) του Ντάο έναντι του ανθρωπομορφισμού (擬人化) του Θεού

Το φανερωμένο είναι μια «καταφατική θεολογία» (cataphatism). Επιδιώκει να εκφράσει το απόλυτο ον με καταφατικό τρόπο. Η ελληνική ετυμολογία του όρου προέρχεται από την κατάφαση (affirmation) ή από το λέγειν (to speak). Το «ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος» είναι ένα παράδειγμα: εκφράζουμε τον Θεό με καταφατικό τρόπο, ως φως, δικαιοσύνη, αλήθεια, ζωή. Γι’ αυτό ο Θεός παίρνει σφοδρή θέση ενάντια στο σκοτάδι, στην αδικία, στο ψέμα και στον θάνατο. Το Ντάο ακολουθεί τον δρόμο του αφανέρωτου και επιδιώκει μια «αποφατική θεολογία» (apophatic theology: την έκφραση του απόλυτου όντος μέσω της άρνησης). Το «από» σημαίνει «αρνούμαι». Ο όρος «αποφατική θεολογία» προέρχεται, στην ελληνική του ετυμολογία, από τη σημασία της «άρνησης» (negation).

Η σκέψη που συγκρίνει την Ανατολή και τη Δύση λέγοντας «το Ντάο δεν είναι φιλεύσπλαχνο, ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος» έχει βαθύ νόημα. Οι φιλόσοφοι την εξήγησαν με τους όρους «αποφατική θεολογία» και «ανθρωπομορφισμός». Η αποφατική θεολογία εκτίθεται και στην έννοια του Θεού που υποστήριξε ο Μαϊμωνίδης, ο οποίος επηρέασε τον Σπινόζα.61 Ο Μαϊμωνίδης υποστήριζε ότι «ο Θεός δεν μπορεί να περιγραφεί άμεσα με την ανθρώπινη γλώσσα· μπορούμε να τον προσεγγίσουμε μόνο μέσω της άρνησης». Ο Μαϊμωνίδης είναι Ιουδαίος φιλόσοφος, θεολόγος και γιατρός του Μεσαίωνα, που γεννήθηκε το 1135 στην Κόρδοβα της Ισπανίας και πέθανε το 1204 στην Αίγυπτο. Η αποφατική του θεολογία είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του αφανέρωτου που τονίζει το Ντάο. Ο πρώτος στίχος του Τάο Τε Τσινγκ, «νταό κε νταό φέι τσανγκ νταό» (道可道非常道, το Ντάο που εκφράζεται δεν είναι το αιώνιο Ντάο), σημαίνει ακριβώς αποφατική θεολογία. Η διατύπωση του Τάο Τε Τσινγκ «το Ντάο δεν είναι φιλεύσπλαχνο» είναι ακριβώς ένας τρόπος να δηλωθεί η απόλυτη αλήθεια μέσω της άρνησης. Είναι το ακριβώς αντίθετο του αξιώματος της δυτικής καταφατικής θεολογίας: «ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος». Το να λέμε ότι ο Θεός είναι αγαθός θέτει το θεμελιώδες ερώτημα από πού προέρχεται το αντίθετο του καλού, το κακό, και γιατί υπάρχει. Η φιλοσοφία του Ντάο δεν έχει αυτό το πρόβλημα.

Το αφανέρωτο γίνεται δεκτό αυτούσιο όχι μόνο στον ταοϊσμό, αλλά και στον κομφουκιανισμό. Ο Κομφούκιος χρησιμοποιεί τη διατύπωση «το Ντάο δεν θα πραγματωθεί στον κόσμο». Αναζητώντας την απόλυτη αλήθεια που είναι το Ντάο, δέχεται ταυτόχρονα ότι το ατέλειωτο Ντάο δεν μπορεί να πραγματωθεί σε αυτόν τον κόσμο. Γι’ αυτό λέει: «Αν το πρωί μπορούσα να ακούσω ότι το Ντάο επικρατεί στον κόσμο, το βράδυ θα μπορούσα να πεθάνω ευχαριστημένος» (Ανάλεκτα 4:8).

Η ιδέα ότι ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος διαμορφώνεται καθώς ο Θεός περνά από τον ανθρωπομορφισμό. Η αποφατική θεολογία εξηγεί τη φιλοσοφική σκέψη του Ντάο· ο ανθρωπομορφισμός εξηγεί τη φιλοσοφική σκέψη του Θεού. Η λέξη ανθρωπομορφισμός (擬人化, anthropomorphization) σχηματίζεται από τις ελληνικές λέξεις άνθρωπος και μορφή. Σημαίνει ότι ο Θεός, η απόλυτη αλήθεια, παίρνει ανθρώπινη μορφή. Γιατί μόνο αν γίνει όμοιος με τον άνθρωπο μπορεί ο Θεός να μεταδώσει στους ανθρώπους τη βούλησή του. Μέσω του ανθρωπομορφισμού, ο Θεός αποκτά, όπως ο άνθρωπος, μορφή και συναισθήματα. Πλησιάζει τον άνθρωπο με μια ισχυρή μορφή. Εδώ όμως παραμονεύει ένας κίνδυνος: η σφοδρή εχθρότητα απέναντι σε όσους αντιτίθενται στη φανέρωση της απόλυτης αλήθειας. Ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους γεννιέται μια οντολογική εχθρότητα καλού και κακού.

Το Ντάο της Ανατολής, αντίθετα, σε αντίθεση με τον Θεό της Δύσης, απορρίπτει σταθερά τον ανθρωπομορφισμό. Το Ντάο δεν έχει καμία ανθρώπινη όψη να δείξει στον άνθρωπο. Απορρίπτει κάθε όνομα. Το Ντάο δεν πρέπει ούτε να φαίνεται. Το γνώρισμα αυτό τονίζεται πολλές φορές στο Τάο Τε Τσινγκ.

Το Ντάο είναι κρυμμένο. Δεν έχει όνομα. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 41)

Το Ντάο υπάρχει πάντα, όμως, επειδή δεν επεμβαίνει ατομικά στις ανθρώπινες υποθέσεις, ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να το δει ούτε να το καλέσει. Το Ντάο, ο δρόμος της φύσης, μπορεί να κατακτηθεί, όχι όμως να ειδωθεί.

Το Ντάο είναι πάντα και παντού, αλλά δεν έχει ούτε πράξη ούτε μορφή. Το Ντάο μπορεί να μεταδοθεί, όχι όμως να παραληφθεί· μπορεί να κατακτηθεί, όχι όμως να ειδωθεί. (Τσουάνγκ Τσε, Εσωτερικά κεφάλαια, «Ο μεγάλος σεβάσμιος δάσκαλος», 大宗師)

Το Ντάο απορρίπτει τον ανθρωπομορφισμό, όμως η Βίβλος δείχνει τον Θεό να προσκολλάται σε αυτόν ως σε μια διαδικασία απαραίτητη για την επικοινωνία του με τον άνθρωπο. Μέσω του ανθρωπομορφισμού ο Θεός παίρνει ανθρώπινη μορφή και, μαζί της, τα συναισθήματα του ανθρώπου: το καλό και το κακό, τη δικαιοσύνη, τη ζήλια, την οργή. Τι συμβαίνει όταν ο Θεός γίνεται όμοιος με τον άνθρωπο; Επικοινωνώντας άμεσα με τον άνθρωπο, ο Θεός αποκτά πάνω του μια ισχυρή και άμεση δύναμη μετάδοσης. Γεννιούνται όμως και προβλήματα. Ο ανθρωπόμορφος Θεός, περιορίζοντας ο ίδιος την προσωπικότητά του στο ανθρώπινο μέτρο, γεννά αμφιβολίες για την απολυτότητά του.

Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο Θεός έχει, όπως ο άνθρωπος, ένστικτο και πνεύμα και συναισθήματα· αυτοί έχουν χαθεί πολύ μακριά από την αλήθεια… Το να φανταζόμαστε τον Θεό, ένα απολύτως άπειρο ον, με τέτοιες ιδιότητες είναι το άκρον άωτον της ανοησίας. (Σπινόζα, Ηθική, I, πρόταση XV)

Μέσω του ανθρωπομορφισμού, η θεωρία του φανερωμένου αποκτά μεγάλη δύναμη. Εκφράζεται άμεσα στον άνθρωπο και ασκεί μεγάλη έλξη σε όσους την ακολουθούν. Έχει μια δύναμη που αποσπά την απόλυτη υπακοή. Ο ανθρωπομορφισμός όμως ενέχει ταυτόχρονα κι έναν κίνδυνο. Αναπόφευκτα βρίσκονται άνθρωποι που αμφιβάλλουν για τη διαδικασία του ανθρωπομορφισμού. Σε όσους δεν πιστεύουν, ο Θεός και οι προφήτες απευθύνουν τις πιο τρομερές προειδοποιήσεις που μπορούν να βρουν και να διατυπώσουν. Η Πεντάτευχος προαναγγέλλει στους δύσπιστους δεινά ως τους απογόνους τους της δέκατης γενιάς.

Ο Θεός της Δύσης, σε αντίθεση με το Ντάο της Ανατολής, έχει ήδη πρόσωπο και φωνή όμοια με του ανθρώπου· συνομιλεί άμεσα με τους ανθρώπους και φτάνει μέχρι να γράφει με το δάχτυλό του. Όλα αυτά χρησιμεύουν για να μπορεί ο Θεός να επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Γένεση, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού.

Καὶ εἶπεν ὁ θεός· Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς. (Γέν. 1:26-27)

Δηλώνοντας, ήδη από τη δημιουργία του ανθρώπου, ότι «θα πλάσουμε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα μας», ο Θεός είχε ήδη ορίσει την κατεύθυνση του ανθρωπομορφισμού του. Ανάμεσα στους Έλληνες φιλοσόφους, κάποιοι έθεσαν το πρόβλημα του ανθρωπομορφισμού. Ένας από αυτούς είναι ο Ξενοφάνης (Xenophanes, περ. 570–478 π.Χ.). Υποστήριζε ότι «ο μεγάλος Θεός, για να διατηρήσει την απολυτότητά του, δεν πρέπει να μοιάζει με τον άνθρωπο ούτε στη μορφή ούτε στον νου». Ο Ξενοφάνης έζησε τον 6ο αιώνα π.Χ.· θεωρείται, μαζί με τον Ηράκλειτο, ο σημαντικότερος από τους προσωκρατικούς Έλληνες φιλοσόφους που υποστήριξαν τη θεωρία του αφανέρωτου. Ο Ξενοφάνης πίστευε ότι, αν ο Θεός πάρει ανθρώπινη μορφή, καταλήγει να επεμβαίνει άμεσα στις ανθρώπινες υποθέσεις. Τότε προκαλείται μια εναλλαξιμότητα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο, και οι άνθρωποι αποκτούν την επιθυμία να γίνουν σαν τον Θεό. 62 Ταυτόχρονα σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ανθρώπινες φυλές, ακόμη και τα ζώα, θα έφτιαχναν ο καθένας θεούς κατ’ εικόνα του.

Οι Αιθίοπες λένε ότι οι θεοί τους έχουν μαύρο δέρμα και πλακουτσωτή μύτη, οι Θράκες ότι οι δικοί τους έχουν γαλανά μάτια και κόκκινα μαλλιά… Αν τα άλογα ζωγράφιζαν το πρόσωπο των θεών, θα το ζωγράφιζαν σαν πρόσωπο αλόγου. Τα βόδια θα ζωγράφιζαν τους θεούς τους με πρόσωπο βοδιού… και θα ζωγράφιζαν και το σώμα τους με τη μορφή των αλόγων ή των βοδιών.63

Μετά τον Ξενοφάνη, και ο Διονύσιος (ο Ψευδο-Διονύσιος Αρεοπαγίτης, φιλόσοφος γύρω στον 5ο αιώνα) αντιτάχθηκε στον ανθρωπομορφισμό του Θεού. Προειδοποιούσε ότι, αν ο Θεός παριστανόταν με ανθρώπινη μορφή, αυτό θα οδηγούσε κατευθείαν σε μια επικίνδυνη πράξη: ο άνθρωπος να δανείζεται το κύρος του Θεού για να ενεργεί σαν Θεός.

Η διαδικασία του ανθρωπομορφισμού είναι μια έννοια ξένη προς τον πολιτισμό της Ανατολής. Κι αυτό επειδή στην Ανατολή δεν συνέβη ποτέ αυτό το φαινόμενο, να γίνει το Ντάο όμοιο με τον άνθρωπο. Το Τάο Τε Τσινγκ εξηγεί διαρκώς γιατί το Ντάο δεν πρέπει να γίνει όμοιο με τον άνθρωπο. Η απόλυτη αλήθεια, αν εκφραστεί με οποιαδήποτε μορφή, χάνει την απολυτότητά της. Για τον Θεό της Δύσης, αντίθετα, η διαδικασία του ανθρωπομορφισμού, η «διαδικασία με την οποία παίρνει ανθρώπινη μορφή», γίνεται όλο και πιο σαφής με τον καιρό. Ο ανθρωπομορφισμός του Θεού του ιουδαϊσμού αρχίζει με τη συνάντηση του Μωυσή με τον Θεό. Εξηγώντας μέσω του Μωυσή την ύπαρξη του Θεού, ο Θεός παρουσίασε μέσω του Μωυσή όλους τους νόμους που έπρεπε να ακολουθεί ο λαός του Ισραήλ. Η Τορά, η Πεντάτευχος, σημαίνει τον Νόμο. Σύμφωνα με αυτόν τον νόμο, ο ιουδαϊσμός πήρε την οργανωμένη και συστηματική μορφή μιας μονοθεϊστικής θρησκείας. Μέσω της θρησκείας, ο Θεός καταλήγει να κυβερνά τις ανθρώπινες υποθέσεις.

Ο Μωυσής έβγαλε τον λαό του Ισραήλ από την Αίγυπτο και τον οδήγησε προς τη Χαναάν, «τη γη όπου ρέει γάλα και μέλι». Στον δρόμο, κοντά στο όρος Σινά, ο Μωυσής έλαβε από τον Θεό τις Δέκα Εντολές, που έγιναν ο νόμος του Θεού, στον οποίο κανείς δεν μπορεί να ανυπακούσει. Σύμφωνα με την Έξοδο της Παλαιάς Διαθήκης, στη διάρκεια αυτής της πορείας έγιναν πολύ ενδιαφέροντες διάλογοι και διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Μωυσή και στον Θεό. Οι Ιουδαίοι έστησαν έξω από το στρατόπεδο μια σκηνή για να συναντούν τον Θεό, και εκεί ο Μωυσής άρχισε να συνομιλεί με τον Θεό. Ο Θεός αρχίζει να μιλά τη γλώσσα των ανθρώπων:

Ο Θεός μιλούσε με τον Μωυσή πρόσωπο με πρόσωπο, όπως μιλά κανείς με τον φίλο του. (Έξ. 33:11)

Τότε ο Μωυσής ζητά από τον Θεό, ως απόδειξη για να πείσει τους Ιουδαίους, «να του δείξει τη δόξα του», δηλαδή να φανερωθεί (Έξ. 33:18). Ο Θεός του απαντά: «Δεν μπορείς να δεις το πρόσωπό μου, γιατί κανείς δεν μπορεί να δει το πρόσωπό μου και να ζήσει». Και ο Θεός συνεχίζει: «Εδώ κοντά υπάρχει ένας βράχος· όταν θα στέκεσαι εκεί και θα περνά η δόξα μου, θα σε βάλω σε μια σχισμή του βράχου και θα σε σκεπάσω με το χέρι μου ώσπου να περάσω. Όταν τραβήξω το χέρι μου, θα δεις τα νώτα μου· το πρόσωπό μου όμως δεν πρέπει να ειδωθεί» (Έξ. 33:20-23). Έτσι ο Θεός δείχνει στον Μωυσή τη μορφή του, που έχει γίνει όμοια με του ανθρώπου.

Θα δεις τα νώτα μου. (Έξ. 33:23)

Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το Τάο Τε Τσινγκ λέει για τα νώτα του Ντάο ακριβώς το αντίθετο από όσα λέει η Πεντάτευχος για τα νώτα του Θεού. Ο Θεός δείχνει στους ανθρώπους τα νώτα του, ενώ το Ντάο δηλώνει ότι σε καμία περίπτωση ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τα νώτα του:

Ακόμη κι αν ακολουθείς το Ντάο, δεν βλέπεις τα νώτα του. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 14)

Ο ανθρωπόμορφος Θεός της Δύσης δείχνει στον Μωυσή τα νώτα του, με ανθρώπινη μορφή. Το Ντάο όμως, επειδή δεν πέρασε από τον ανθρωπομορφισμό, δεν έχει μπροστά και πίσω όπως ο άνθρωπος. Γι’ αυτό ορίζεται ως κάτι που δεν έχει μπροστινή όψη να δει κανείς ούτε νώτα να δείξει, ακόμη κι αν ο άνθρωπος βαδίζει πίσω του.

2) Η πηγή της ανθρώπινης πράξης: η μη-πράξη (無爲) έναντι της σκόπιμης πράξης (有爲)

Η μη-πράξη (ου-γουέι, 無爲) που υποστηρίζει το Τάο Τε Τσινγκ περιέχει μια φιλοσοφία που επιδιώκει να συγκρατήσει την ανθρώπινη σκόπιμη πράξη (γιου-γουέι, 有爲) και να βρει με τη μη-πράξη μια ισορροπία απέναντι στη σκόπιμη πράξη. Κι αυτό επειδή θεωρεί πολύ πιθανό ότι η ανθρώπινη σκόπιμη πράξη θα βυθίσει στο χάος το φυσικό Ντάο. Οι ανθρώπινες υποθέσεις αλλάζουν διαρκώς, υπάρχει όμως μέσα τους μια σταθερά που δεν αλλάζει: η ιδιοτέλεια που πηγάζει από την ανθρώπινη φύση, η πηγή της απληστίας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος έχει την τάση να επιδιώκει το ιδιωτικό του συμφέρον μάλλον παρά το δημόσιο συμφέρον. Η συγκράτηση της ανθρώπινης απληστίας είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας της μη-πράξης. Μόνο έτσι επιτυγχάνονται η ισορροπία της κοινωνίας και η αρμονία στην καρδιά του καθενός.

Η σκέψη της μη-πράξης δίνει στον πολιτισμό της Ανατολής έναν βασικό σκελετό που, αναγνωρίζοντας την ανάγκη της σκόπιμης πράξης, αποβλέπει στη μη-πράξη, τη ρίζα της σκόπιμης πράξης, και γι’ αυτό προειδοποιεί για τους κινδύνους της σκόπιμης πράξης. Το Τάο Τε Τσινγκ δεν απορρίπτει τη συμμετοχή στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, αν και θεωρεί την ταοϊστική σκέψη της μη-πράξης πιο θεμελιώδη, αναγνωρίζει την αξία της κομφουκιανής σκέψης της συμμετοχής στην πραγματικότητα. Αναγνωρίζει την ανάγκη μιας προσπάθειας, με κέντρο την ηθική, να αναζητηθεί ποια θα ήταν η ηθική μιας ανθρώπινης κοινωνίας όσο το δυνατόν πιο κοντινής στο Ντάο της φύσης. Με αυτή την έννοια, η διαφορά ταοϊστών και κομφουκιανών είναι η διαφορά ανάμεσα στη μη-πράξη και στην «άσκηση της σκόπιμης πράξης». Το ότι οι κομφουκιανοί θέτουν την ηθική, και όχι τον νόμο, πάνω από τον νόμο είναι η διαφορά ανάμεσα στην κομφουκιανή άσκηση της σκόπιμης πράξης και στη δυτική σκέψη της σκόπιμης πράξης. Στην πραγματική ανθρώπινη κοινωνία η άσκηση της σκόπιμης πράξης είναι αναγκαία· κινδυνεύει όμως πολύ να εκφυλιστεί σε μια σκόπιμη πράξη που δεν αναγνωρίζει τη μη-πράξη. Γι’ αυτό, ως προειδοποίηση, τονίζεται διαρκώς η σημασία της μη-πράξης απέναντι στη σκόπιμη πράξη.

Ο Κομφούκιος, μιλώντας για τον βασιλιά Σουν ως εκείνον που κυβέρνησε «μέσω της μη-πράξης» (無爲而治) (Ανάλεκτα 15:5), αναγνώρισε την αξία μιας μη-πράξης που ξεπερνά την κομφουκιανή άσκηση της σκόπιμης πράξης. Και ο Σιούν Τσε έβλεπε στη μη-πράξη την ιδανική βαθμίδα της συμπεριφοράς του ηγούμενου. Με αυτή την έννοια, οι κομφουκιανοί αναγνώρισαν στη δική τους φιλοσοφία της δράσης την αξία της σκέψης της μη-πράξης και την εκτίμησαν πολύ ως μια κατάσταση που ακολουθεί την αρχή του ουρανού και όχι την ανθρώπινη τεχνητότητα. Το ότι οι κομφουκιανοί έθεσαν τη διακυβέρνηση μέσω της αρετής και τη διακυβέρνηση μέσω των τελετουργιών πάνω από τη διακυβέρνηση μέσω του νόμου το εξηγεί.

Κατά λέξη η μη-πράξη σημαίνει «απουσία πράξης», σημαίνει όμως μια κίνηση εναρμονισμένη με τη στιγμή: «πράττειν διά της μη-πράξεως» (爲無爲). Η μη-πράξη σύμφωνη με τη φύση (無爲自然). Η ιδέα είναι ότι, αν ο άνθρωπος πράξει από πριν, στο στάδιο του βλασταριού (germinal stage), όταν ξεπροβάλλουν τα νέα φύλλα, μπορεί να προβλέψει τη μελλοντική, μεταβαλλόμενη κατάσταση· πρέπει λοιπόν να πράττει έχοντάς το αυτό στον νου του. Είναι ο πυρήνας της σκέψης του Ντάο: να πράττεις σε αρμονία με τη φυσική ροή των πραγμάτων, χωρίς καταναγκασμό ή υπερβολική επέμβαση· να ακολουθείς τη φύση. Αυτό έχει κάποιες ομοιότητες με τη σκέψη του laissez-faire, στον πυρήνα της δυτικής πολιτικής και οικονομικής σκέψης. Η θέση είναι ότι η πηγή των ανθρώπινων υποθέσεων δεν είναι η σκόπιμη πράξη, αλλά η μη-πράξη.

Να πράττεις χωρίς να πράττεις, να εργάζεσαι χωρίς να εργάζεσαι. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 63)

Η δυτική θεωρία της σκόπιμης πράξης είναι εύκολα κατανοητή, γιατί έχει άμεση επίδραση στον άνθρωπο. Σύμφωνα με την κοσμολογία όπου το ον, η ύπαρξη που παράγει ο Θεός, είναι η αρχή του σύμπαντος, αυτό που παράγει ο άνθρωπος, η σκόπιμη πράξη, είναι η αρχή των ανθρώπινων υποθέσεων. Είναι η πράξη με την οποία επιδιώκει κανείς να κάνει κάτι σύμφωνα με τις επιθυμίες ή τους σκοπούς του. Ο νόμος, που αντιπροσωπεύει τον πολιτισμό της Δύσης, είναι ένα σημαντικό παράδειγμα. Η ιδέα είναι να παίρνει ο άνθρωπος την πρωτοβουλία και να ρυθμίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις με νόμους και θεσμούς θεμελιωμένους στον θρησκευτικό νόμο ή στο ανθρώπινο πνεύμα.

Σε σύγκριση με τη δυτική σκέψη της σκόπιμης πράξης, που θεμελιώνεται στη «φιλοσοφία του όντος», η ανατολική θεωρία της μη-πράξης είναι δύσκολα κατανοητή.64 Κι αυτό γιατί έχει πυρήνα τη «φιλοσοφία της μεταβολής», στην οποία η δυτική σκέψη δεν δίνει σημασία. Η ανατολική φιλοσοφία τοποθετεί την πηγή του σύμπαντος στο μη ον και θεωρεί τη μεταβολή ανάμεσα στο μη ον και στο ον κίνηση της φύσης και του σύμπαντος. Επειδή έχει κέντρο το μη ον και όχι το ον, η ανατολική φιλοσοφική σκέψη θεωρεί πηγή των ανθρώπινων υποθέσεων τη μη-πράξη, την επιστροφή στο μη ον.

Στην ιστορία της Ανατολής, ανάμεσα στα καθήκοντα του ηγέτη τονίζεται η σκέψη της μη-πράξης μάλλον παρά της σκόπιμης πράξης. Ο αυτοκράτορας Κανγκσί της δυναστείας Τσινγκ, που λογαριάζεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους ηγέτες της κινεζικής ιστορίας, έβαλε να φτιάξουν μια επιγραφή με τα ιδεογράμματα της μη-πράξης και την κρέμασε στην είσοδο της αίθουσας όπου ο αυτοκράτορας προήδρευε στα συμβούλια.

Αν ο ηγέτης επιβάλλει τη διακυβέρνησή του, είναι κατάρα για τη χώρα· αν δεν την επιβάλλει, είναι ευλογία για τη χώρα. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 65)

Αυτό σημαίνει ότι οι ηγέτες, ο αυτοκράτορας και οι κύριοι αξιωματούχοι του, δεν πρέπει να βασανίζουν τον λαό κάνοντας πολιτική του κράτους πολιτικές που εξυπηρετούν το δικό τους συμφέρον. Ήταν μια προειδοποίηση προς τον εαυτό του και προς τους υπουργούς του να μη φτιάχνουν απερίσκεπτα νόμους ή διατάγματα. Στην Ανατολή όπως και στη Δύση, συμβαίνει συχνά οι ηγέτες να χαράζουν πολιτικές από προσωπική πεποίθηση και οι υφιστάμενοί τους να τις εκμεταλλεύονται. Αυτοί καταλήγουν να παραβιάζουν τον νόμο ή να φτιάχνουν νέους νόμους για να εξυπηρετήσουν το ιδιωτικό τους συμφέρον:

Ο καλύτερος τρόπος να κυβερνάς το κράτος είναι να αφήνεις τον λαό να κάνει ό,τι θέλει… Το χειρότερο είναι να ανταγωνίζονται οι ηγέτες του κράτους τον λαό στην επιδίωξη του κέρδους. (Αρχεία του ιστορικού 129-1)

Ο Τσουάνγκ Τσε, που αντιπροσωπεύει μαζί με τον Λάο Τσε την ταοϊστική σκέψη, εξηγεί το θεμέλιο της μη-πράξης σε σχέση με την ανθρώπινη φύση. Στηρίζεται στη φιλοσοφία της μεταβολής: όλα στο σύμπαν αλλάζουν και μεγαλώνουν, και κάθε βλαστάρι, κάθε μορφή περιέχει την κατεύθυνση προς την οποία θα μεγαλώσει. Η ωρίμανση και η αποσύνθεση, και οι αδιάκοπες μεταβολές και μεταμορφώσεις που συμβαίνουν ανάμεσά τους, περιέχονται όλες εκεί. Ο Τσουάνγκ Τσε εξηγεί ότι η διακυβέρνηση δεν πρέπει να επεμβαίνει στη ζωή του λαού, δηλαδή πρέπει να περιορίζει τη σκόπιμη πράξη και να τον μεταχειρίζεται με τη μη-πράξη:

Ο άνθρωπος έχει μια φύση. Ο καθένας φτιάχνει ρούχα για να ντυθεί και οργώνει τα χωράφια για να τραφεί· αυτή είναι. Είναι κάτι που ωφελεί όλους. Είναι φυσικό και δεν γέρνει προς καμία πλευρά. Γι’ αυτό ο ουρανός το μεταχειρίζεται με τη μη-πράξη, χωρίς να επεμβαίνει. (Τσουάνγκ Τσε, Εξωτερικά κεφάλαια, «Οι οπλές των αλόγων», 1)

Και η ινδική φιλοσοφία έχει σημαντικές έννοιες που μπορούν να μεταφραστούν ως μη ον και ον, ή μη-πράξη και σκόπιμη πράξη. Η μη-πράξη εκφράζεται στα σανσκριτικά με τη λέξη asamskrta, που σημαίνει «αδημιούργητο», «αδιαμόρφωτο», «απροσδιόριστο από όρους». Αντίθετα, η σκόπιμη πράξη εκφράζεται με τη λέξη samskrta, που δηλώνει το «δημιουργημένο», το «διαμορφωμένο», το «εξαρτημένο από όρους». Όμως η ινδική φιλοσοφία, από την οποία γεννήθηκε ο βουδισμός, και ο ταοϊσμός της Ανατολικής Ασίας διαφέρουν θεμελιωδώς στον τρόπο που διακρίνουν το ον από το μη ον. Στην ινδική φιλοσοφία, επειδή το μη ον είναι η πηγή και η ουσία, στο ον αποδίδεται μόνο παροδική αξία. Και στον βουδισμό, η φιλοσοφία «η μορφή είναι κενότητα, η κενότητα είναι μορφή» έχει ως πυρήνα ότι η αξία της μορφής, δηλαδή του όντος, είναι παροδική και ότι πρέπει να δίνεται έμφαση στην κενότητα, δηλαδή στο μη ον. Ο ταοϊσμός, αντίθετα, έχει μια φιλοσοφία όπου το μη ον είναι η πηγή, αλλά αναγνωρίζεται ο ρόλος του όντος: «Τα μύρια όντα κάτω από τον ουρανό γεννιούνται από το ον, και το ον γεννιέται από το μη ον». Το μη ον και το ον συμπληρώνονται όπως το γιν και το γιανγκ. Αν ο βουδισμός, που προέρχεται από την ινδική φιλοσοφία, δίνει στο μη ον (無), στο κενό (虛) και στην κενότητα (空) πολύ μεγαλύτερη σημασία από τον ανατολικό ταοϊσμό, αυτό οφείλεται σε αυτή την καταγωγή.

Και στην ανθρώπινη ζωή, ο βουδισμός αποβλέπει σε μια κατάσταση που υπερβαίνει όλα τα βάσανα που φέρνει η ανθρώπινη ύπαρξη, τη λύτρωση, τη νιρβάνα, ενώ ο ταοϊσμός τονίζει τη σημασία μιας στάσης που μπορεί να χαίρεται όσα δίνουν στον άνθρωπο η τροφή, η ένδυση και η κατοικία, τα θεμέλια της ζωής. Σε έναν πολιτισμό της Ανατολής που εκτιμά αυτή την κοσμοαντίληψη και τις ανθρώπινες υποθέσεις, ο κομφουκιανισμός, που τονίζει τη δράση, συνυπάρχει με τον ταοϊσμό, που καλεί σε επιστροφή στην πηγή. Οι άνθρωποι της Ανατολής αγκαλιάζουν συχνά και τον κομφουκιανισμό και τον ταοϊσμό, ανάλογα με τις περιστάσεις και τη θέση όπου βρίσκονται.

Η προσήλωση του ταοϊσμού στη μη-πράξη φαίνεται καθαρά στο Τάο Τε Τσινγκ. Με τη σκέψη της μη-πράξης, ο ταοϊσμός εδραίωσε στο θεμέλιο του πολιτισμού της Ανατολής μια ηθική που περιορίζει όσο γίνεται την επέμβαση των κυβερνώντων ή της κυβέρνησης στη ζωή των ατόμων.

Τριάντα ακτίνες συναντιούνται για να σχηματίσουν έναν τροχό. Το κενό στη μέση είναι που κάνει το άρμα να κυλά. Ανοίγουμε παράθυρα και πόρτες για να φτιάξουμε ένα δωμάτιο. Επειδή υπάρχει κενός χώρος, το δωμάτιο είναι χρήσιμο. Αυτό που ωφελεί το ον είναι ότι η μη-πράξη το χρησιμοποιεί. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 11)

Η σκέψη της μη-πράξης σύμφωνης με τη φύση, που τονίζεται ιδιαίτερα στο Τσουάνγκ Τσε, έχει ως κεντρική ιδέα τη μη-πράξη αντίθετα προς τη σκόπιμη πράξη: ο άνθρωπος να μη δένεται από τα στολίδια του πολιτισμού που ο ίδιος δημιούργησε, νόμους, ηθική, συνήθειες, έθιμα, αλλά να απελευθερώνεται από αυτά για να βρει τη ζωή μέσα στη φύση. Αυτό κατέληξε να διαδώσει στον πολιτισμό της Ανατολής, περισσότερο από κάθε άλλον πολιτισμό, μια σκέψη με κέντρο την αυτονομία του ατόμου, ελεύθερου από την επέμβαση της κυβέρνησης. Και έθεσε μια οικονομική ηθική απελευθερωμένη από την απληστία, και τελικά, σε συνεργασία με τον κομφουκιανισμό, το πλαίσιο μιας υγιούς οικονομίας που τονίζει την εκπαίδευση, την επιμέλεια, την εργατικότητα και τη λιτότητα, την ακεραιότητα των ηγετών.

Η Δύση, αντίθετα, δεν αποδίδει αξία στη μη-πράξη και δίνει στη σκόπιμη πράξη ένα θετικό νόημα.

«Εσείς είστε το φως του κόσμου… Όταν ανάβει κανείς ένα λυχνάρι, το φως του φωτίζει όλα όσα είναι μέσα στο σπίτι»: έτσι τονίζεται η σημασία της πράξης. Ακούστε. Βγήκε ο σπορέας να σπείρει… Και άλλοι σπόροι έπεσαν στο καλό χώμα, φύτρωσαν, μεγάλωσαν και έδωσαν καρπό, άλλος τριάντα, άλλος εξήντα και άλλος εκατό φορές περισσότερο. (Μάρκ. 4:3-8)

Στην ενθάρρυνση να δρα κανείς σαν το φως του κόσμου και σαν τα νέα βλαστάρια και να αποκτά ενεργά αποτελέσματα στις ανθρώπινες υποθέσεις, προστίθεται η έμφαση στον ρόλο να γίνεται κανείς, σαν το αλάτι, ένα στοιχείο που χρειάζονται οι ανθρώπινες υποθέσεις.

Εσείς είστε το αλάτι του κόσμου· αν όμως το αλάτι χάσει τη γεύση του, με τι θα αλατιστεί;… Εσείς είστε το φως του κόσμου… φέγγει σε όλους. (Ματθ. 5)

Το να προσπαθείς σαν το αλάτι ή σαν το φως είναι σκόπιμη πράξη. Το να φτιάχνεις ένα πήλινο αγγείο ή ένα δωμάτιο, όπως στο παραπάνω παράδειγμα, είναι μη-πράξη. Η αντίθεση ανάμεσα στην κεντρική θέση του ουτζί, αφετηρία του πολιτισμού της Ανατολής, που εκφράζεται με τη σκέψη της μη-πράξης, και στην κεντρική θέση της δημιουργίας, αφετηρία του πολιτισμού της Δύσης, είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο που αποτελεί το υπόβαθρο του καθενός από τους δύο πολιτισμούς.

Στη Δύση, ο Θεός μεταδίδει στους ανθρώπους, μέσω των προφητών, έναν νόμο στον οποίο πρέπει να υπακούουν απόλυτα. Προειδοποιώντας ότι η παραβίαση του νόμου είναι προδοσία του Θεού και πράξη του κακού, κάνει τους ανθρώπους να σέβονται τον νόμο και τονίζει έτσι τη σκόπιμη πράξη. Από τη σκοπιά του Ντάο όμως, και η διακυβέρνηση του νόμου είναι τελικά ανθρώπινη πράξη και ανήκει σε τελευταία ανάλυση στη σκόπιμη πράξη. Ο προφήτης, περνώντας μέσα από τον Θεό, έχει το πλεονέκτημα να αντλεί δύναμη και συγκέντρωση από την ισχυρή δύναμη ενός απόλυτου Θεού. Και γεννιέται μια κινητήρια δύναμη που επιδιώκει ένα ιδανικό και ανοίγει δρόμο προς το μέλλον. Όμως αυτή η κινητήρια δύναμη δεν διαρκεί. Καταλήγει να ακολουθεί τις γεωπολιτικές συνθήκες και τη ροή του σι (勢). Ιστορικά, τα ιδανικά που επιδίωξαν ένας μόνο Θεός, μία μόνο ιδεολογία, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Και φιλοσοφικά, το φαινόμενο ενός μόνο Θεού ή μιας μόνο ιδεολογίας που κυριαρχεί στον κόσμο δεν συμβαίνει.

Ο πολιτισμός της Δύσης, με κέντρο την εξ αποκαλύψεως θρησκεία, ανάμεσα στο μη ον και στο ον έχει κέντρο το ον, και στη δράση εκτιμά τη σκόπιμη πράξη και όχι τη μη-πράξη. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, χωρίζει εντελώς το μη ον από το ον και αναπτύσσει έναν δυϊσμό της αντίθεσης. Στον πολιτισμό της Δύσης, το φως και το σκοτάδι, η ανυπαρξία και η ύπαρξη, βρίσκονται σε αντίθεση και όχι σε αρμονία. Το Ντάο της Ανατολής, αντίθετα, με κέντρο τη φυσική φιλοσοφία, υιοθετεί μια φιλοσοφική στάση που αγκαλιάζει μαζί το φως και το σκοτάδι, την ανυπαρξία και την ύπαρξη. Η Δύση ερμηνεύει λοιπόν τη σχέση ανάμεσα σε δύο πράγματα στο σύμπαν, στη φύση και στις ανθρώπινες υποθέσεις ως δυϊστική δομή αντίθεσης. Ο δυϊσμός της αντίθεσης και η θεωρία του καλού και του κακού ερμηνεύουν τις σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα ως εχθρικές ή αντιθετικές. Ο δυτικός δυϊσμός της αντίθεσης χρησιμεύει κυρίως για να εξηγεί επιστημονικά ή φυσικά φαινόμενα· στα φαινόμενα της ανθρώπινης κοινωνίας, ιδίως στα θρησκευτικά ζητήματα, συγκεκριμενοποιείται ως θεωρία του καλού και του κακού. Ο δυϊσμός της αντίθεσης και η θεωρία του καλού και του κακού ξεκινούν και οι δύο από τη φιλοσοφία του όντος. Το σύμπαν και ο άνθρωπος δημιουργήθηκαν και τα δύο από τον Θεό. Και ο πυρήνας της δυτικής φιλοσοφίας του όντος είναι ότι το δημιουργημένο σύμπαν υπάρχει όπως δημιουργήθηκε και πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να αλλάζει, όπως φτιάχτηκε. Στηρίζεται στην αρχή ότι ό,τι δημιούργησε ο Θεός υπάρχει αιώνια.

Ο δυϊσμός είναι μια φιλοσοφία που εξηγεί τα φυσικά φαινόμενα ή τη σκέψη με δύο θεμελιώδεις αρχές. Η ανατολική φιλοσοφία ερμηνεύει το σύμπαν και την ανθρώπινη ζωή με τη σκέψη ότι τίποτε δεν υπάρχει ανεξάρτητα, αλλά όλα είναι συμπληρωματικά και αλλάζουν διαρκώς. Κι αυτό επειδή ο πολιτισμός της Ανατολής στηρίζεται στη φιλοσοφία της μεταβολής. Γι’ αυτό το ενδιαφέρον για το αμετάβλητο ον, ή ο συλλογισμός γύρω του, δεν θεωρείται σημαντικό στον πολιτισμό της Ανατολής. Αυτό εξηγεί γιατί η δυτική οντολογία ή γνωσιοθεωρία δεν αναπτύχθηκαν στην ιστορία της ανατολικής φιλοσοφίας. Αντί γι’ αυτές αναπτύχθηκαν στην Ανατολή η φιλοσοφία του σι (勢), που συνίσταται στο να συλλαμβάνεις και να αξιοποιείς τη ροή που κρύβεται στη μεταβολή σύμφωνα με τη φιλοσοφία της μεταβολής, και η φιλοσοφία του σου (術), που αφορά τις μεταβολές της ανθρώπινης φύσης. Οι φιλοσοφίες του σι και του σου είναι έννοιες που δεν υπάρχουν στη δυτική σκέψη.

Στην Ανατολή δεν υπάρχει δόγμα ή επιστημονική θεωρία που να συγκρίνεται με τον δυτικό δημιουργισμό ή με τη θεωρία της εξέλιξης. Επειδή η Ανατολή έχει μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και επιστρέφει στη φύση, δεν αναπτύχθηκε εκεί καμία σκέψη συνδεδεμένη με την τελεολογία που κάνει τον άνθρωπο κέντρο του σύμπαντος, κι έτσι δεν υπήρχε περιθώριο να αναπτυχθεί ένας ανθρωποκεντρισμός συνδεδεμένος με τη μεταφυσική. Η Ανατολή δεν έχει θρησκευτικό δόγμα για τη δημιουργία της φύσης και του ανθρώπου, έχει όμως έναν μύθο δημιουργίας: τον μύθο του Πανγκού (盤古), που στηρίζει τη φιλοσοφία της μεταβολής. Και αν δεν έχει μια επεξεργασμένη και επιστημονική θεωρία της εξέλιξης όπως εκείνη του Δαρβίνου, έχει μια φιλοσοφία της μεταβολής που εξηγεί τη θέση και τον ρόλο της φύσης και του ανθρώπου στο σύμπαν. Η φιλοσοφία της μεταβολής που περιέχεται στο Ι Τσινγκ είναι ακριβώς η ανάπτυξη σε σύστημα της φιλοσοφίας της μεταβολής, της ρίζας της ανατολικής σκέψης.

Ο πολιτισμός της ηθικής της Ανατολής έναντι του πολιτισμού του νόμου της Δύσης

Στην Ανατολή, που εκτιμά τη μη-πράξη, η ηθική γίνεται σημαντικότερη από τον νόμο· στη Δύση, που εκτιμά τη σκόπιμη πράξη, η διακυβέρνηση του νόμου γίνεται σημαντικότερη από την ηθική. Αυτό εκφράζουν ο πολιτισμός της ηθικής της Ανατολής και ο πολιτισμός του νόμου της Δύσης. Αν εξετάσουμε πώς ρυθμίστηκε στην Ανατολή η σχέση ηθικής και νόμου, θα καταλάβουμε καλύτερα τη διαφορά ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς. Και στην Ανατολή υπήρξε μια εποχή, όπως η Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων πριν από την εποχή μας, όπου ο νόμος εκτιμήθηκε, έπαιξε κεντρικό ρόλο και ήταν αποφασιστικός για να τελειώσει η Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων και να πραγματωθεί ένα ενιαίο κράτος. Ο νόμος εκείνης της εποχής ονομάστηκε μπιενφά, «μεταρρύθμιση του νόμου», γιατί περιείχε το επαναστατικό περιεχόμενο να τερματιστεί με τον νόμο το φεουδαρχικό σύστημα και να κυβερνηθεί το κράτος με το σύστημα των διοικήσεων και των επαρχιών. Στη διακυβέρνηση του νόμου στην Κίνα κεντρικό ρόλο έπαιξαν άνθρωποι όπως ο Σανγκ Γιανγκ (390–338 π.Χ.), ο Χαν Φέι (280–233 π.Χ.) και ο Λι Σι (280–208 π.Χ.). Ο Σανγκ Γιανγκ έδρασε σε μια εποχή όπου διατηρούνταν η μακρά φεουδαρχική παράδοση, στην οποία οι συγγενείς του βασιλιά μονοπωλούσαν την εξουσία. Για την ανάπτυξη του κράτους, ο Σανγκ Γιανγκ υποστήριξε μια διακυβέρνηση του νόμου που τόνιζε την ισότητα ανάμεσα στους συγγενείς του βασιλιά και στον λαό. Προώθησε δυναμικά μια μεταρρύθμιση του νόμου που εγκατέλειπε το παλιό παράδειγμα της προνομιακής μεταχείρισης της αριστοκρατίας για να εφαρμόσει ένα νέο παράδειγμα, κάνοντας θεμέλιο του κράτους έναν νόμο ίσο για όλους.

Αγωνιζόμενος είκοσι χρόνια ενάντια στις φεουδαρχικές δυνάμεις, ανάμεσά τους και τους συγγενείς του βασιλιά, ο Σανγκ Γιανγκ εφάρμοσε νόμους που διέλυαν την αριστοκρατία της γης, φορολογούσαν βαριά τους πλουσίους και μοίραζαν στους φτωχούς αγρότες γη και γεωργικά κεφάλαια. Όλος ο λαός άρχισε να ελπίζει ότι, βγαίνοντας από τη φτώχεια και βλέποντας το κράτος να μεγαλώνει, θα είχε κι αυτός το μερίδιό του. Τελικά, με την ενεργή βοήθεια του βασιλιά, έκανε επιτυχημένη την πολιτική της μεταρρύθμισης. Όμως προκάλεσε το μίσος της αριστοκρατίας της γης, και μετά τον θάνατο του βασιλιά που τον στήριζε επί είκοσι χρόνια (του δούκα Σιάο του Τσιν), ο Σανγκ Γιανγκ εκτελέστηκε. Το επαναστατικό παράδειγμα όμως, η αντικατάσταση του φεουδαρχικού συστήματος από το σύστημα των διοικήσεων και των επαρχιών, επέζησε, και η διακυβέρνηση του νόμου του Σανγκ Γιανγκ έκανε το Τσιν μεγάλη δύναμη. Ενάμιση αιώνα αργότερα, όταν το Τσιν ενοποίησε τον κινεζικό κόσμο, ο Πρώτος Αυτοκράτορας του Τσιν τερμάτισε την Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων, που είχε διαρκέσει 250 χρόνια υπό το κληρονομικό φεουδαρχικό σύστημα, και πραγματοποίησε την ενοποίηση (221 π.Χ.) με το σύστημα των διοικήσεων και των επαρχιών, που τις κυβερνούσε άμεσα η κεντρική εξουσία. Ο Πρώτος Αυτοκράτορας έκανε τότε καγκελάριό του τον Λι Σι, που προερχόταν από τη σχολή των νομικιστών. Το αντιπροσωπευτικό έργο των νομικιστών το έγραψε ο Χαν Φέι (韓非).

Εφόσον οι νομικιστές απέρριπταν εντελώς τις ηθικές αξίες, τόνιζαν τη διακυβέρνηση μέσω του νόμου αντί για την προσωπική ηγεσία και χλεύαζαν τις τελετουργίες και τα ιδανικά του παρελθόντος, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν μια αντίθεση μετωπικά αντιτιθέμενη στην κομφουκιανή σκέψη. 65 Το βιβλίο Χαν Φέι Τσε, που αρχίζει με τη φράση «Ο υπήκοός σας Φέι ποτέ δεν φοβάται να πει τη γνώμη του…», μπορεί να συγκριθεί, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο, με τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι. Πράγματι, το Χαν Φέι Τσε δείχνει, όπως ο Ηγεμόνας, μια οξεία ανατομία και παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης, και η ομοιότητά τους εκπλήσσει.66 Ο Χαν Φέι Τσε προηγήθηκε του Μακιαβέλι σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια.

Ο Χαν Φέι Τσε εξηγεί στον ηγεμόνα τον ρόλο του: «Ο φωτισμένος ηγεμόνας δεν πρέπει να στηρίζεται στο ότι οι υπουργοί του δεν θα τον προδώσουν· πρέπει να έχει ο ίδιος το σου (術) που τους εμποδίζει να τον προδώσουν. Δεν πρέπει να στηρίζεται στο ότι οι υπουργοί του δεν θα τον εξαπατήσουν, αλλά στο να έχει ο ίδιος το σου που τους εμποδίζει να τον εξαπατήσουν».67 Υποστηρίζει μια τέχνη διακυβέρνησης μακιαβελική από την αρχή ως το τέλος: ο υπουργός «υπηρετεί με όλη του την καρδιά έναν σοφό ηγεμόνα, ενώ σε έναν ανάξιο ηγεμόνα απλώς μηχανεύεται τεχνάσματα για να τον δοκιμάσει».68 Ο Μακιαβέλι συμβουλεύει τον ηγεμόνα να χρησιμοποιεί και την απειλή του λιονταριού και την πονηριά της αλεπούς,69 και τονίζει την ανάγκη να περιβάλλει τους υπουργούς με τιμές, χρυσάφι και θησαυρούς, ώστε να μην έχουν καρδιά για προδοσία. 70 Ο Χαν Φέι Τσε διδάσκει ότι ο υπουργός υπηρετεί πιστά έναν σοφό ηγεμόνα, αλλά, όταν δεν έχει ανάγκη να τον υπηρετεί, επιδιώκει να τον εκμεταλλευτεί· γι’ αυτό ο ηγεμόνας πρέπει να ξέρει να απομακρύνει τους κόλακες και δόλιους αυλικούς.71

Αυτός ο ρεαλισμός, ψυχρός και ανελέητος από μια πλευρά, μπορεί να εφαρμοζόταν, και ίσως να ήταν αναγκαίος για την αποκατάσταση της τάξης, σε ταραγμένες εποχές όπως η Εποχή των Ανοίξεων και των Φθινοπώρων και η Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων. Στην Κίνα όμως που ακολούθησε, και που διατήρησε έναν ενιαίο κόσμο για δύο χιλιάδες χρόνια, το ρεν (仁) και το γι (義) τιμήθηκαν και εκτιμήθηκαν, και επιδιώχθηκαν η αρμονία και η μέση οδός· έτσι η σκέψη των νομικιστών, χτισμένη πάνω στην αντίθεση και στη σύγκρουση, παραχώρησε την πρώτη θέση σε σημασία στην κομφουκιανή σκέψη, που εκτιμά την ηθική.

Σε ένα ενιαίο κράτος όπου είχε πραγματωθεί το σύστημα των διοικήσεων και των επαρχιών, έγινε σημαντικότερο να εξασφαλίζεται η ειρήνη και η σταθερότητα μέσω της πολιτικής και της διοίκησης. Γι’ αυτό ο νόμος, αν και παρέμενε σημαντικό στοιχείο των μέσων διακυβέρνησης του κράτους, άρχισε να συνεργάζεται με την ταοϊστική και την κομφουκιανή φιλοσοφία, που περιλαμβάνουν την ηθική και τη μη-πράξη και βοηθούν την ομαλή λειτουργία της πολιτικής και της διοίκησης. Αυτό εξελίχθηκε τελικά στις μορφές της «σκέψης Χουάνγκ-Λάο» (黃老思想) και του «κομφουκιανισμού προς τα έξω, νομικισμού προς τα μέσα» (外儒內法). Προβάλλονταν προς τα έξω η ταοϊστική μη-πράξη και η κομφουκιανή ηθική, ενώ προς τα μέσα η διακυβέρνηση του νόμου συνέβαλλε στη λειτουργία του ενιαίου κράτους. Η διακυβέρνηση μέσω της αρετής (德治), με κέντρο τη μη-πράξη, και η διακυβέρνηση μέσω των τελετουργιών (禮治), με κέντρο την ηθική, έγιναν σημαντικότερες από τη διακυβέρνηση μέσω του νόμου.

Η Βίβλος διατάζει να μπαίνει πρώτη η λατρεία του Θεού ακόμη και στις οικογενειακές σχέσεις, κάτι που καθιστά σαφές ότι η λατρεία του Θεού είναι ο πρώτος νόμος.

Μη νομίσετε ότι ήρθα να φέρω ειρήνη στη γη· δεν ήρθα να φέρω ειρήνη αλλά μαχαίρι. Γιατί ήρθα να χωρίσω τον άνθρωπο από τον πατέρα του, την κόρη από τη μητέρα της και τη νύφη από την πεθερά της· και εχθροί του ανθρώπου θα είναι οι δικοί του άνθρωποι. Όποιος αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα περισσότερο από μένα δεν είναι άξιός μου, και όποιος αγαπά τον γιο ή την κόρη περισσότερο από μένα δεν είναι κι αυτός άξιός μου. (Ματθ. 10)

Στην Ανατολή, τον 4ο αιώνα π.Χ., η μεταρρύθμιση του νόμου του Σανγκ Γιανγκ έφερε τον νόμο σε σύγκρουση με την ηθική. Ιδιαίτερο πρόβλημα δημιούργησε η συλλογική ευθύνη, σύμφωνα με την οποία ο νόμος μετρά περισσότερο από τους οικογενειακούς δεσμούς. Η συλλογική ευθύνη, που ενέπλεκε σε ένα έγκλημα την οικογένεια ακόμη και τους γείτονες, κατέστρεψε την ηθική και διέδωσε τον φόβο. Ήδη τον 2ο αιώνα π.Χ. το σημαντικό αυτό πρόβλημα το ρύθμισε η δυναστεία Χαν, κληρονόμος της ενοποίησης του Τσιν, με το σύστημα του «κομφουκιανισμού προς τα έξω, νομικισμού προς τα μέσα» (外儒內法), σύμφωνα με το οποίο η ηθική είναι σημαντικότερη από τον νόμο. Στα Αρχεία του ιστορικού (史記) του Σίμα Τσιαν, η μεταρρύθμιση του Σανγκ Γιανγκ περιγράφεται ως ένας καινοτόμος θεσμός που έκανε το Τσιν μεγάλη δύναμη, αλλά ταυτόχρονα ως μια ανελέητη διακυβέρνηση του νόμου, που υπερέβαινε την ανθρώπινη ηθική και τα ήθη. Τονίζοντας, μαζί με τα θεσμικά επιτεύγματα της διακυβέρνησης του νόμου του Σανγκ Γιανγκ, την τραγωδία και την αντίσταση που αυτή προκάλεσε, ο Σίμα Τσιαν περιγράφει τι συμβαίνει όταν ο νόμος συνθλίβει την ηθική.

Αυτή η ανατολική σκέψη, «να προβάλλεις την ηθική χρησιμοποιώντας τον νόμο», εξηγείται καλά με τη θεωρία του γιν και του γιανγκ.

Η ανατολική κοσμοαντίληψη έχει κέντρο τη δομή ουτζί-τάιτζι. Και τα δύο είναι σημαντικά, η Ανατολή όμως θεωρεί ότι το ουτζί προηγείται του τάιτζι. Η δυτική κοσμοαντίληψη, αντίθετα, τονίζει τη δημιουργία από το χάος και πιστεύει ότι η δημιουργία νικά το χάος (την αταξία) και κυριαρχεί σε όλα. Αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί η Ανατολή και η Δύση έχουν πολιτισμούς θεμελιωμένους στη θεωρία του γιν και του γιανγκ και στη θεωρία του καλού και του κακού. Τελικά, η Ανατολή και η Δύση έθεσαν στο θεμέλιο των πολιτισμών τους αντιθετικές κοσμοαντιλήψεις. Η Ανατολή ακολουθεί τις αρχές της συμπληρωματικότητας και του γιν και του γιανγκ, με κέντρο τη μεταβολή ανάμεσα στο ουτζί και στο τάιτζι, ενώ η Δύση παίρνει ως κέντρο την αρχή της αντίθεσης, του καλού και του κακού, ανάμεσα στο χάος και στη δημιουργία.

Η σκέψη της ανατολικής φυσικής φιλοσοφίας δέχεται την αρχή «η ζωή μας έχει όριο, η γνώση όμως δεν έχει όριο». Όποιος σέβεται την αρχή του αφανέρωτου δεν γέρνει ποτέ προς μία μόνο σκέψη, θρησκεία ή μεταφυσική θεωρία. Δεν παραδίδεται στο να ποντάρει τα πάντα σε μια αλήθεια και να διεξάγει, για να τη διαδώσει, έναν αγώνα του καλού ενάντια στο κακό. Η δυτική θεωρία του φανερωμένου θεωρεί ότι ο Θεός μπορεί να μεταδώσει στον άνθρωπο, μέσω των προφητών, το τέλος της γνώσης, δηλαδή την απόλυτη αλήθεια. Ο άνθρωπος φτάνει στο τέλος της γνώσης και αγγίζει την αιώνια αλήθεια. Η θεωρία του φανερωμένου έχει τη δύναμη να φτάνει στην απόλυτη αλήθεια, περιέχει όμως ταυτόχρονα έναν κίνδυνο που τη συνοδεύει αναπόφευκτα: τρομερές προειδοποιήσεις προς όσους δεν την ακολουθούν. Η δύναμη και ο κίνδυνος που συνοδεύουν το φανερωμένο καταλήγουν να πυροδοτούν τη θεωρία του καλού και του κακού. Αφετηρία της είναι η διάκριση καλού και κακού ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους.

Με την παγκόσμια κυριαρχία του δυτικού παραδείγματος, συναντάμε υπερβολικά πολλά παραδείγματα δυτικών συστημάτων, οργανώσεων και εθίμων με κέντρο τον νόμο. Για να αποκαταστήσουμε την ισορροπία, ας εξετάσουμε μερικά γνωρίσματα του πολιτισμού της Ανατολής με κέντρο την ηθική. Τον 4ο αιώνα π.Χ. το κράτος του Τσι άσκησε μια πολιτική αξιοποίησης του πολιτισμού και της γνώσης. Στο Τζισιά, δυτικά από το Λιντζί, την πρωτεύουσα του Τσι, ίδρυσε την Ακαδημία Τζισιά, το πρώτο δημόσιο ίδρυμα γνώσης στον κόσμο. Θεωρείται το κέντρο των Εκατό Σχολών: στοχαστές κάθε κατεύθυνσης, ταοϊστές, κομφουκιανοί, νομικιστές, μοϊστές, η σχολή των ονομάτων, η σχολή του γιν και του γιανγκ, οι διπλωμάτες, συζητούσαν εκεί με την υποστήριξη του κράτους. Από εκεί αναδείχθηκαν στοχαστές όπως ο Σιούν Τσε και ο Σεν Ντάο. Οι στοχαστές ανέπτυξαν εκεί ηθικές φιλοσοφίες όπως «όλα τα πράγματα έχουν το ίδιο μέτρο» (萬物齊度), «διατήρησε ακέραιη τη φύση σου και ανέπαφη τη γνησιότητά σου» (全性保眞), «να έχεις λίγες και ρηχές επιθυμίες» (情慾寡淺), «να δέχεσαι την προσβολή χωρίς να ντροπιάζεσαι» (見侮不辱) και «απαγόρευσε την επίθεση και άφησε κάτω τα όπλα» (禁攻寢兵).72 Είναι ένα σύστημα ηθικής φιλοσοφίας που πρέπει να συγκριθεί με το δυτικό φιλοσοφικό σύστημα με κέντρο τον νόμο.

Η φιλοσοφία που θέτει την ηθική πάνω από τον νόμο περιέχει την ιδέα ότι η μη-πράξη προειδοποιεί για τη σκόπιμη πράξη. Γιατί η μη-πράξη προειδοποιεί για τη σκόπιμη πράξη; Τα τεράστια σφάλματα του ανθρώπου που στηρίζεται μόνο στη σκόπιμη πράξη φάνηκαν ολοκάθαρα στην εποχή των ιδεολογιών της Δύσης, τον 20ό αιώνα. Είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε όταν η Δύση απορροφήθηκε από το φανερωμένο, σε αντίθεση με τη θεμελιώδη φιλοσοφία του Ντάο, «νταό κε νταό φέι τσανγκ νταό» (το Ντάο που εκφράζεται δεν είναι το αιώνιο Ντάο), σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει την απόλυτη αλήθεια. Στους νεότερους χρόνους, η δυτική σκέψη έφερε στο έπακρο τις ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος και κατέληξε στην αυταπάτη ότι ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην απόλυτη αλήθεια με το πνεύμα. Υπήρξε μια εποχή όπου οι άνθρωποι ισχυρίστηκαν ότι συνέλαβαν την απόλυτη αλήθεια και, με το πρόσχημα να την πραγματώσουν στην ιστορία, διέπραξαν χωρίς δισταγμό απερίγραπτες ωμότητες: ήταν οι ιδεολογίες του φασισμού και του κομμουνισμού. Πίστευαν ότι, αν πραγματωνόταν η απόλυτη αλήθεια που εξέφραζε η ιδεολογία τους, η ουτοπία θα πραγματωνόταν στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο κοινωνικός δαρβινισμός είχε αποφασιστική επίδραση. Θεωρούσαν ότι η εγκατάλειψη της ηθικής μπορούσε να δικαιολογηθεί στον δρόμο προς την ουτοπία. Όταν όμως η απόλυτη αλήθεια που ισχυρίζονται αποδεικνύεται μη ρεαλιστική, το μόνο που μένει τελικά ως ταυτότητα της ιδεολογίας είναι οι ωμότητες που διέπραξαν. Αυτή η κρίση γίνεται τελικά με γνώμονα την ανθρώπινη φύση.

Αν η ανθρώπινη φύση ήταν πάντα καλή, ή αν μπορούσαμε να την κάνουμε καλή, η μη-πράξη θα ήταν περιττή. Θα αρκούσε να ακολουθούμε την ανθρώπινη φύση. Όμως στην ανθρώπινη φύση υπάρχει μια ισχυρή ιδιοτέλεια που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει το δικό της όφελος. Δεν αλλάζει. Η ανθρώπινη ιδιοτέλεια χρησιμοποιεί το πνεύμα στο έπακρο για να ενισχύσει τις βεβαιότητές της. Στην ανθρώπινη φύση υπάρχει η τάση να βάζει κανείς το ιδιωτικό συμφέρον πριν από το δημόσιο συμφέρον. Η ιδιοτέλεια μετατρέπεται εύκολα σε απληστία, και είναι πάντα παρούσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Στην εποχή των ιδεολογιών, η Δύση κατέληξε να πιστεύει σε έναν εξελικτισμό σύμφωνα με τον οποίο μπορούμε να κάνουμε καλή την ανθρώπινη φύση. Η ανατολική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης όμως διαφέρει από τη δυτική. Ο εξελικτισμός που θέλει να κάνει καλή την ανθρώπινη φύση ήταν ένα κολοσσιαίο σφάλμα, δυνατό μόνο στη νεότερη ιστορία της Δύσης. Η ανατολική θεωρία της ανθρώπινης φύσης επικεντρώνεται στη μεταβολή του χαρακτήρα: θα γίνει ο άνθρωπος ένας μετέχων (σιάοζεν, 小人, κατά λέξη «μικρός άνθρωπος», το αντίθετο του ηγούμενου) που αφήνεται να τον σπρώχνει η απληστία, ή ένας ηγούμενος που τηρεί την ηθική; Ότι αυτό εξαρτάται ολοκληρωτικά από την προσπάθεια του καθενός, αυτή είναι η ανθρώπινη φύση όπως τη συνέλαβε η Ανατολή.

Η ηθική δεν είναι έμφυτη. Γεννιέται από τη μάθηση και από τη μίμηση της συμπεριφοράς των σοφών. (Σιούν Τσε 23:5)

Ο πολιτισμός της Δύσης εισάγει στις ανθρώπινες υποθέσεις τη βούληση και τον νόμο του Θεού. Κρίνει την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη σκόπιμη πράξη ως καλό ή κακό με κριτήριο την υπακοή ή την ανυπακοή στον Θεό. Στον ιουδαϊσμό, ο ορισμός της σκόπιμης πράξης καθορίζεται κυρίως από τη στάση απέναντι στον Θεό: η λατρεία των ειδώλων, η αθέτηση της διαθήκης με τον Θεό κ.ά. Και επειδή όλοι οι κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς ορίστηκαν με τον νόμο, μια εξαιρετικά αυστηρή θεϊκή τιμωρία περιμένει τη σκόπιμη πράξη. Γι’ αυτό, στον πολιτισμό της Δύσης, τα λόγια και οι πράξεις που ακολουθούν το θέλημα του Θεού είναι το καλό, ενώ όσα το παραβαίνουν είναι αμαρτία, πράξη του κακού, και επισύρουν τιμωρία. «Εγώ, ο Κύριος ο Θεός σου, είμαι Θεός ζηλωτής. Σε όσους με μισούν, ανταποδίδω τις αμαρτίες των πατέρων στα παιδιά ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά» (Έξ. 20:5-6). Τελικά, στη Δύση η ανθρώπινη συμπεριφορά βγαίνει από την ανθρώπινη σφαίρα και γίνεται ζήτημα καλού και κακού, αμαρτίας, τιμωρίας και οδύνης, όπου επεμβαίνει ο Θεός: ζήτημα όχι ηθικής, αλλά νόμου.

Η σημασία του νόμου κατείχε ήδη σταθερή θέση στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Στη δυτική ιστορία, οι πολιτικοί ηγέτες περιγράφονται ως «νομοθέτες» (Lawgiver). Ο Σόλων (638–558 π.Χ.), ο πιο γνωστός από τους Επτά Σοφούς της Ελλάδας, είναι γνωστός ιδιαίτερα ως «νομοθέτης». Στη Δύση, ηγέτες γίνονται όσοι φτιάχνουν καλούς νόμους και τους κάνουν να τηρούνται. Στον πολιτισμό της Δύσης, οι θεσμοί και οι νόμοι πολλαπλασιάζονται φυσικά, και οι κυρώσεις κατά όσων τους παραβιάζουν δεν μπορούν παρά να πολλαπλασιάζονται κι αυτές. Ο ρόλος των δικηγόρων μεγαλώνει. Ήδη από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα εμφανίζονται στη Δύση ικανοί δικηγόροι. Ο Δημοσθένης στην Ελλάδα και ο Κικέρων στη Ρώμη ήταν και οι δύο δικηγόροι πριν γίνουν διάσημοι πολιτικοί άνδρες. Ο Κικέρων πήρε τον τίτλο «Πατέρας της πατρίδας» επειδή κατέστειλε τη συνωμοσία του Κατιλίνα. Ο Δημοσθένης, Έλληνας που αντιτάχθηκε στην επέκταση της Μακεδονίας, έγινε διάσημος σε όλη την Ελλάδα.

Ο πυρήνας της ανατολικής θεωρίας της ανθρώπινης φύσης είναι ολόκληρος στραμμένος στη διάπλαση, μετά τη γέννηση, του «χαρακτήρα» μέσα στα όρια της δεδομένης ανθρώπινης φύσης. Το σημαντικότερο κλειδί της διάπλασης του χαρακτήρα είναι η ηθική. Στη διάπλαση του χαρακτήρα, πρώτη θέση δεν έχει ο νόμος, αλλά η ηθική. Στην Ανατολή, για να δηλωθούν οι ηγέτες της κοινωνίας, δεν χρησιμοποιείται η έκφραση «νομοθέτης». Για να δηλώσει τους ηγέτες της κοινωνίας, ο ταοϊσμός χρησιμοποιεί όρους όπως ο σοφός (聖人), ο κομφουκιανισμός ο ηγούμενος (τζιουντζί, 君子).73 Ο σοφός και ο ηγούμενος δεν είναι ειδικοί του νόμου, αλλά «ηγέτες προικισμένοι με ηθική». Στην Ανατολή οι δικηγόροι εμφανίστηκαν μόλις μετά τον 19ο αιώνα. Στην Ανατολή, ηγέτης γίνεται όχι αυτός που απονέμει τον νόμο, αλλά αυτός που αναγνωρίζεται για την ηθική του.

3) Το κριτήριο της ανθρώπινης πράξης: το γιν και το γιανγκ (陰陽) της μεταβολής έναντι του καλού και του κακού (善惡) του όντος

Η θεωρία του γιν και του γιανγκ και η θεωρία του καλού και του κακού λειτουργούν ως κριτήρια της ανθρώπινης πράξης στην Ανατολή και στη Δύση. Στην Ανατολή, από τη σκοπιά ότι όλα αλλάζουν αδιάκοπα, η πράξη ακολουθεί μια φιλοσοφία της μεταβολής που εκτιμά την ευκαμψία και την προσαρμοστικότητα. Η ατομική πράξη αποκτά νόημα όχι τόσο ανεξάρτητα όσο μέσα στις σχέσεις και στο πλαίσιο. Στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση και στη σύνδεση. Η ανθρώπινη πράξη κατανοείται ως αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στο γιν (陰) και στο γιανγκ (陽) μέσα στη φύση και στην κοινωνία. Αποβλέπει στην ισορροπία και στην αρμονία.

Η ανθρώπινη πράξη δείχνει μια ροή και συμμορφώνεται με τους νόμους της φύσης. Ο πυρήνας της φύσης, όπως τη βλέπει η Ανατολή, βρίσκεται στην αδιάκοπη μεταβολή. 74 «Τα μύρια όντα φέρουν στην πλάτη τους το γιν και αγκαλιάζουν το γιανγκ.» «Όταν ο ήλιος φωτίζει το βουνό, φανερώνεται η φωτεινότητα (το γιανγκ). Όταν έρχεται το βράδυ και ο ήλιος χάνεται, το βουνό δείχνει το σκοτάδι (το γιν).» Στο Τάο Τε Τσινγκ, όλα τα όντα της φύσης εκφράζονται με το γιν και το γιανγκ.

Τα μύρια όντα φέρουν στην πλάτη τους το γιν και αγκαλιάζουν το γιανγκ. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 42)

Το Ντάο, το κέντρο όλων των πραγμάτων, υπάρχει πάντα, παντού, για όλους. Το Ντάο είναι η τάξη της φύσης και του σύμπαντος. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, ό,τι κι αν πιστεύει, δεν μπορεί παρά να είναι ένα ον που ακολουθεί το Ντάο. Ο Θεός είναι επιλογή, το Ντάο όμως είναι αναγκαιότητα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει από το Ντάο. Όλοι στηρίζονται στο Ντάο και ζουν μέσα σε αυτό.

Το Ντάο του ουρανού ωφελεί όλους και δεν βλάπτει κανέναν. (Τάο Τε Τσινγκ 81)

Επειδή το Ντάο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, δεν επεμβαίνει μία προς μία στις υποθέσεις του καθενός. Είναι αδιάφορο για τις ανθρώπινες υποθέσεις. Οι άνθρωποι αποφασίζουν μόνοι τους για τις υποθέσεις τους μέσα στα όρια του Ντάο. Η φύση δεν αλλάζει τους νόμους της εξαιτίας του ανθρώπου. Οι ανθρώπινες υποθέσεις εκφράζονται όχι με τη θεωρία του καλού και του κακού, αλλά με τη θεωρία του γιν και του γιανγκ. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όσα κάνει. Δουλεύει σκληρά το καλοκαίρι για να μαζέψει τροφή και ξεκουράζεται τον χειμώνα. Όποιος δεν δουλεύει το καλοκαίρι και μόνο διασκεδάζει δεν μπορεί να γλιτώσει τη στέρηση τον χειμώνα. Το Ντάο βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό και ισχύει για όλους. Οι καλοί χαίρονται το Ντάο, και όσοι δεν είναι καλοί δέχονται την προστασία του. Το Ντάο δεν έχει εχθρούς. Η θεωρία του καλού και του κακού δεν έχει θέση εκεί.

Το Ντάο είναι ο τόπος όπου κατοικούν τα μύρια όντα. Το Ντάο είναι ο θησαυρός των καλών και ταυτόχρονα η προστασία όσων δεν είναι καλοί. (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 62)

Ο πολιτισμός της Δύσης ρυθμίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις με τη θεωρία του καλού και του κακού. Το μη ον (無) αντιμετωπίζεται ως ύπαρξη του «κακού». Το ον (有) φέρει το «καλό» νόημα ότι έδιωξε το σκοτάδι και την αταξία και έφτιαξε έναν κόσμο φωτός και τάξης. Αυτή είναι η αρχή της θεωρίας του καλού και του κακού. Η αμετάβλητη θεωρία του καλού και του κακού γεννιέται από τη δυτική φιλοσοφία του όντος. Τα δημιουργημένα, αμετάβλητα όντα, μπλεγμένα στη θεωρία του καλού και του κακού, χωρίζονται αναπόφευκτα και αντιπαρατίθενται.

Το να λέμε ότι ο Θεός είναι αγαθός θέτει ένα θεμελιωδώς άλυτο ερώτημα: από πού προέρχεται το αντίθετο του καλού, το κακό, και γιατί υπάρχει; Το Ντάο περιλαμβάνει και το φως και το σκοτάδι, και το καλό και το μη καλό (不善). Έτσι κρατιέται μακριά από την «καταφατική» έκφραση της απόλυτης αλήθειας. Αυτό τονίζεται ακατάπαυστα στο Τάο Τε Τσινγκ: το Ντάο είναι διαυγές σαν το νερό του χειμάρρου και θολό σαν το λασπόνερο (Τάο Τε Τσινγκ 15). Το Ντάο αναμειγνύεται με το φως, αναμειγνύεται με το σκοτάδι, και μέσα του γίνονται ένα (Τάο Τε Τσινγκ 56). Αυτή η θεμελιώδης αντίληψη του Ντάο είναι βαθιά διαδεδομένη στον πολιτισμό της Ανατολής. 75 Η δυτική προσέγγιση ξεκινά από τη φιλοσοφία του όντος και επικεντρώνεται στην ανάλυση και στη διάκριση των αρχών του «όντος». Η ανατολική προσέγγιση επικεντρώνεται στην κατανόηση των αρχών της φύσης και των ανθρώπινων υποθέσεων ξεκινώντας από τη «μεταβολή». Όταν δίνει κανείς έμφαση στη μεταβολή, οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν δυϊσμό της συμπληρωματικότητας. Ένας πολιτισμός που έχει φιλοσοφία του γιν και του γιανγκ δύσκολα μπορεί να εφαρμόσει στις ανθρώπινες υποθέσεις έννοιες καλού και κακού με απόλυτο χαρακτήρα. Το γιν και το γιανγκ της μη-πράξης είναι μια έννοια που εξηγεί την αρχή της μεταβολής της φύσης· το καλό και το κακό της σκόπιμης πράξης είναι μια έννοια που εξηγεί την ηθική κρίση του ανθρώπου. Το γιν και το γιανγκ της μη-πράξης είναι αξιολογικά ουδέτερα· το καλό και το κακό της σκόπιμης πράξης είναι αξιολογικές κρίσεις.

Το γιν και το γιανγκ έχουν ως κριτήριο την αρμονία ή τη συμπληρωματικότητα. Το γιν και το γιανγκ βρίσκονται σε μια σχέση αδιάκοπης αλληλεπίδρασης και μετατροπής. Όπως η μέρα και η νύχτα, η σκληρότητα και η πραότητα, η ζωή και ο θάνατος, όλα τα όντα βρίσκουν την ισορροπία τους μέσα στη μεταβολή. Το γιν και το γιανγκ δεν είναι απόλυτες οντότητες· ορίζονται μέσα στη σχέση τους. Ανάλογα με την κατάσταση, το γιν μπορεί να μετατραπεί σε γιανγκ και το γιανγκ σε γιν. Το γιν και το γιανγκ αντιτίθενται, κι όμως κανένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Δεν είναι ανεξάρτητες, απομονωμένες οντότητες· το καθένα χρειάζεται πάντα το άλλο. Η αρμονία γεννιέται μέσα στην αντίθεση, και η ίδια η μεταβολή είναι η αρχή της τάξης. «Το γιν και το γιανγκ πραγματώνουν την αρμονία (和) μέσω του τσι (氣)» (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 42). Το γιν και το γιανγκ σημαίνουν την αρμονία, δηλαδή τη συμπληρωματικότητα. Όταν το φως του ήλιου φωτίζει το βουνό, αυτό αλλάζει όψη σε γιν και γιανγκ. Το σκοτεινό και το φωτεινό σημαίνουν την αρμονία, τη συμπληρωματικότητα του φωτός και του βουνού. Ο άντρας και η γυναίκα, ο ηγεμόνας και ο υπήκοος, ο πατέρας και ο γιος, το καλοκαίρι και ο χειμώνας, το μπρος και το πίσω, το ψηλά και το χαμηλά: στην ανατολική σκέψη, όλα αυτά στέκονται σε συμπληρωματικές σχέσεις που εναρμονίζονται όπως το γιν και το γιανγκ.

Η δυτική θεωρία του καλού και του κακού διακρίνει το καλό από το κακό μέσα στη δυαδικότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε «εκλεκτούς» και «απόβλητους». Η διάκριση καλού και κακού αντιπαραθέτει αναπόφευκτα τα δύο. Ένας από τους πυρήνες της εξ αποκαλύψεως θρησκείας είναι η θεωρία του καλού και του κακού. Η διάκριση καλού και κακού είναι μια έννοια που δεν υπάρχει στη φιλοσοφία του Ντάο. Κι αυτό επειδή το Ντάο βλέπει την ουσία των ανθρώπινων υποθέσεων όχι στο καλό και στο κακό, αλλά στο γιν και στο γιανγκ. Στη Δύση εμφανίζονται, ως έννοιες αντίθετες στη θεωρία του καλού και του κακού, η αξιολογική ουδετερότητα, ο ηθικός σχετικισμός και ο ηθικός μηδενισμός. Η εξ αποκαλύψεως θρησκεία και οι φιλοσοφίες του Πλάτωνα και του Καντ ακολουθούν αυτή την ανάλυση, που αποτελεί μία από τις κεντρικές ιδέες του πολιτισμού της Δύσης. Δεν μπορούμε όμως να εφαρμόσουμε στον πολιτισμό της Ανατολής αυτές τις δυτικοκεντρικές αντίθετες έννοιες για να τους συγκρίνουμε. Γιατί η ανατολική σκέψη είναι χτισμένη γύρω από μια άλλη κοσμοαντίληψη και γύρω από άλλη αρχή και άλλους νόμους των ανθρώπινων υποθέσεων. Δεν μπορούμε να υποβιβάσουμε τον πολιτισμό της Ανατολής σε αξιολογική ουδετερότητα, ηθικό σχετικισμό ή ηθικό μηδενισμό επειδή διαφέρει από τη Δύση. Η θεωρία του γιν και του γιανγκ ακολουθεί τη φιλοσοφία της μεταβολής: είναι ένα φιλοσοφικό πλαίσιο που εξηγεί τη μεταβολή και την αρμονία των όντων. Στη Δύση, το καλό είναι πάντα καλό και το κακό πάντα κακό. Οι ερμηνείες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την εποχή και τον πολιτισμό, η ουσιαστική διάκριση όμως δεν αλλάζει. Η θεωρία του καλού και του κακού είναι ένα ηθικό κριτήριο που κρίνει την ανθρώπινη πράξη και ύπαρξη από τη σκοπιά της σκόπιμης πράξης. Θεωρείται απόλυτη αξία, που δεν μεταβάλλεται σχετικά όπως το γιν και το γιανγκ.

Επειδή η δυτική σκέψη διακρίνει τις ανθρώπινες υποθέσεις μέσα στα όρια του καλού και του κακού, δυσκολεύεται να κατανοήσει την ανατολική σκέψη. Μόνο αν προβάλουμε την ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ μπορούμε να τη συγκρίνουμε με τη δυτική θεωρία του καλού και του κακού. Στις αρχές των ανθρώπινων υποθέσεων, η θεωρία του γιν και του γιανγκ παίζει ρόλο ακριβώς αντίθετο από τη θεωρία του καλού και του κακού. Λειτουργούν ως αρχές των ανθρώπινων υποθέσεων σύμφωνα με δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Η θεωρία του γιν και του γιανγκ έχει κέντρο τις έννοιες της αρμονίας και της συμπληρωματικότητας που ενυπάρχουν στη φυσική φιλοσοφία. Η θεωρία του καλού και του κακού έχει κέντρο τις έννοιες της ηθικής κρίσης και της αμοιβαίας αντίθεσης που ενυπάρχουν στη θρησκεία ή στη μεταφυσική φιλοσοφία.

Η θεωρία του καλού και του κακού, αρχή των ανθρώπινων υποθέσεων στη Δύση, συνδέεται με τον δημιουργισμό. Η δημιουργία είναι ο λόγος του Θεού, και η δημιουργία είναι μια καλή ύπαρξη που γεννιέται διώχνοντας το σκοτάδι, το οποίο θεωρείται κακό. Η σημασία της δημιουργίας, συνδεδεμένη με τη θεωρία του καλού και του κακού, φαίνεται καθαρά και στις αφηγήσεις του «αγώνα ενάντια στο Χάος» (struggle against Chaos) που συνδέονται με τους μύθους της δημιουργίας της Δύσης και της Μέσης Ανατολής. Η αληθινή «ύπαρξη», όμοια με το φως, αρχίζει όταν ο άνθρωπος συντρίβει τα κακά όντα που εμφανίζονται ως σύμβολα του χάους: θαλάσσια τέρατα, δράκους, μεγάλα φίδια. Και ο Έλληνας ποιητής Ησίοδος είχε μια κοσμοαντίληψη παρόμοια με εκείνη της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Πίστευε ότι στην αρχή ήταν το χάος και ότι από αυτό γεννήθηκαν ο κόσμος, που σημαίνει σύμπαν και τάξη, καθώς και πολλοί θεοί. Το αξίωμα και η διαδικασία σύμφωνα με τα οποία μια καλή τάξη δημιουργήθηκε νικώντας ένα κακό χάος οδήγησαν τελικά τον πολιτισμό της Δύσης να διεξάγει τις ανθρώπινες υποθέσεις σύμφωνα με τη θεωρία του καλού και του κακού. Στη Γένεση, αμέσως μετά τη δημιουργία του ανθρώπου εμφανίζεται ακριβώς η αφήγηση για το καλό και το κακό:

Ο Κύριος ο Θεός είπε: «Από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού να μη φας· γιατί τη μέρα που θα φας από αυτό, θα πεθάνεις οπωσδήποτε»… Και το φίδι είπε στη γυναίκα: «Δεν θα πεθάνετε καθόλου· ο Θεός ξέρει ότι τη μέρα που θα φάτε από αυτό, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν τον Θεό, γνωρίζοντας το καλό και το κακό». (Γέν. 2:17, 3:4)

Ακολουθεί η εικόνα του Κάιν, του πρώτου γιου του Αδάμ και της Εύας, που διαπράττει την αμαρτία, δηλαδή το κακό, να σκοτώσει τον Άβελ, τον δεύτερο γιο. Έτσι ο Θεός διακρίνει το καλό από το κακό ήδη από την αρχή. Ο Θεός στέκεται με το μέρος του καλού.

Ο Μωυσής είπε: «Δείξε μου τη δόξα σου». Και ο Κύριος απάντησε: «Θα κάνω να περάσει μπροστά σου όλη η αγαθότητά μου (善) και θα διακηρύξω μπροστά σου το όνομα “Γιαχβέ”». (Έξ. 33:18-19)

Αυτή η θεωρία του καλού και του κακού παραμένει κεντρικό ζήτημα και στη χριστιανική Βίβλο.

ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ θεός. (Μάρκ. 10:18)

Ο Θεός ενεργεί μόνο για όσους πιστεύουν σε αυτόν. Τη θρησκεία, τις περισσότερες φορές, την κληρονομεί κανείς από τους γονείς του πριν από κάθε ατομική επιλογή. Η διδασκαλία περιγράφει αυτή την επιλογή ως χάρη (grace) του Θεού. Όσοι πιστεύουν στον Θεό χάρη σε αυτή τη χάρη δέχονται την ισχυρή του προστασία. Ο Θεός κάνει γι’ αυτούς θαύματα και κυβερνά τις υποθέσεις τους. Ιδιαίτερα, για όσους πιστεύουν σε αυτόν, ο Θεός θέτει την αρχή ότι όποιον ο άνθρωπος θεωρεί εχθρό του γίνεται και εχθρός του Θεού. Η θεωρία του καλού και του κακού κάνει την εμφάνισή της.

Έτσι εμφανίζεται στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία η ιδέα ότι ο εχθρός είναι απόλυτα κακός: η θεωρία του καλού και του κακού. Η θεωρία του καλού και του κακού είναι μια έννοια που δεν υπάρχει στη φιλοσοφία του Ντάο. Το Ντάο κρατιέται μακριά της. Το Ντάο είναι «ο θησαυρός των καλών, η προστασία όσων δεν είναι καλοί». Το Ντάο επιλέγει τη θεωρία του γιν και του γιανγκ αντί για τη θεωρία του καλού και του κακού. Ο Θεός είναι «ο θησαυρός των καλών, ο εχθρός των κακών». Επειδή οι πιστοί τιμωρούνται αν δεν ακολουθούν τον Θεό, πρέπει να τον υπακούουν απόλυτα· έτσι το χρώμα του καλού και του κακού γίνεται απόλυτο και κυριαρχεί σε όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις.

Θα τιμωρήσω τον κόσμο για την κακία του και τους ασεβείς για τις ανομίες τους· θα κάνω να πάψει η υπεροψία των αλαζόνων και θα ταπεινώσω την έπαρση των τυράννων. (Ησ. 13:11)

Στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία, το καλό και το κακό γίνονται ζήτημα του νόμου που πρόσταξε ο Θεός. Ο Θεός γίνεται Θεός της τιμωρίας, που ανταμείβει τους καλούς και τιμωρεί τους κακούς. Επειδή η τιμωρία του καλού και του κακού γίνεται εντολή του νόμου, και οι ανταμοιβές και οι τιμωρίες του είναι σκληρές, οι άνθρωποι αρχίζουν να φοβούνται «τη θεωρία του καλού και του κακού του Θεού». Η δυτική θεωρία του καλού και του κακού, με κέντρο την αμαρτία και την τιμωρία, επιδρά στον άνθρωπο τιμωρώντας όσους κάνουν το κακό και ανταμείβοντας τους καλούς. Τότε ο νόμος που κρίνει την αμαρτία και την τιμωρία γίνεται σημαντικός. Το Λευιτικόν, οι Αριθμοί και το Δευτερονόμιον, τρία από τα πέντε βιβλία της Πεντατεύχου, είναι γεμάτα ακριβείς και αυστηρούς νόμους και τιμωρίες για όλους. Αυτή η σκέψη κυριάρχησε στον κόσμο της δυτικής σκέψης στα χίλια χρόνια του Μεσαίωνα ως τις αρχές της Αναγέννησης. Η θεωρία του καλού και του κακού παρέμεινε στον πυρήνα του πολιτισμού της Δύσης ακόμη και μετά την εμφάνιση του ντεϊσμού.

Το Τάο Τε Τσινγκ, αντίθετα, δεν λέει τίποτε για τη διάκριση του καλού και του κακού ούτε για την τιμωρία που τη συνοδεύει. Οι ανθρώπινες υποθέσεις δεν μπορεί παρά να έχουν καλό και κακό. Η ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ εκφράζει τις ανθρώπινες υποθέσεις όχι με το καλό και το κακό, αλλά με την καλοτυχία και την κακοτυχία (吉凶). Η καλοτυχία και η κακοτυχία δεν τις στέλνει ο Θεός· τις επιλέγει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εμφανίζονται φυσικά σε όσους ακολουθούν ή παραβαίνουν το Ντάο, τη φυσική φιλοσοφία. Τίποτε δεν είναι αιώνιο. Όλα αλλάζουν αδιάκοπα. Στη ζωή, η καλοτυχία, το καλό, αλλάζει πάντα, και η κακοτυχία, το κακό, αλλάζει κι αυτή πάντα. Αυτή η συνείδηση της ζωής γέρνει, στην πορεία των ανθρώπινων υποθέσεων, προς τη θέση της θεωρίας του γιν και του γιανγκ, θεμελιωμένης στη φιλοσοφία της μεταβολής.

Ο πολιτισμός της Ανατολής γνωρίζει καλά την παροιμία για «το άλογο του γέρου από τα σύνορα» (塞翁之馬), σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί κανείς να προβλέψει βιαστικά την καλοτυχία και την κακοτυχία μιας ζωής. Στην Ανατολή θεωρείται ότι πρέπει να κοιτάξει κανείς ολόκληρη τη ζωή για να κρίνει την καλοτυχία ή την κακοτυχία της: να βλέπει τη ζωή με τη φιλοσοφία της μεταβολής, όχι με τη φιλοσοφία του όντος. Γι’ αυτό στην Ανατολή η καλοτυχία και η κακοτυχία ορίζονται από μια ηθική της μεταβολής μάλλον παρά από έναν νόμο του όντος. Η ανατολική σκέψη περιέχει πολλές ηθικές διδασκαλίες με μορφή συμβουλών ή προτροπών, μάλλον παρά καταναγκαστικών εντολών όπως ο νόμος: «Ο ηγούμενος τηρεί το Ντάο και γνωρίζει καλοτυχία· ο μετέχων παραβαίνει το Ντάο και γνωρίζει κακοτυχία» (Τζόου Ι, Μεγάλο σχόλιο, πρώτο μέρος, κεφάλαιο 3).

Η θεωρία του γιν και του γιανγκ ξεκινά από τις φυσικές, χρονικές και βιολογικές διαφορές της φύσης και διευρύνεται σιγά σιγά, ώσπου να περιλάβει αισθητικές διαφορές όπως το ωραίο και το άσχημο, ηθικές διαφορές όπως το καλό και το κακό, και κοινωνικές και ηθικές διαφορές όπως το εδώ και το εκεί, ο άλλος και εγώ.76 Κι αυτό γιατί στο γιν και στο γιανγκ οι δύο έννοιες είναι συμπληρωματικές, και αν λείπει το ένα στοιχείο, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε το άλλο. Στη θεωρία του καλού και του κακού, αντίθετα, οι δύο έννοιες αντιτίθενται και αποκτούν χαρακτήρα αμοιβαίας σύγκρουσης.

Επειδή η θεωρία του γιν και του γιανγκ δεν χρησιμοποιείται στη Δύση, δεν έπαιξε σχεδόν κανέναν ρόλο στις συζητήσεις για την παγκόσμια ιστορία της σκέψης ή τη φιλοσοφία τους δύο τελευταίους αιώνες, όπου κυριαρχεί το δυτικό παράδειγμα. Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι η ανθρώπινη σκέψη αποτελείται από δύο πράγματα, τη δυτική αντίθεση και την ανατολική συμπληρωματικότητα, βρίσκει εφαρμογή σε ποικίλους τομείς.77 Μέσα στον πολιτισμό της Ανατολής, το να βλέπουμε τον ταοϊσμό ως γιν και τον κομφουκιανισμό ως γιανγκ είναι μια πολύ χρήσιμη διάκριση. Και για να συγκρίνουμε τους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης, το να βλέπουμε τον πολιτισμό της Ανατολής ως γιν και τον πολιτισμό της Δύσης ως γιανγκ είναι μια πολύ χρήσιμη και εύστοχη διάκριση. Μια τέτοια διάκριση δύσκολα θα τη βρει κανείς σε άλλες έννοιες. Το Ντάο και ο Θεός δείχνουν καθαρά τη διαφορά γιν και γιανγκ. Το αφανέρωτο του Ντάο και το φανερωμένο του Θεού δείχνουν τη διαφορά γιν και γιανγκ: το Ντάο εκτιμά τη δεκτική και θηλυκή (陰) πλευρά, ο Θεός την ενεργητική και αρσενική (陽) πλευρά.

Χάρη στον δυϊσμό της συμπληρωματικότητας, το θεμέλιο της θεωρίας του γιν και του γιανγκ, ο δυϊσμός της αντίθεσης, της σύγκρουσης και του αγώνα, έχασε τη φιλοσοφική του δύναμη στον πολιτισμό της Ανατολής. Ο δυϊσμός της συμπληρωματικότητας και ο δυϊσμός της αντίθεσης παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των φιλοσοφικών ρευμάτων των δύο πολιτισμών. Πράγματι, ακόμη και στην ανάπτυξη της λογικής, η προτίμηση για την ανατολική εξήγηση με τον παραλληλισμό (對句) και για τη δυτική εξήγηση με τον συλλογισμό οφείλεται στον δυϊσμό της συμπληρωματικότητας και στον δυϊσμό της αντίθεσης.78 Η ανατολική σκέψη του γιν και του γιανγκ δέχεται μια θεμελιώδη δυαδικότητα του σύμπαντος, τονίζει όμως τη συμπληρωματική και αλληλοεξαρτώμενη σχέση ανάμεσα στα δύο στοιχεία της. Κατά συνέπεια, σε μια κουλτούρα του δυϊσμού της συμπληρωματικότητας και του γιν και του γιανγκ, η πολιτική ηθική και η πολιτική οικονομία που εκτιμά η Ανατολή αναπτύχθηκαν μαζί με τη συγκρότηση των εθνών-κρατών, την Εποχή των Εμπόλεμων Βασιλείων, πριν από την εποχή μας. Ο δυϊσμός της αντίθεσης και η θεωρία του καλού και του κακού της Δύσης, αντίθετα, με την άνθηση της εξ αποκαλύψεως θρησκείας, οδήγησαν στον σεβασμό του νόμου, και κύριο ρεύμα έγινε η ανάπτυξη της μεταφυσικής.

Η Ανατολή του γιν και του γιανγκ βλέπει τη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία ως φτιαγμένες και οι δύο από την αλληλεπίδραση του γιν και του γιανγκ. Το γιν και το γιανγκ δεν βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση· σχηματίζουν μια συμπληρωματική σχέση και είναι η αρχή που εξηγεί τη μεταβολή και την αρμονία. Η μέρα και η νύχτα, το αρσενικό και το θηλυκό, η σκληρότητα και η πραότητα είναι καλά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για αξιολογική κρίση, όπως το καλό και το κακό, αλλά για την ισορροπία και την κυκλική κίνηση της ύπαρξης. Το γιν και το γιανγκ δείχνουν μια σχεσιακή και συγχωνευτική κοσμοθεωρία: «δύο και όμως ένα». Αυτή η σχεσιακή και συγχωνευτική κοσμοθεωρία ανήκει σε άλλη τάξη από τον δυϊσμό ή τον μονισμό που υποστηρίζει το δυτικό φιλοσοφικό σύστημα.

Η Δύση οικοδομεί έναν πολιτισμό που κατανοεί τον κόσμο της φύσης και του ανθρώπου ως αντίθεση ηθικών αξιών. Διακηρύσσει απόλυτες και αντιθετικές αξίες, που εμφανίζονται στον ελληνικό πολιτισμό και στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία με τη μορφή μιας θεωρίας του καλού και του κακού που τονίζει την ηθική πλευρά. Οι ηθικές καλές πράξεις και η αμαρτία, ο Θεός και ο διάβολος, ο παράδεισος και η κόλαση είναι καλά παραδείγματα. Έτσι εδραιώνεται στον πολιτισμό της Δύσης ένα φιλοσοφικό σύστημα όπου, με την έμφαση στην ελεύθερη βούληση και στην ευθύνη του ανθρώπου, η επιλογή ανάμεσα στο καλό και στο κακό γίνεται το κεντρικό πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η θεωρία του γιν και του γιανγκ εκτιμά τη σχέση και την αρμονία περισσότερο από την αξιολογική κρίση· η θεωρία του καλού και του κακού εκτιμά την ηθική επιλογή και την ευθύνη του ανθρώπου. Γι’ αυτό η Ανατολή κατέληξε να τονίζει την τάξη και την ισορροπία της κοινωνίας, και η Δύση την ηθική κρίση και τη σωτηρία του ατόμου.

Η διάρκεια της θεωρίας του γιν και του γιανγκ έναντι της δύναμης και του κινδύνου της θεωρίας του καλού και του κακού

Σε τι διαφέρουν η θεωρία του γιν και του γιανγκ και η θεωρία του καλού και του κακού; Η θεωρία του καλού και του κακού ασκεί ισχυρή επιρροή στον άνθρωπο. Το πρόβλημα είναι ότι τη συνοδεύει ένας κίνδυνος: η εχθρότητα ανάμεσα σε πιστούς και μη πιστούς, και η εχθρότητα ανάμεσα σε όσους πιστεύουν σε διαφορετικούς θεούς. Τον θεό που επιλέγει ο καθένας τον κληρονομεί, σε γενικές γραμμές, από τους γονείς του. Πάνω στη γη υπάρχουν ταυτόχρονα πολλοί θεοί. Επειδή καθένας από αυτούς τους θεούς είναι απόλυτος, οι θεοί ή οι προφήτες των εξ αποκαλύψεως θρησκειών δύσκολα συνυπάρχουν αρμονικά. Ο Θεός προαναγγέλλει την αυστηρότερη τιμωρία σε όσους πιστεύουν σε άλλους θεούς: μια τιμωρία του καλού και του κακού που εκτείνεται ως τη δέκατη γενιά. Αυτή η διάσπαση καλού και κακού γεννιέται ακόμη και ανάμεσα σε αιρέσεις που πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Η σφοδρή εχθρότητα ανάμεσα στις αιρέσεις φαίνεται κάποτε να ξεπερνά ακόμη και την εχθρότητα προς τους άλλους θεούς. Στον χριστιανισμό, η σύγκρουση καθολικών και προτεσταντών κυριάρχησε στην ιστορία των αρχών των νεότερων χρόνων στη Δύση.

Το Ντάο, που κρατιέται μακριά από τον ανθρωπομορφισμό, δεν έχει εκ πρώτης όψεως, σε αντίθεση με τον ανθρωπόμορφο Θεό, ανθρώπινα συναισθήματα και αποφεύγει την επέμβαση· έτσι η επιρροή του στον άνθρωπο δεν είναι άμεση. Δεν υπάρχει όμως άλλο Ντάο εκτός από το Ντάο, ούτε αιρέσεις μέσα στο Ντάο. Όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαίρεση, ακολουθούν ένα μόνο Ντάο. Έχει διάρκεια. Στον πολιτισμό της Ανατολής, το σύμπαν αλλάζει διαρκώς, και η μεταβολή εναλλάσσεται όπως το γιν και το γιανγκ και πραγματώνει την αρμονία. Στη ρίζα της υπάρχει ένα πράγμα: το Ντάο. Το Ντάο δεν διακρίνει το καλό από το κακό.

Πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο καλό και στο κακό; (Τάο Τε Τσινγκ, κεφάλαιο 20)

Στις ανθρώπινες υποθέσεις, η θεωρία του γιν και του γιανγκ χρησιμοποιεί όχι μια απόλυτη διάκριση καλού και κακού, αλλά το κριτήριο του αρεστού και του μη αρεστού (好-不好). Θεωρεί ότι το καλό και το κακό αλλάζουν τελικά, όπως το αρεστό και το μη αρεστό. Το Τάο Τε Τσινγκ και τα κομφουκιανά κλασικά κείμενα έλυσαν το πρόβλημα του καλού και του κακού με διαφορετικό τρόπο από τη Δύση. Εδραίωσαν την ιδέα ότι το καλό και το κακό ανήκουν στον άνθρωπο και δεν έχουν καμία σχέση με τη φύση ή με το Ντάο. Στην Ανατολή, το Ντάο, πλησιάζοντας τον άνθρωπο όπως είναι η φύση, του ενέπνευσε όχι μια θεωρία του καλού και του κακού, αλλά τη φιλοσοφία της μεταβολής που υπάρχει στη φύση. Το βουνό εκφράζει τη φωτεινότητα και το σκοτάδι, που αλλάζουν με τις ώρες. Η φωτεινότητα και το σκοτάδι δεν μπορούν να γίνουν καλό και κακό. Η φιλοσοφία της μεταβολής γίνεται, μέσω της σκέψης του γιν και του γιανγκ, η ρίζα της ανατολικής σκέψης. Ενώ ο Θεός της Δύσης τάχθηκε νωρίς με το μέρος του καλού, το Ντάο της Ανατολής υπερβαίνει το καλό και το κακό και επιλέγει την άλλη όχθη. Ο πολιτισμός της Δύσης κάνει κέντρο της σκέψης του τη θεωρία του καλού και του κακού, και ο πολιτισμός της Ανατολής τη θεωρία του γιν και του γιανγκ.

Σημαντικά στοιχεία της θεωρίας του καλού και του κακού είναι οι έννοιες της αμαρτίας και της τιμωρίας. Οι καλοί ανταμείβονται από τον Θεό, και οι κακοί, επειδή αμάρτησαν, τιμωρούνται από τον Θεό. Και στην Ανατολή υπάρχει κάτι παρόμοιο με τις έννοιες της αμαρτίας και της τιμωρίας, όπως στις εκφράσεις «αμάρτησα στον ουρανό» ή «θα δεχτεί την τιμωρία του ουρανού». Το Ντάο του ταοϊσμού όμως βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό· και επειδή οι καλοί ακολουθούν το Ντάο, το αποτέλεσμα είναι ότι το Ντάο είναι με τους καλούς. Με την ίδια λογική, το Ντάο μόνο ωφελεί· όσοι δεν είναι καλοί, μη ακολουθώντας το Ντάο εξαιτίας των δικών τους επιλογών και πράξεων, «φέρνουν οι ίδιοι το κακό στον εαυτό τους». Δεν είναι το Ντάο που τους τιμωρεί.

Η φιλοσοφία του Ντάο δεν πιστεύει στις ανταμοιβές και στις τιμωρίες του ουρανού. Ούτε πιστεύει στη θεωρία της αντήχησης ουρανού και ανθρώπου (天人感應), θεμέλιο του μυστικισμού, σύμφωνα με την οποία οι ανθρώπινες πράξεις συγκινούν τον ουρανό και τον κάνουν να ενεργεί.79 Η παροιμία «Βοήθα τον εαυτό σου, και ο ουρανός θα σε βοηθήσει» σημαίνει ότι ο άνθρωπος, και όχι ο Θεός, πρέπει να βοηθά τον εαυτό του. Είναι μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία ο ουρανός δεν ανταμείβει τους καλούς ούτε τιμωρεί όσους δεν είναι καλοί· ο ουρανός είναι σταθερός, και ο άνθρωπος απλώς φέρνει ο ίδιος στον εαυτό του την καλοτυχία ή την κακοτυχία με τις επιλογές και τις πράξεις του. Σύμφωνα με αυτή τη σκέψη, το καλό και το κακό ανήκουν στην ανθρώπινη σφαίρα, και η αρχή της φύσης, το Ντάο, βρίσκεται πέρα από αυτά.

Η ειρήνη και οι αναταραχές του κόσμου αποφασίζονται από τον ουρανό; Η κίνηση του ήλιου, της σελήνης και των άστρων ήταν η ίδια επί του σοφού βασιλιά Γιου και επί του τυράννου Τζιε. Με την ίδια κίνηση του ουρανού, ο Γιου έφερε την ειρήνη και ο Τζιε τις αναταραχές. Επομένως η ειρήνη και οι αναταραχές του κόσμου δεν αποφασίζονται από τον ουρανό. (Σιούν Τσε 17-5)

Η θεωρία του γιν και του γιανγκ ακολουθεί τους νόμους της φύσης· η θεωρία του καλού και του κακού ακολουθεί την εξ αποκαλύψεως θρησκεία ή την ηθική κρίση. Η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη, η δικαιοσύνη είναι το καλό· η υποδούλωση, οι διακρίσεις, το μίσος, η αδικία είναι το κακό. Το καλό και το κακό ακολουθούν μια δομή αντίθεσης, όπου η νίκη επί του κακού γίνεται ηθικός στόχος και πραγμάτωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στη θρησκεία συνδέεται με τη σωτηρία και αναπτύσσει μια ακόμη ισχυρότερη δύναμη, εκείνη της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Σε σύγκριση με τη θεωρία του γιν και του γιανγκ, η θεωρία του καλού και του κακού μπορεί να δώσει στον άνθρωπο μεγάλη δύναμη, περιέχει όμως τον κίνδυνο να γείρει προς μία μόνο πλευρά και να μην μπορεί να διαρκέσει. Αντίθετα, στην ανθρώπινη πράξη η θεωρία του γιν και του γιανγκ είναι λιγότερο ισχυρή από τη θεωρία του καλού και του κακού, είναι όμως βιώσιμη.

Με την εμφάνιση του ντεϊσμού και την πρόοδο των επιστημών, ο αριθμός όσων πιστεύουν στη Δύση ότι ο Θεός κάνει θαύματα ή κυβερνά τις ανθρώπινες υποθέσεις μέσω του ανθρωπομορφισμού μειώνεται. Όμως η σημασία της εξ αποκαλύψεως θρησκείας δεν χάνεται επειδή τα θαύματα ή ο ανθρωπομορφισμός που υποστηρίζει δημιουργούν προβλήματα. Γιατί ο Θεός της εξ αποκαλύψεως θρησκείας εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στο επίπεδο του ψυχολογικού ενστίκτου αυτοσυντήρησης: της αίσθησης ότι ένας απόλυτος Θεός μάς προστατεύει. Η ανθρώπινη πράξη επηρεάζεται έντονα όχι από το πνεύμα, αλλά από την ψυχολογία. Ο άνθρωπος έχει ψυχολογικά ανάγκη από έναν Θεό που τον προστατεύει και απαντά στις προσευχές του.

Ο άνθρωπος έχει ψυχολογικά ένα βαθύ ένστικτο να προστατεύει τον εαυτό του. Γι’ αυτό δημιούργησε το ον που λέγεται Θεός. Έτσι στηρίζεται στον Θεό για την προστασία και την ασφάλειά του, όπως το παιδί στηρίζεται στους γονείς του.80

Αν το αναλύσουμε φιλοσοφικά, η θεωρία του γιν και του γιανγκ φαίνεται, για να ζει κανείς τη ζωή του, πιο ορθολογική και πιο πειστική από τη θεωρία του καλού και του κακού, γιατί έχει διάρκεια. Στην πραγματικότητα όμως, η θεωρία του καλού και του κακού δεν χάνεται και δεν μπορεί παρά να χρησιμεύει στη ζωή. Δεν διαρκεί πολύ, όμως η δύναμή της απευθύνεται έντονα στην ανθρώπινη φύση.

Το καλό και το κακό κρίνονται ανάλογα με το αν βοηθούν ή εμποδίζουν τη διατήρηση της ύπαρξής μας: δηλαδή αν αυξάνουν ή μειώνουν, αν ευνοούν ή καταργούν τη δύναμή μας να δρούμε. 81

Κι αυτό γιατί, τελικά, τον άνθρωπο δεν τον κυβερνά το πνεύμα, αλλά η ανθρώπινη φύση, που ενώνει το ένστικτο και το πνεύμα. Η θεωρία του καλού και του κακού, τονίζοντας την τιμωρία του κακού, μπορεί να φανεί χρήσιμη για την επιβίωση. Αν η θεωρία του καλού και του κακού, «ο κακός θα τιμωρείται ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά», χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, είναι επειδή, σε καταστάσεις που απειλούν άμεσα την επιβίωση, η έννοια του κακού μπορεί να χρησιμεύσει ως ισχυρό όργανο απέναντι στον εχθρό, στο όνομα της «αυτοσυντήρησης».

Η Τέχνη του πολέμου του Σουν Τσε, του γιν και του γιανγκ, έναντι του Κλαούζεβιτς, του καλού και του κακού

Ο χαρακτήρας αντίθεσης και αποκλεισμού, χωρισμού και αγώνα του πολιτισμού της Δύσης, και αντίστοιχα ο χαρακτήρας ομόνοιας και αποδοχής, αρμονίας και συμφιλίωσης του πολιτισμού της Ανατολής, βρίσκονται παντού στις θρησκείες, στις σκέψεις και στις φιλοσοφίες της Ανατολής και της Δύσης· φαίνονται όμως ακόμη πιο καθαρά στο ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης, που κρίνει ανάμεσα στον αγώνα και στη συνύπαρξη.82 Αυτό δείχνουν οι δύο κορυφές της σκέψης για τον πόλεμο στην Ανατολή και στη Δύση: η Τέχνη του πολέμου του Σουν Τσε και το Περί του πολέμου του Κλαούζεβιτς (Clausewitz). Ο Σουν Τσε εφαρμόζει την ανατολική σκέψη και ακολουθεί τη θεωρία του γιν και του γιανγκ· ο Κλαούζεβιτς ακολουθεί τη θεωρία του καλού και του κακού. Ο Σουν Τσε ορίζει την ύψιστη νίκη ως τη νίκη που κερδίζεται χωρίς να εξολοθρευτεί ο εχθρός· ο Κλαούζεβιτς, ως την πλήρη εξολόθρευση του εχθρού. Για την ύψιστη νίκη, ο Σουν Τσε εκτιμά την επέκταση του σι, ο Κλαούζεβιτς την επιδίωξη της επίθεσης και της νίκης.

Αν και πραγματεύονται το ίδιο θέμα, υπό την επίδραση των πολιτισμών όπου έζησαν, ο Σουν Τσε δείχνει μια μακροπρόθεσμη ματιά, που δέχεται ότι ο εχθρός μπορεί, κατά το γιν και το γιανγκ, να γίνει σύμμαχος, ενώ ο Κλαούζεβιτς δείχνει μια βραχυπρόθεσμη ματιά: ο εχθρός είναι κακός, ας τον καταστρέψουμε εντελώς. Από αυτή την οπτική, η Τέχνη του πολέμου είναι στρατηγική, ενώ το Περί του πολέμου του Κλαούζεβιτς τακτικό. Η διαφορά στρατηγικής και τακτικής ανάμεσα στα γραπτά του Σουν Τσε και του Κλαούζεβιτς φαίνεται στον ορισμό που δίνει ο καθένας για τον πόλεμο.

Σουν Τσε: Ο πόλεμος είναι υπόθεση ζωτικής σημασίας για το κράτος. Σε αυτόν κρίνονται η ζωή και ο θάνατος του λαού, η επιβίωση ή η καταστροφή του κράτους. Δεν μπορεί κανείς να μην τον εξετάσει προσεκτικά.83

Κλαούζεβιτς: Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας που αποσκοπεί να εξαναγκάσει τον αντίπαλο να εκτελέσει τη βούλησή μας.84

Το Περί του πολέμου του Κλαούζεβιτς έχει ως ύψιστο στόχο την πλήρη συνθηκολόγηση του εχθρού. Η Τέχνη του πολέμου, γραμμένη τον 5ο αιώνα π.Χ., την Εποχή των Ανοίξεων και των Φθινοπώρων και των Εμπόλεμων Βασιλείων, λέει καθαρά ότι η καλύτερη στρατηγική είναι να αιχμαλωτίσεις τον εχθρό ακέραιο, και θεωρεί τη νίκη με εξολόθρευση του εχθρού ύστατο μέσο.

Γενικά, στον πόλεμο το καλύτερο είναι να υποτάξεις τη χώρα του εχθρού αφήνοντάς την ακέραιη· το να την καταστρέψεις για να την αποκτήσεις έρχεται δεύτερο. Το καλύτερο είναι να υποτάξεις τον στρατό του εχθρού αφήνοντάς τον ακέραιο· το να τον καταστρέψεις για να τον αποκτήσεις έρχεται δεύτερο.85

Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, τα μη βίαια μέσα, δηλαδή το τέχνασμα, προτιμώνται αναπόφευκτα από τη γυμνή χρήση της βίας. Όπως λέει ο Λάο Τσε, το όπλο που δεν υπάρχει μετρά περισσότερο από το δόρυ και το σπαθί. Ο Κλαούζεβιτς θεωρεί ότι το τέχνασμα δεν είναι στρατηγική που μπορεί να υιοθετηθεί σε έναν σοβαρό πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς θεωρεί την εξολόθρευση του εχθρού ύψιστη νίκη.

Σουν Τσε: Κάθε στρατηγική είναι τέχνασμα.86

Κλαούζεβιτς: Η εξολόθρευση των εχθρικών δυνάμεων είναι το πιο αποτελεσματικό και το ανώτερο μέσο· σε σύγκριση με αυτήν, τα άλλα μέσα χάνουν τη σημασία τους.87

Το τέχνασμα και την επίθεση με στρατήγημα (謀攻), που ο Σουν Τσε τα εκτιμούσε ως στρατηγική, ο Κλαούζεβιτς, ως άκαμπτος και τυπικός Γερμανός, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Νίτσε για τον Λάιμπνιτς και τον Καντ, τα αντιμετωπίζει ως εξαπάτηση και δεν τους δίνει καμία σημασία. Όλη η διπλωματία και η πολιτική που χρησιμοποίησε ο Μπίσμαρκ λίγες δεκαετίες αργότερα για να ενοποιήσει τη Γερμανία θα εκτιμούνταν πολύ από τον Σουν Τσε, ενώ ο Κλαούζεβιτς θα τις θεωρούσε απάτη. Για τον Κλαούζεβιτς, όπου κι αν καταλήξει η έκβαση του πολέμου, αρκεί να νικήσεις· με αυτή την έννοια, έκανε την τακτική ενός διοικητή στρατού στο πεδίο ολόκληρη θεωρία του πολέμου.88

Ο Σουν Τσε, ως άνθρωπος της Ανατολής, εισήγαγε ακόμη και στη φιλοσοφία του για τον αγώνα τη βασική έννοια της Ανατολής: την αρμονία. Έβλεπε τον εχθρό όχι ως αντικείμενο προς εξολόθρευση, αλλά ως αντικείμενο που πρέπει να το κάνεις σύμμαχο και να το εναρμονίσεις. Ο άνθρωπος της Δύσης δεν μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από την ιδέα ότι όποιος δεν είναι με το μέρος μου είναι εχθρός μου, ή, στην καλύτερη περίπτωση, ότι όποιος δεν είναι εχθρός μου είναι με το μέρος μου. Σύμφωνα όμως με τον Σουν Τσε, η ουσία της ανατολικής σκέψης, «το όρος Τάι δεν απορρίπτει ούτε μια χούφτα χώμα», πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη και στον πόλεμο.

Στην πυρηνική εποχή, όπου η χρήση πυρηνικών όπλων σημαίνει αμοιβαία εξολόθρευση, η θεωρία του πολέμου του Κλαούζεβιτς δεν μπορεί παρά να χάσει την αξία της. Κι αυτό γιατί η πλήρης νίκη σε τρία στάδια που υποστήριζε, «η πλήρης εξολόθρευση της στρατιωτικής δύναμης του εχθρού, η κατάληψη του εδάφους του, η συντριβή της βούλησής του», δεν είναι πια εφικτή. Το τέλος του πολέμου, ο αφοπλισμός του εχθρού, η νίκη, με την έννοια του Κλαούζεβιτς, είναι η ολοκληρωτική εξολόθρευση του εχθρού: να τον φέρεις σε κατάσταση που δεν μπορεί πια να ξανασηκωθεί, όπως επιχείρησαν να κάνουν οι Σύμμαχοι στη Γερμανία στους δύο παγκόσμιους πολέμους.

Όταν ο Κλαούζεβιτς πραγματεύεται το σχέδιο πολέμου, μιλά για αφοπλισμό ενός κράτους. Τι σημαίνει αυτό; Ο αφοπλισμός του εχθρού πρέπει να περιλαμβάνει τρία σημαντικά στοιχεία: τον στρατό, το έδαφος και τη βούληση του εχθρού.

Πρώτα πρέπει να καταστραφούν οι «ένοπλες δυνάμεις»… Ύστερα πρέπει να καταληφθεί το «έδαφος», γιατί από το έδαφος μπορούν να γεννηθούν νέες ένοπλες δυνάμεις. Όμως, ακόμη κι όταν γίνουν αυτά τα δύο, δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος σταμάτησε. Όσο δεν έχει συντριβεί η «βούληση» του εχθρού, δηλαδή όσο η κυβέρνησή του και οι σύμμαχοί του δεν έχουν υπογράψει ειρήνη ή ο λαός του δεν έχει υποταχθεί, οι εχθρικές πράξεις και η ένταση συνεχίζονται· επομένως δεν μπορούμε να πούμε ότι ο πόλεμος σταμάτησε.89

Σε αντίθεση με αυτή τη σκέψη του Κλαούζεβιτς, στην Τέχνη του πολέμου η καλύτερη πολιτική είναι να συντρίψεις την πρόθεση του εχθρού να πολεμήσει, και αρκεί να μπορέσεις να λυγίσεις τη βούλησή του. Η εξολόθρευση των εχθρικών δυνάμεων εξετάζεται μόνο ως ύστατο μέσο, στο οποίο καταφεύγει κανείς απρόθυμα. Στον Κλαούζεβιτς, που θεωρεί την εξολόθρευση των ένοπλων δυνάμεων απαραίτητη προϋπόθεση της νίκης και ορίζει τον πόλεμο ως αναγκαστικά πράξη βίας, η θεωρία του πολέμου, σε σύγκριση με τη στρατηγική θεωρία του Σουν Τσε, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σαφώς τακτική.

Γι’ αυτό το να κερδίσεις εκατό νίκες σε εκατό μάχες δεν είναι καθόλου το άριστο· το να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη, αυτό είναι το άριστο. Έτσι η καλύτερη πολιτική είναι να συντρίψεις την πρόθεση του εχθρού να πολεμήσει· η επόμενη, να σπάσεις τις συμμαχίες του για να τον απομονώσεις· η επόμενη, να τιμωρήσεις τον στρατό του· και η χειρότερη απ’ όλες είναι να επιτεθείς στις οχυρωμένες πόλεις του.90

Αυτή η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον Σουν Τσε και στον Κλαούζεβιτς οφείλεται στο ότι ο Σουν Τσε δεν χάνει ποτέ από τα μάτια του την έννοια της στρατηγικής αρμονίας, σύμφωνα με την οποία και ο εχθρός είναι, σε τελευταία ανάλυση, με το μέρος μου και μπορεί να γίνει σύμμαχός μου απέναντι σε έναν άλλον εχθρό, ενώ ο Κλαούζεβιτς εισάγει αυτούσια στη θεωρία του για τον πόλεμο τη βασική έννοια, τυπική ενός δυτικού πολιτισμού του χωρισμού και του αγώνα, σύμφωνα με την οποία ο εχθρός είναι πάντα εχθρός και πρέπει να εξολοθρευτεί πλήρως και ριζικά.

Το σφάλμα του Κλαούζεβιτς αποδείχτηκε καθαρά από τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν την πρωτοβουλία και στους δύο, τους είχαν αντιμετωπίσει με την κινεζική έννοια του Σουν Τσε αντί για την κλαουζεβιτσιανή έννοια του εχθρού, δεν θα είχαν επιβάλει «άνευ όρων παράδοση» στη Γερμανία και στην Ιαπωνία, και δεν θα είχαν κάνει στη Γιάλτα τόσες παραχωρήσεις για να μπει η Σοβιετική Ένωση στα Ηνωμένα Έθνη. Και ακόμη νωρίτερα, θα είχε γίνει όχι η απόβαση στη Νορμανδία, αλλά μια απόβαση στα Βαλκάνια. Λέγεται επίσης ότι ο Λένιν πραγμάτωσε τις ιδέες του Μαρξ με τη στρατηγική του Κλαούζεβιτς. Αν ο κομμουνισμός, που έφερε τον χωρισμό και τον αγώνα στα άκρα, και η θεωρία του πολέμου του Κλαούζεβιτς ταιριάζουν τόσο καλά, είναι επειδή έχουν την ίδια ρίζα.91

Η εγγύηση της ειρήνης μέσω θεσμών, με οδηγό τις Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων η εξωτερική πολιτική ήταν βαθιά χρωματισμένη από τον ιδεαλισμό, απέτυχε ολοφάνερα. Κι αυτό γιατί ο χθεσινός εχθρός έγινε ο σημερινός φίλος, και ο χθεσινός φίλος ο σημερινός εχθρός. Η Ιαπωνία και η Ιταλία, φίλοι που σχεδίασαν και ίδρυσαν μαζί την Κοινωνία των Εθνών, έγιναν δέκα περίπου χρόνια αργότερα εχθροί, αυτοί ακριβώς που τη διέλυσαν· η Σοβιετική Ένωση, φίλη που συμμετείχε μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών, με υποτιθέμενους εχθρούς την Ιαπωνία και τη Γερμανία, έγινε λίγα χρόνια αργότερα εχθρός· και η Ιαπωνία και η Γερμανία, οι χθεσινοί εχθροί, έγιναν για τις Ηνωμένες Πολιτείες οι σημερινοί φίλοι. Και σήμερα, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όλα αυτά έχουν χάσει το νόημά τους.

Αν εφαρμόσουμε τον δυϊσμό της αντίθεσης, βαθιά ριζωμένο στον δυτικό πολιτισμό, η μέθοδος να διατηρείται η ειρήνη με την εξάλειψη του εχθρού μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστική μέθοδος, που λύνει το πρόβλημα αμέσως, και η μέθοδος να διατηρείται η ειρήνη μέσω θεσμών ιδεαλιστική. Ο δυτικός πολιτισμός, που χώρισε τον άνθρωπο από τη φύση, το εσύ από το εγώ, το ένστικτο από το πνεύμα, φαίνεται να διαθέτει μόνο τη δυϊστική ή διχοτομική μέθοδο, και φαίνεται ότι και στα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης επικεντρώθηκε στη θεωρία του καλού και του κακού.

Η ιστορία της ανθρωπότητας δείχνει όμως ότι τόσο η δυτική ρεαλιστική όσο και η δυτική ιδεαλιστική μέθοδος δεν ήταν παρά τεχνάσματα για να εξασφαλιστεί η νίκη, και ποτέ μέθοδοι για την αληθινή αναζήτηση της ειρήνης. Η ψυχολογική στάση της Δύσης, που επιδιώκει τη νίκη μάλλον παρά την ειρήνη, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά όπως την περιγράφει ο Σπινόζα: «η ανοησία να ικανοποιείται κανείς περισσότερο επειδή νίκησε και τιμώρησε τον εχθρό παρά να σκέφτεται τι πέτυχε με τον πόλεμο». 92 Αυτή η δυτική στάση συνεχίστηκε για αιώνες μετά την εποχή του Σπινόζα και αποκρυσταλλώθηκε στο Περί του πολέμου του Κλαούζεβιτς. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είναι η αποφασιστική απόδειξη. Στον Σουν Τσε, αντίθετα, τονίζεται ξανά και ξανά η σημασία της κατανόησης του σκοπού του πολέμου, περισσότερο από τη νίκη. Ο Σουν Τσε εξηγεί επανειλημμένα ότι ο σκοπός του πολέμου είναι επιφανειακά η νίκη, σε τελευταία ανάλυση όμως η απόκτηση του μεγαλύτερου οφέλους.

Στον πόλεμο, ακόμη κι αν δεν είναι όλα τέλεια, πρέπει να χτυπάς γρήγορα και να τελειώνεις γρήγορα. Δεν έχει δει ακόμη κανείς μια χώρα να ωφελείται από έναν παρατεταμένο πόλεμο, όσο επιδέξια κι αν διεξήχθη. Γι’ αυτό όποιος δεν γνωρίζει σε βάθος τα δεινά του πολέμου δεν μπορεί να γνωρίσει πλήρως και τα οφέλη του.93

Για τον Κλαούζεβιτς, η νίκη στον πόλεμο σημαίνει τη νίκη στο πεδίο της μάχης. Βέβαια, με τη διατύπωση «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», καθιστά σαφές ότι ο πόλεμος είναι ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού και πρέπει να υποτάσσεται στους πολιτικούς σκοπούς. 94 Ο Κλαούζεβιτς όμως δεν δίνει καμία συγκεκριμένη εξήγηση για το τι σημαίνει ο τελικός σκοπός του πολέμου, δηλαδή ο πολιτικός σκοπός, σαν να σήμαινε κι αυτός τη νίκη στο πεδίο της μάχης· γι’ αυτό οι ερμηνείες διίστανται.95 Πράγματι, η πρόταση «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» χρησιμοποιήθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τον γερμανικό στρατό για να επιβληθεί στους πολιτικούς ηγέτες.96

Επειδή ο Κλαούζεβιτς βλέπει τον σκοπό του πολέμου μόνο στη νίκη, δεν τον ενδιαφέρει τι είδους νίκη είναι αυτή. Ο Σουν Τσε λέει, στο κεφάλαιο 2 της Τέχνης του πολέμου, «Για τη διεξαγωγή του πολέμου» (作戰篇), ότι η κινητοποίηση πολεμικών μέσων που θα κατέστρεφαν και θα εξαντλούσαν ταυτόχρονα τον αντίπαλο και τον εαυτό μας δεν είναι ο σωστός τρόπος να πολεμάς· ο Κλαούζεβιτς, αντίθετα, βλέπει σε τέτοιες σκέψεις μια μικρόψυχη φιλανθρωπική στάση, ένα περιττό εμπόδιο που πρέπει πάνω απ’ όλα να αποφεύγεται στον πόλεμο.

Φιλάνθρωπες ψυχές θα μπορούσαν εύκολα να φανταστούν ότι υπάρχει ένας επιδέξιος τρόπος να αφοπλίσεις και να νικήσεις τον εχθρό χωρίς να χύσεις πολύ αίμα, και ότι αυτή είναι η αληθινή τέχνη του πολέμου. Όσο ευκταίο κι αν φαίνεται αυτό, είναι ένα σφάλμα που πρέπει να εξαλειφθεί. Σε ένα πράγμα τόσο επικίνδυνο όσο ο πόλεμος, τα σφάλματα που γεννιούνται από την καλοσύνη είναι ακριβώς τα χειρότερα. Επειδή η χρήση της φυσικής δύναμης σε όλη της την έκταση δεν αποκλείει καθόλου τη συνδρομή της νόησης, όποιος χρησιμοποιεί τη δύναμη χωρίς φειδώ και δεν υποχωρεί μπροστά σε καμία αιματοχυσία θα υπερισχύσει του αντιπάλου που διστάζει να το κάνει. Και ο αντίπαλος θα εφαρμόσει αναπόφευκτα τον ίδιο νόμο, και οι δύο θα βαδίσουν ο ένας και ο άλλος προς τα άκρα, χωρίς άλλα όρια από εκείνα που θέτει η αντίθετη δύναμη του καθενός.97

Η εποχή μας μπορεί να θεωρηθεί εποχή της Τέχνης του πολέμου. Στην πυρηνική εποχή, όπου η εξολόθρευση του εχθρού σημαίνει και τη δική μας εξολόθρευση, η θεωρία του πολέμου του Κλαούζεβιτς γίνεται άχρηστη. Πριν από 2.500 χρόνια, σαν να έβλεπε από πριν τον 20ό αιώνα που ζούμε, ο Σουν Τσε είπε τα εξής. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας για την ηγεμονία τον 21ο αιώνα θα κριθεί όχι με τη δυτικού τύπου επίθεση και νίκη, αλλά με την ανατολικού τύπου επέκταση του σι.

Κάνε έναν κύκλο και δέλεασε τον εχθρό σαν να του προσφέρεις ένα όφελος (利). Έτσι μπορείς να ξεκινήσεις μετά από αυτόν και να φτάσεις πριν από αυτόν. Μόνο όποιος ξέρει να υιοθετεί μια τέτοια στρατηγική γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην άμεση και στην έμμεση στρατηγική. 98

Η διαφορά ανάμεσα στην άμεση και στην έμμεση στρατηγική εξαρτάται από τον τρόπο αξιοποίησης της συσσώρευσης του σι. Η Τέχνη του πολέμου είναι χρήσιμη κυρίως για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που σκέφτεται τη διακυβέρνηση του κράτους, μάλλον παρά για να κριθεί μια άμεση αναμέτρηση ή έκβαση· και αυτό που τελικά νικά σε μια τέτοια κατάσταση είναι να επεκτείνεις το σι σου χρησιμοποιώντας και την άμεση και την έμμεση στρατηγική.

Το γκο, η επέκταση του σι (勢), έναντι του σκακιού, της επίθεσης και της νίκης

Όπως εξηγούν ο Κλαούζεβιτς και η Τέχνη του πολέμου, στον ανταγωνισμό με έναν αντίπαλο η Δύση στοχεύει στην επίθεση και στη νίκη, και η Ανατολή επικεντρώνεται στην επέκταση του σι της. Η Ανατολή έχει ένα φιλοσοφικό σύστημα σύμφωνα με το οποίο η τελική νίκη είναι μια σχετική νίκη: επιστρέφει φυσικά, στο τέλος, σε όποιον μεγαλώνει το σι του, και όχι σε όποιον συνεχίζει να πολεμά στοχεύοντας άμεσα στη νίκη. Αυτή η φιλοσοφία φαίνεται στο ανατολικό γκο. Διαφέρει πολύ από το σκάκι, που στοχεύει στη νίκη, και από τη δυτική φιλοσοφία ή στάση απέναντι στον αντίπαλο.

Στο σκάκι ο σκοπός είναι σαφής: μια συντριπτική νίκη. Η έκβαση μιας παρτίδας σκάκι είναι είτε ολική νίκη είτε ήττα. Μια παρτίδα σκάκι εξελίσσεται ως σειρά μετωπικών συγκρούσεων πάνω στη σκακιέρα. Το γκο στοχεύει σε μια σχετική νίκη· μια παρτίδα γκο παίζεται σε όλο τον πίνακα, ο σκοπός της όμως είναι να διευρυνθεί το πεδίο των δικών μας επιλογών και να στενέψει το πεδίο του αντιπάλου. Ο στόχος του γκο δεν είναι η νίκη σε μία παρτίδα, αλλά η διατήρηση ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος. 99

Το στρατηγικό πλεονέκτημα κρίνεται από τη ροή του σι. Αν η Ανατολή τονίζει τη σημασία του σι στη ροή της φύσης και στις ανθρώπινες υποθέσεις, είναι επειδή θεωρεί ότι δεν μπορεί κανείς να συλλάβει μια κατάσταση μόνο από τα μέρη της χωρίς να γνωρίζει το σύνολο. Φιλοσοφικά, η Ανατολή ακολουθεί μια επαγωγική σκέψη, που συμπεραίνει μια άγνωστη μελλοντική κατάσταση μέσα σε μια αδιάκοπη μεταβολή. Πρόκειται να συλλάβεις τη δύναμη του μεταβαλλόμενου σι και να δώσεις σημασία στην επίδρασή του στο αποτέλεσμα. Η δυτική φιλοσοφία του όντος, που εκτιμά τους θεσμούς και τα πρότυπα, παράγει μια φιλοσοφική τάση να συλλαμβάνεις το σύνολο κοιτάζοντας τα μέρη. Το δυτικό σύστημα του όντος συνδέεται με ένα παραγωγικό σύστημα σκέψης.

Τη σημασία του σι (勢) την τόνισε ο Κινέζος στοχαστής Σεν Ντάο (愼到, 395–315 π.Χ.). Ο Σεν Ντάο υποστήριζε: «Ακόμη και ο δράκος, αν χάσει το σύννεφό του (勢), γίνεται όμοιος με το σκουλήκι». Τόνιζε τη σημασία του σι, αυτής της κρυμμένης στρατηγικής ροής της ανθρώπινης κοινωνίας που δεν φαίνεται προς τα έξω. Για παράδειγμα, ο Τζένγκις Χαν, γεννημένος στη Μογγολία του 13ου αιώνα, ανακάλυψε το κρυμμένο σι που είχε η Μογγολία, το συγκέντρωσε και έγινε ένας δράκος που κυριάρχησε στον κόσμο. Αν όμως είχε γεννηθεί στη Μογγολία του 21ου αιώνα, ό,τι κι αν έκανε, δεν θα γινόταν παγκόσμιος δράκος. Κι αυτό γιατί το κρυμμένο σι του 13ου αιώνα, το μογγολικό ιππικό και το σύνθετο τόξο, δεν υπάρχει πια τον 21ο αιώνα.

Ο Σεν Ντάο ήταν φιλόσοφος από το κράτος του Τζάο, την Εποχή των Ανοίξεων και των Φθινοπώρων και των Εμπόλεμων Βασιλείων, και έδρασε στην Ακαδημία Τζισιά (稷下學宮) του Τσι. Συγκεντρώνοντας τη σκέψη των ταοϊστών (道家) και των νομικιστών (法家), ανέπτυξε μια ρεαλιστική φιλοσοφία που εκτιμούσε το σι της εξουσίας (權勢) και το σι των περιστάσεων (形勢). Επειδή το σι της εξουσίας και το σι των περιστάσεων είναι οι ουσιώδεις δυνάμεις της ανθρώπινης κοινωνίας και της πολιτικής, έκρινε ότι το ουσιώδες δεν είναι η ηθική, αλλά οι εξωτερικές συνθήκες και η ροή της εξουσίας. Το σι της εξουσίας ενώνει το κύρος και τη δύναμη· είναι η πηγή της δύναμης με την οποία ο ηγεμόνας ελέγχει τους υπουργούς και τον λαό του, και θεωρούσε ότι μόνο όταν ο ηγεμόνας το διαθέτει λειτουργούν σωστά οι νόμοι και οι θεσμοί. Υποστήριζε ότι η πραγματική δύναμη που διατηρεί την τάξη δεν είναι η ηθική δύναμη, αλλά η ίδια η εξουσία. Το σι των περιστάσεων δηλώνει τη ροή των πραγμάτων ή των καταστάσεων, τις συνθήκες της εποχής, τη διάταξη των δυνάμεων· το έβλεπε ως μια φυσική και κοινωνική δύναμη στην οποία δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί. Τόνιζε ότι ακόμη και η ηθική είναι ανίσχυρη απέναντί του, και ότι μόνο αν συμμορφωθεί κανείς με αυτό αποκτά ασφάλεια και επιτυχία. Το έργο του, το Σεν Τσε (愼子), είχε σαράντα δύο κεφάλαια, από τα οποία σώζονται μόνο επτά· τη σκέψη του για το σι την παρέλαβε ο Χαν Φέι Τσε (280–233 π.Χ.). Ο Χαν Φέι Τσε εκτιμούσε πολύ τη ρεαλιστική σκέψη του Σεν Ντάο και συνόψισε τη δική του φιλοσοφία της διακυβέρνησης σε τρεις ιδέες: τον νόμο (法), την πολιτική τέχνη (術) και το σι (勢).

Τελευταία και δυτικοί στοχαστές δείχνουν ενδιαφέρον για την ανατολική φιλοσοφική ιδέα του σι (勢). Από τις δυτικές λέξεις, η πιο κοντινή απόδοση είναι το «δυναμικό» (potential), που σημαίνει λανθάνουσα δύναμη, δυνατότητα, κρυμμένη ισχύ. Δυτικές λέξεις όπως η «τάση» (trend) εκφράζουν κι αυτές μια ροπή ή μια ροή, δηλώνουν όμως κάτι που υπάρχει ήδη και το γνωρίζουμε, όχι, όπως το σι, μια κρυμμένη δύναμη που θα εμφανιστεί αργότερα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ, που πρωτοστάτησε στη βελτίωση των σινοαμερικανικών σχέσεων, δείχνει μια ασυνήθιστη κατανόηση της Κίνας και του πολιτισμού της Ανατολής. Εξηγεί σε τι διαφέρουν οι Κινέζοι ηγέτες από τη Δύση στον τρόπο που διαβάζουν τις στρατηγικές καταστάσεις και θέτουν στόχους. Αναλύει πώς η φιλοσοφική σκέψη των δύο κόσμων, της Ανατολής που ακολουθεί το σι το κρυμμένο στη μεταβολή και της Δύσης που ακολουθεί την άμεση δράση η οποία πηγάζει από τη φιλοσοφία του όντος, δεν μπορεί παρά να διαφέρει από τη ρίζα:

Οι Κινέζοι ηγέτες βλέπουν το στρατηγικό τοπίο ως μια ενιαία συνεχή ροή: το καλό και το κακό, το κοντινό και το μακρινό, το ισχυρό και το αδύναμο, το παρελθόν και το παρόν είναι όλα συνεχή. Η δυτική αντίληψη της ιστορίας αντιμετωπίζει τη ροή της ιστορίας ως διαδικασία ολικής νίκης επί του κακού ή της καθυστέρησης, η παραδοσιακή κινεζική αντίληψη της ιστορίας όμως είναι διαφορετική…. Η Κίνα αναζητά μέσα στη ροή της ιστορίας την καλύτερη επιλογή στην αρμονία. Η στρατηγική και η πολιτική τέχνη επικεντρώνονται σε μια συγκρουσιακή συνύπαρξη με την άλλη πλευρά. Ο στόχος είναι να ενισχυθεί το δικό σου δυνητικό σι (勢), ή η στρατηγική σου θέση, ενώ αποδυναμώνεται η άλλη πλευρά. 100

Ολόκληρο το κεφάλαιο 5 της Τέχνης του πολέμου πραγματεύεται το κρυμμένο στρατηγικό σι. Όποιος συλλαμβάνει και χρησιμοποιεί το σι δεν κινδυνεύει ποτέ, ακόμη και σε εκατό μάχες. Ο Σουν Τσε εξηγεί ότι στον πόλεμο το σι αποτελείται από στρατηγική και τακτική: μπαίνεις στον πόλεμο χαράζοντας καλή στρατηγική και τον κερδίζεις χρησιμοποιώντας καλά την τακτική. «Ο στρατηγός που είναι επιδέξιος στον πόλεμο δεν ρίχνει την ευθύνη στους στρατιώτες του· αξιοποιεί το σι» (Η τέχνη του πολέμου 5-5). Και εξηγεί ότι η στρατηγική και η τακτική αλληλοεξαρτώνται και επηρεάζουν η μία την άλλη, και ότι από τον συνδυασμό τους γεννιέται το σι. Ο Σουν Τσε αναπτύσσει μια θεωρία του πολέμου θεμελιωμένη στο σι, σύμφωνα με την οποία οι συνδυασμοί στρατηγικής και τακτικής είναι ανεξάντλητοι και κανείς δεν μπορεί να τους συλλάβει πλήρως:

Κινήσου όπως ο ήλιος και η σελήνη: φαίνεται ότι χάνονται, αλλά ξαναρχίζουν.

Κινήσου όπως οι τέσσερις εποχές: φαίνεται ότι πεθαίνουν, αλλά ξαναρχίζουν. (Η τέχνη του πολέμου 5-2)

Η Δύση εκτιμά τον ρόλο του όντος (有) σύμφωνα με τη φιλοσοφία του όντος, δηλαδή τη δράση. Η Ανατολή ακολουθεί τη νέα κατάσταση που δημιουργεί η μεταβολή, την κίνηση του σι (勢). Η κίνηση του σι έχει ως αφετηρία όχι το ον, αλλά το μη ον. Η δυτική δράση επιδιώκει νόμους, θεσμούς, πρότυπα· η Ανατολή επικεντρώνεται, αντί για την επιδίωξη της άμεσης δράσης, στην υπεροχή του σι που κρύβεται στη μεταβολή. Για να πετύχουν την αποτελεσματικότητα που επιδιώκει ο άνθρωπος, η Ανατολή και η Δύση ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους.

Όταν επιδιώκουν να πετύχουν την αποτελεσματικότητα, οι Έλληνες και οι Κινέζοι ακολουθούν διαφορετικές φιλοσοφίες. Οι Έλληνες ακολουθούν τη δράση, οι Κινέζοι τη μεταβολή. Βλέπουμε τη σχέση να αντιστρέφεται ανάμεσά τους. Οι Έλληνες σκέφτονται μια φυσική μεταβολή που ακολουθεί το πρότυπο της ανθρώπινης δράσης· οι Κινέζοι, μια ανθρώπινη αποτελεσματικότητα που ακολουθεί τη φυσική μεταβολή. Στον πόλεμο, ο στρατηγός επιδιώκει να ρυθμίσει τη στρατηγική προς όφελός του, όπως μεγαλώνει ένα φυτό ή όπως κυλά ένα ποτάμι… Οι Κινέζοι πιστεύουν στην εγγενή υπεροχή που φέρνει η μεταβολή μάλλον παρά στην υπεροχή που φέρνει η δράση. 101

Η δυτική συνήθεια να σέβεται κανείς τους νόμους, τους θεσμούς και τα πρότυπα συνεχίζεται από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ως σήμερα. Προέρχεται από τη δυτική συνήθεια να παρατηρεί τη φύση και τον άνθρωπο με μια τελεολογία σύμφωνα με την οποία η φύση και ο άνθρωπος που δημιούργησε ο Θεός έχουν πάντα έναν σκοπό. Γι’ αυτό η Δύση επιδιώκει πάντα και παντού να τα ρυθμίζει με νόμους, να δημιουργεί πρότυπα και θεσμούς και να τα διαδίδει στους άλλους.

Η δυτική τελεολογία, επειδή προϋποθέτει ότι η ανθρώπινη σκέψη στηρίζεται στην αλήθεια, δεν δίνει σημασία στις αμφιβολίες για έναν σκοπό που έχει τεθεί μία φορά ούτε στην πιθανότητα άλλων μεθόδων. Γι’ αυτό η Δύση θέλει να βλέπει τις θεωρίες που ανέπτυξε, και την πρακτική που απορρέει από αυτές, ως προσαρμοσμένες σε όλες τις καταστάσεις του κόσμου. Μπορεί τότε να τις επιβάλλει στους άλλους, με την ιδέα ότι οι άλλες χώρες πρέπει να τις ακολουθήσουν. Ο πολιτισμός της Ανατολής, αντίθετα, επειδή στηρίζεται στη φιλοσοφία της μεταβολής, είναι ανοιχτός στην αναζήτηση άλλων λύσεων και στη μεταβολή. Δεν υπάρχει καταναγκασμός. Τελικά, οι ανθρώπινες υποθέσεις της Ανατολής επιδιώκουν την αποτελεσματικότητα του νόμου, του σι και του σου, δεχόμενες ταυτόχρονα τη συνύπαρξη.

Ο πολιτισμός της Δύσης, που στηρίζεται στον νόμο, συνδεδεμένος με την τελεολογία, διατηρεί τη συνήθεια να δημιουργεί θεσμούς και πρότυπα. Μόλις συλλάβει έναν σκοπό, επικεντρώνεται στη διαμόρφωση θεσμών. Οι άνθρωποι της Δύσης βλέπουν τους θεσμούς ως αμετάβλητα όντα που αυξάνουν την αποτελεσματικότητα στην επίτευξη του σκοπού που περιέχουν δυνάμει. Και πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουν αυτούς τους θεσμούς πρότυπα και να τους διαδώσουν, τόσο στους ίδιους όσο και στον κόσμο. Οι άνθρωποι της Ανατολής, αντίθετα, στηρίζονται στο σι της μεταβολής. Σκέφτονται τις σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα και πιστεύουν ότι δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τα μέρη αν δεν συλλάβει το σύνολο. 102

Γι’ αυτό οι άνθρωποι της Δύσης πιστεύουν ότι οι θεσμοί και τα πρότυπα που δημιούργησαν μπορούν να ισχύσουν για όλους, και για τους ανθρώπους άλλων πολιτισμών του κόσμου. Επειδή ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό, εξασφαλίζεται μια καθολικότητα που ισχύει για όλους· και οι θεσμοί και τα πρότυπα που δημιουργήθηκαν με την καθοδήγηση του Θεού έχουν, για τον ίδιο λόγο, εξασφαλισμένη την καθολικότητά τους. Η ιστορία δείχνει ότι αυτή η καθολική χρησιμότητα λειτούργησε ως μείγμα μιας ιμπεριαλιστικής πρόθεσης, που εξασφαλίζει τα δικά τους συμφέροντα, και μιας θρησκευτικής καλής πρόθεσης, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να ζουν καλά.

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας για την ηγεμονία: το σι (勢) της Κίνας έναντι της επίθεσης των ΗΠΑ

Τα φιλοσοφικά συστήματα σκέψης της Ανατολής και της Δύσης φαίνονται αυτούσια στις διαφορές στρατηγικής και τακτικής που δείχνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα στον ανταγωνισμό τους για την ηγεμονία τον 21ο αιώνα: η διαφορά ανάμεσα στην επιδίωξη της νίκης μέσω της επίθεσης και στην εξασφάλιση του σι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ορίσει την Κίνα ως τη μεγαλύτερη απειλή για την ηγεμονία τους τον 21ο αιώνα και κινητοποιούν κάθε δυνατό μέσο για να εμποδίσουν την άνοδό της. Με την ενίσχυση των συμμαχιών τους και την οικονομική πίεση στην Κίνα, παίρνουν την επίθεση και δείχνουν αποφασισμένες να συνεχίσουν να νικούν. Η Κίνα θεωρεί τον ανταγωνισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ηγεμονία αναπόφευκτο, αντί όμως για μια άμεση νίκη, επικεντρώνεται στην ενίσχυση της οικονομικής της δύναμης και της εσωτερικής της συνοχής, και στην ενίσχυση του σι της, δηλαδή της στρατηγικής της θέσης. Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών είναι μια βραχυπρόθεσμη, ορατή επιθετική στρατηγική της σκόπιμης πράξης (有爲). Η στρατηγική της Κίνας είναι μια μακροπρόθεσμη, αόρατη στρατηγική του σι, της μη-πράξης (無爲).

Στο εξής, καθώς οι διεθνείς σχέσεις αλλάζουν παράδειγμα, «από τον πόλεμο στο εμπόριο», θα πάρουν τη μορφή «συνεργασίας, ανταγωνισμού, σύγκρουσης» (cooperation, competition, conflict) που εμφανίζονται ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα. Ταυτόχρονα, λόγω της ισορροπίας των πυρηνικών δυνάμεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Κίνα, η πιθανότητα ενός πολέμου που θα μπορούσε να επιφέρει αμοιβαία καταστροφή θεωρείται πολύ χαμηλή. Και στην πυρηνική στρατηγική οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα διαφέρουν θεμελιωδώς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν τη στρατηγική της αμοιβαία εξασφαλισμένης καταστροφής (MAD, mutually assured destruction): μια πυρηνική στρατηγική σύμφωνα με την οποία, ακόμη κι αν ο αντίπαλος χτυπήσει πρώτος, τα πυρηνικά όπλα που απομένουν πρέπει να αρκούν για να καταστρέψουν και να εξουδετερώσουν με βεβαιότητα τον εχθρό. Αυτή τη στρατηγική ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση στον Ψυχρό Πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σήμερα περισσότερα από 5.000 πυρηνικά όπλα. Η Κίνα δεν δέχεται τη στρατηγική MAD. Η στρατηγική της είναι ότι, ακόμη κι αν ο αντίπαλος χτυπήσει πρώτος, και ακόμη κι αν δεν καταστρέψει εντελώς τον εχθρό με τα όπλα που απομένουν, αρκεί να τον κάνει να πληρώσει «ένα επαρκές τίμημα» για να αποτρέψει ένα πρώτο πλήγμα. Η Κίνα διαθέτει σήμερα περίπου 600 πυρηνικά όπλα. Η MAD των Ηνωμένων Πολιτειών είναι μια δυτική στρατηγική.

Ακόμη πιο σημαντικό, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα έχουν διαφορετικά πολιτισμικά, ιστορικά και φιλοσοφικά πρότυπα στον χειρισμό των διεθνών σχέσεων. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός για την ηγεμονία που εκτυλίσσεται υπό αυτές τις συνθήκες μεταφράζεται στην επέκταση του σι της Κίνας και στην επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών με στόχο τη νίκη. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επικεντρώνονται στην ενίσχυση των συμμαχιών τους και στην ανάσχεση της κινεζικής οικονομίας και του εμπορίου, η Κίνα επικεντρώνεται στην επέκταση του σι που απαιτείται για την αύξηση της οικονομικής της δύναμης: εντατική εκπαίδευση ερευνητών, αυξημένες επενδύσεις στις βιομηχανίες του μέλλοντος.103 Τελικά, η Κίνα επικεντρώνεται στην ενίσχυση της στρατηγικής της θέσης σε πολλά μέτωπα. Η κινεζική στρατηγική για την ηγεμονία, σε αντίθεση με την αμερικανική, είναι ότι, καθώς όλα αυτά θα επιδρούν μαζί, ο νικητής θα κριθεί τελικά «από μόνος του», χωρίς στρατιωτική σύγκρουση.

Η στρατιωτική δύναμη έχει σημασία. Όμως, ενώ στους ηγεμονικούς ανταγωνισμούς του παρελθόντος έπαιζε επιθετικό ρόλο, τώρα αποκτά αμυντικό χαρακτήρα. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός δεν θα κριθεί με μια άμεση «σύγκρουση» (confrontation) ανάμεσα στην εγκατεστημένη και στην ανερχόμενη δύναμη, όπως συνέβη πολλές φορές στη δυτική ιστορία. Οι δυτικοί μελετητές γνωρίζουν καλά τις ιστορικές συγκρούσεις ανάμεσα σε δύο δυνάμεις εδώ και χιλιετίες, από τη Σπάρτη και την Αθήνα ως τη Βρετανία και τη Γερμανία. Όμως η «παγίδα του Θουκυδίδη» που επικαλούνται, και που θεωρεί τη σύγκρουση δεδομένη, δεν εξηγεί τις σινοαμερικανικές σχέσεις. Ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός θα μοιάζει όχι με παρτίδα σκάκι, με εξολόθρευση του εχθρού, αλλά με παρτίδα γκο, με επέκταση του σι σε μεγάλη διάρκεια και με ένα αποτέλεσμα που θα κριθεί από μόνο του.104

Στο πλαίσιο μιας πολιτικής συνύπαρξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα επιδιώκει με διάφορα μέσα να αυξήσει το σι που διαθέτει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εκδηλώνουν επιθετικά την εχθρότητά τους προς την Κίνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την τάση να θέλουν να διαδώσουν τις αξίες τους στον κόσμο, και στην Κίνα, με θρησκευτική πεποίθηση. Ο Κίσινγκερ περιγράφει έτσι τα διπλωματικά οράματα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας:

Η αμερικανική ιδιαιτερότητα έχει, ως προς τις αξίες της, ιεραποστολικό χαρακτήρα. Η Αμερική νιώθει την υποχρέωση να διαδώσει τις αξίες της σε κάθε γωνιά του κόσμου. Η κινεζική ιδιαιτερότητα, αντίθετα, είναι πολιτισμική. Η Κίνα δεν έχει την πρόθεση να προσηλυτίσει τις άλλες χώρες κατ’ εικόνα της. Η Κίνα δεν πιστεύει ότι οι θεσμοί της εφαρμόζονται έξω από την Κίνα.105

Με αυτό το πολιτισμικό υπόβαθρο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα χειρίζονται τους συμμάχους τους οι μεν με επέμβαση, η δε χωρίς επέμβαση. Αυτές οι μέθοδοι φαίνονται αυτούσιες στον τρόπο που οι δύο δυνάμεις χειρίζονται τη Νότια και τη Βόρεια Κορέα στην Κορεατική Χερσόνησο. Η Νότια Κορέα, με την υποστήριξη και την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών, απέκτησε μια ισχυρή οικονομία και δημοκρατία. Ταυτόχρονα, υπόκειται σε αυστηρό αμερικανικό έλεγχο στα ζητήματα των πυραύλων και των πυρηνικών. Η Βόρεια Κορέα παραμένει φίλη της Κίνας και δέχεται τη στήριξή της, η Κίνα όμως δεν επεμβαίνει καθόλου στο οικονομικό της σύστημα ούτε στην εσωτερική της πολιτική. Το ότι η Βόρεια Κορέα εξοπλίζεται με πυρηνικά όπλα και πυραύλους αντανακλά επίσης την κινεζική πολιτική της μη επέμβασης, διαφορετική από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτή η εξωτερική πολιτική της Κίνας, διαφορετική από την αμερικανική, περιγράφεται και στις αναφορές του Ματέο Ρίτσι. Ο Ματέο Ρίτσι (Matteo Ricci, 1552–1610), ιησουίτης ιερέας που ήρθε πραγματικά στην Ανατολή από τον θαλάσσιο δρόμο που είχε ανοίξει ο Βάσκο ντα Γκάμα και έζησε εκεί πολύ καιρό, τονίζει ακριβώς αυτό το σημείο στις αναφορές που έστειλε στη Δύση:

Στην Κίνα, ούτε ο αυτοκράτορας ούτε οι υπήκοοί του σχεδιάζουν πολέμους για να εισβάλουν στους γείτονές τους ή να τους κατακτήσουν. Είναι πολύ ικανοποιημένοι με όσα έχουν. Γι’ αυτό δεν δείχνουν καμία επιθυμία να κατακτήσουν τις γειτονικές χώρες. Σε αυτό οι Κινέζοι διαφέρουν πολύ από τους Ευρωπαίους. 106

Η Δύση άσκησε ιμπεριαλισμό από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ως την εποχή των μεγάλων θαλάσσιων εξερευνήσεων στους νεότερους χρόνους. Επέβαλε στους συμμάχους της τους νόμους, τους θεσμούς και τα πρότυπά της, και οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες που δεν ήταν σύμμαχοι δεν μπορούσαν παρά να είναι εχθρικές. Η Κίνα, αντίθετα, υιοθέτησε μια στάση εθελοντική, όχι καταναγκασμού: πάρτε ό,τι χρειάζεστε, αλλά αναγνωρίστε τότε την επικυριαρχία μας. Προσπάθησε να διατηρεί με τους γείτονές της φιλικές και όχι εχθρικές σχέσεις.

Η Κίνα θεωρούσε τον εαυτό της ξεχωριστό, όμως, αντί να επιδιώκει να διαδώσει τις αξίες της σε άλλες χώρες, υιοθετούσε τη στάση: ελάτε να τις πάρετε αν τις χρειάζεστε. Η στάση απέναντι στις γειτονικές χώρες ήταν να τις καλεί να έρθουν σε επαφή με την Κίνα για να μάθουν τον πολιτισμό της και να επιστρέψουν· και γι’ αυτό οι γειτονικές χώρες έπρεπε να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία της Κίνας. 107

Στις διεθνείς σχέσεις ανατολικού τύπου, γίνονται δεκτές η διαφορά και η ποικιλία. Επιδιώκεται η ειρηνική συνύπαρξη με τις γειτονικές χώρες. Προτιμάται μια αλλαγή που γίνεται από μόνη της, σταδιακά και αυτόματα, αξιοποιώντας το σι. Η Δύση διακηρύσσει την καθολικότητα των νόμων, των θεσμών και των προτύπων της και προσπαθεί να διαδώσει τις αξίες της για να επεκτείνει τον δυτικό τρόπο.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας δεν έβλεπε καμία ανάγκη να έχει εχθρικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Αντίθετα, προσπαθούσε να τις αποφύγει. Και η Κίνα, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, πίστευε ότι έπρεπε να παίξει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Δεν είχε όμως την πρόθεση, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, να διεκδικήσει την καθολικότητα των αξιών της διαδίδοντάς τες στον κόσμο.108

Μέσα από τη φιλοσοφία της μεταβολής και τη φιλοσοφία του όντος, οι έννοιες του Ντάο και του Θεού έδωσαν στις διεθνείς σχέσεις την ανατολική μέθοδο της μη επέμβασης και τη δυτική μέθοδο της επέμβασης. Η μη επέμβαση είναι στατική: οι συγκρούσεις μειώνονται, μειώνονται όμως και τα δυναμικά ερεθίσματα και οι δυνατότητες εξέλιξης. Η επέμβαση είναι δυναμική: η πιθανότητα συγκρούσεων μεγαλώνει, ταυτόχρονα όμως γεννιούνται ερεθίσματα και δυνατότητες εξέλιξης.

Η στρατηγική διαφορά ανάμεσα στη νίκη και στο σι είναι βαθιά ριζωμένη στους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης. Η Ανατολή, που επιδιώκει το σι, δεν αντιγράφει αυτούσιο τον πολιτισμό του άλλου. Τον μετασχηματίζει για να τον προσαρμόσει στον εαυτό της, με γνώμονα τον δικό της πολιτισμό. Από τον 19ο αιώνα και έπειτα, για πρώτη φορά στην ιστορία, η Ανατολή και η Δύση άλλαξαν μέσα από ενεργές ανταλλαγές ανάμεσα στους πολιτισμούς τους. Επειδή το δυτικό παράδειγμα κυριαρχούσε στον κόσμο, η Ανατολή δέχτηκε ιδιαίτερα ισχυρή πολιτισμική επίδραση από τη Δύση.

Τον τελευταίο μισό αιώνα, η Ανατολική Ασία εκσυγχρονίστηκε. Αξιοποίησε την εμπειρία της Ευρώπης και κυρίως της Δύσης. Όμως χωρίς να αντιγράψει τη Δύση: ο εκσυγχρονισμός των χωρών της Ανατολικής Ασίας πήρε πολύ διαφορετικές μορφές. Υπό την επίδραση της δικής τους ιστορίας και του δικού τους πολιτισμού, δημιούργησαν τους δικούς τους θεσμούς, έθιμα, αξίες και ιδεολογίες. 109

Όταν οι νόμοι, οι θεσμοί και τα πρότυπα της Δύσης εισήχθησαν στην Ανατολή, η Ανατολή δεν τα δέχτηκε όπως ήταν, αλλά υιοθέτησε μετασχηματισμένες εκδοχές τους. Όσο καλός κι αν είναι, ένας θεσμός δεν μεταδίδεται αυτούσιος οπουδήποτε. Κι αυτό γιατί ο θεσμός είναι μια έννοια που εξαρτάται από τον πολιτισμό.110 Εισάγοντας τους θεσμούς και την εμπειρία της Δύσης, η Ανατολή τους υιοθετεί με μετασχηματισμένο τρόπο, προσαρμόζοντάς τους στον εαυτό της σύμφωνα με το δικό της σύστημα σκέψης. Δεν πρόκειται για μια ιδεολογική υιοθέτηση, θεμελιωμένη στη φιλοσοφία του όντος, που σημαίνει νίκη ή ήττα, αλλά για έναν τρόπο αλλαγής και μετασχηματισμού που λαμβάνει υπόψη το σι.

4) Αν ο Θεός είναι αγαθός, από πού προέρχεται το κακό;

Ο Θεός είναι στοργικός και φιλεύσπλαχνος. Ταυτόχρονα, ο Θεός είναι και Θεός της τιμωρίας, που τιμωρεί ως την τρίτη και την τέταρτη γενιά. Αυτές οι ιδιότητες του Θεού παρουσιάζονται συγκεκριμένα στην Πεντάτευχο. Η εξ αποκαλύψεως θρησκεία τονίζει τη σημασία μιας ψυχής που επιβιώνει μετά τον θάνατο, και υποστηρίζει τη διδασκαλία του προπατορικού αμαρτήματος, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος γεννιέται με την αμαρτία. Γι’ αυτό ο άνθρωπος γίνεται ένα ον που φοβάται τον Θεό και μετανοεί. Στο Ντάο που περιγράφει το Τάο Τε Τσινγκ δεν υπάρχει ούτε ένα χωρίο όπου τιμωρεί τον άνθρωπο. Αυτό που έχει σημασία στη ζωή είναι να αναπαύεται το σώμα και το πνεύμα που αποτελούν τον άνθρωπο, και δεν τονίζει τη σημασία της ψυχής. Συνιστά στον άνθρωπο να δέχεται και να χαίρεται στη ζωή όσα του δίνει το Ντάο. Η ζωή που τη ζει κανείς μόνο μία φορά είναι αυτό που έχει σημασία.

Ο άνθρωπος που φοβάται τον Θεό καταλήγει να βλέπει τις ανθρώπινες υποθέσεις από τη σκοπιά του καλού και του κακού. Όσοι πιστεύουν σε άλλη θρησκεία, ή οι άθεοι, αντιμετωπίζονται μόνο από τη σκοπιά του καλού και του κακού: είτε τους προσηλυτίζουν είτε τους θεωρούν κακά όντα. Στην εξ αποκαλύψεως θρησκεία, ο άνθρωπος δέχεται από τον Θεό ευλογίες και κατάρες σύμφωνα με την αυστηρή διδασκαλία που έχει ορίσει η θρησκεία. Ιδιαίτερα στον χριστιανισμό, με την πίστη στον παράδεισο και στην κόλαση, σύμφωνα με την οποία η ζωή δεν τελειώνει με τον θάνατο και υπάρχει αιώνια ζωή, η θεωρία του καλού και του κακού ασκεί ακόμη μεγαλύτερη επιρροή. Η μορφή της αιώνιας ζωής μετά τον θάνατο κρίνεται από το αν έζησε κανείς σε αυτόν τον κόσμο με το καλό ή με το κακό. Στη δυτική φιλοσοφία, το καλό και το κακό ανήκουν στη φιλοσοφία του όντος και δεν αλλάζουν. Το κακό γίνεται κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί.

Ο κίνδυνος που περιέχει η θεωρία του καλού και του κακού, η οποία συνοδεύει αναπόφευκτα την εξ αποκαλύψεως θρησκεία, είναι το ερώτημα γιατί υπάρχει το κακό. Κι αυτό γιατί, σε έναν κόσμο που τον κυβερνά ένας παντογνώστης και παντοδύναμος Θεός, συμβαίνουν πολλά άδικα και κακά πράγματα. Το πρόβλημα του καλού και του κακού υπονοείται ήδη στην ιστορία του καρπού του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, στη Γένεση. Με την προτροπή του φιδιού, ο άνθρωπος παραβαίνει την εντολή του Θεού και τρώει τον καρπό για να γίνει όμοιος με τον Θεό. Ενώ ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει σαν τον Θεό, ενδίδει στον πειρασμό του φιδιού, που του λέει ότι μπορεί, και τρώει τον καρπό. Εξαιτίας αυτού του καρπού, η δυστυχία πέφτει πάνω στον άνθρωπο.

Και το φίδι είπε στη γυναίκα: «Δεν θα πεθάνετε καθόλου· ο Θεός ξέρει ότι τη μέρα που θα φάτε από αυτό, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν τον Θεό, γνωρίζοντας το καλό και το κακό». (Γέν. 3:4-5)

Αυτή η ιστορία υπονοεί τα προβλήματα που γεννιούνται όταν ο άνθρωπος καταπιάνεται άμεσα με το καλό και το κακό, τη σφαίρα του Θεού, και τη σοβαρότητα των συνεπειών τους. Σύμφωνα με τη θεωρία του καλού και του κακού, ο άνθρωπος μπορεί εύκολα να γίνει κακός, και οι κακές του πράξεις συνεχίζονται. Γι’ αυτό, ήδη από τη Γένεση, ο Θεός μετανιώνει που δημιούργησε τον άνθρωπο:

Ο Κύριος είδε ότι η κακία των ανθρώπων είχε γεμίσει τη γη και ότι όλοι οι λογισμοί της καρδιάς τους ήταν πάντα μόνο κακοί… Και είπε: «Θα εξαλείψω από το πρόσωπο της γης τον άνθρωπο που δημιούργησα, από τον άνθρωπο ως τα κτήνη, τα ερπετά και τα πουλιά του ουρανού· γιατί λυπάμαι που τα έφτιαξα». (Γέν. 6:5-7)

Για να προλάβει αυτή την κατάσταση, ο Θεός δίνει ηθικές εντολές για το καλό και το κακό και αφήνει έναν ισχυρό νόμο. Το ότι η παράβαση των εντολών του Θεού επισύρει την τιμωρία του είναι μία από τις κεντρικές διδασκαλίες της εξ αποκαλύψεως θρησκείας. Πάνω απ’ όλα, η λατρεία άλλων θεών γίνεται η χειρότερη πράξη. Στον άνθρωπο που διαπράττει αυτό το κακό, ο Θεός επιβάλλει αυστηρή τιμωρία. Η Δύση, ορίζοντας τον Θεό ως ον αγαθό και φιλεύσπλαχνο, προειδοποιεί όσους δεν είναι καλοί. Η θεωρία του καλού και του κακού βρίσκεται στο βάθος των πάντων.

Ο Κύριος εξετάζει τον δίκαιο, και η ψυχή του μισεί τον ασεβή και όποιον αγαπά τη βία. (Ψαλμ. 11:5)

Έτσι, στη δυτική έννοια ενός αγαθού Θεού, γεννιέται το ερώτημα: «Αν ο Θεός είναι αγαθός, από πού προέρχεται το κακό;» Με άλλα λόγια, αν ο Θεός που «δημιουργεί» τα πάντα είναι αγαθός, από πού ξεκίνησε το κακό; Δημιούργησε ο Θεός και το κακό;

Κύριε, είσαι δίκαιος όταν διαφωνώ μαζί σου· θέλω όμως να σε ρωτήσω: γιατί ευοδώνεται ο δρόμος των ασεβών; Γιατί ζουν ήσυχα όλοι οι άπιστοι; (Ιερ. 12:1)

Ήδη από την ελληνική αρχαιότητα τέθηκε το αίνιγμα «Αν ο Θεός είναι αγαθός, από πού προέρχεται το κακό;». Μέσα στο δυτικό φιλοσοφικό σύστημα, το ζήτημα του καλού και του κακού παραμένει άλυτο. Αν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, δημιούργησε και το κακό; Και τότε, γιατί ο Θεός δημιούργησε το κακό; Οι δυτικοί θεολόγοι και μεταφυσικοί βασανίστηκαν πολύ καιρό με αυτό το ζήτημα, πρότειναν ποικίλες και δυσνόητες απαντήσεις, και συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να αναζητούν την απάντηση. Δεν ήταν μόνο ο ιουδαϊσμός και ο χριστιανισμός· και οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν βασανιστεί από παλιά με αυτό το πρόβλημα. Ο Σόλων (638–558 π.Χ.), ηγέτης της Αθήνας, που λογαριάζεται ανάμεσα στους πρώτους από τους σοφούς της Δύσης, άφησε ένα ποίημα που θρηνεί: «Υπάρχουν πλούσιοι ανάμεσα στους κακούς και φτωχοί ανάμεσα στους καλούς».

Και ο Ησίοδος, Έλληνας ποιητής σύγχρονος του Ομήρου, που έδρασε τον 8ο-7ο αιώνα π.Χ., βασανιζόταν με το πρόβλημα του καλού και του κακού: «Πώς ένας δίκαιος και παντοδύναμος θεός επιτρέπει σε άδικους ανθρώπους να ευημερούν στον κόσμο;» 111 Ύστερα, εξηγώντας πώς ο άνθρωπος έχασε τον παράδεισο, ο Ησίοδος θρηνεί που οι καλοί και δίκαιοι θεοί άφησαν το κακό και την αδικία να κυριαρχούν στον κόσμο:

Στη ζωή, όποιος κρατά τις υποσχέσεις του και πράττει το καλό και το δίκαιο δεν παίρνει καμία ανταμοιβή. Αντίθετα, επαινούνται όσοι κάνουν το κακό και διαπράττουν βιαιότητες. Η βία νικά, η αρετή χάνεται. Οι κακοί βασανίζουν τους καλούς… Ο άνθρωπος καταλήγει να υποφέρει σκληρά βάσανα. Κανείς δεν θέλει να τον σώσει από το κακό. 112

Αυτή η αγωνία ήταν ένα από τα σημαντικά ζητήματα που απασχόλησαν τη σκέψη του Επίκουρου (341–270 π.Χ.). Συνοψίζεται καλά στο «παράδοξο του Επίκουρου» (Epicurean Paradox) ή «αίνιγμα του Επίκουρου» (the Riddle of Epicurus) για το κακό, που έχει παραδοθεί από την ελληνική αρχαιότητα. Στα γραπτά του Επίκουρου που σώζονται δεν υπάρχει κανένα ίχνος αυτού του παραδόξου. Βρίσκεται σε ένα κείμενο του χριστιανού συγγραφέα των πρώτων αιώνων Λακτάντιου (Lactantius, 250–325):

Για τον Θεό, ο Επίκουρος έλεγε τα εξής: ή ο Θεός θέλει να εξαλείψει το κακό και δεν μπορεί·

ή μπορεί και δεν θέλει· ή ούτε θέλει ούτε μπορεί· ή και θέλει και μπορεί. Αν θέλει και δεν μπορεί, είναι αδύναμος, κάτι που δεν ταιριάζει στον Θεό· αν μπορεί και δεν θέλει, είναι φθονερός, κάτι που επίσης δεν ταιριάζει στον Θεό· αν ούτε θέλει ούτε μπορεί, είναι και φθονερός και αδύναμος, και επομένως δεν είναι Θεός· αν και θέλει και μπορεί, το μόνο που ταιριάζει στον Θεό, από πού προέρχεται τότε το κακό, και γιατί δεν το εξαλείφει; 113

Σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο Βρετανός φιλόσοφος Χιουμ συνοψίζει έτσι το αίνιγμα του Επίκουρου για το καλό και το κακό:

Τα παλιά ερωτήματα του Επίκουρου μένουν ακόμη αναπάντητα. Θέλει να εμποδίσει το κακό, αλλά δεν μπορεί; Τότε είναι ανίσχυρος. Μπορεί, αλλά δεν θέλει; Τότε είναι κακόβουλος. Και μπορεί και θέλει; Από πού προέρχεται τότε το κακό; 114

Το πρόβλημα του καλού και του κακού άφησε στους ανθρώπους της Δύσης, που το γνωρίζουν καλά, ένα έργο που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λύσει. Από την ελληνική αρχαιότητα ως σήμερα, η δυτική φιλοσοφία δεν παύει να βασανίζεται με αυτό. Κι αυτό γιατί επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα του καλού και του κακού στηριγμένη στο φανερωμένο και στη φιλοσοφία του όντος. Επειδή το καλό είναι αιώνια καλό και το κακό αιώνια κακό, το κακό γίνεται κάτι που πρέπει να εξολοθρευτεί. Η θεωρία του καλού και του κακού δίνει στον άνθρωπο μια ισχυρή κινητήρια δύναμη. Ιδίως όταν ενώνεται με την εξ αποκαλύψεως θρησκεία, αυτή η δύναμη φτάνει σε βαθμό που υπερβαίνει τη ζωή και τον θάνατο.

Η ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ δεν έχει την ισχυρή κινητήρια δύναμη που δίνει η θεωρία του καλού και του κακού· ταυτόχρονα όμως δεν βασανίζεται με το δύσκολο ερώτημα που φέρνει εκείνη: γιατί υπάρχει το κακό στον άνθρωπο; Η ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ χειρίζεται τις ανθρώπινες υποθέσεις στηριγμένη στη φιλοσοφία της μεταβολής. Οι έννοιες του καλού και του κακού αλλάζουν όπως το γιν και το γιανγκ, μέσα στα όρια της ανθρώπινης δραστηριότητας, που την έφτιαξε ο άνθρωπος. Όπως η καλοτυχία και η κακοτυχία αλλάζουν με τον χρόνο, το γιν μετατρέπεται σε γιανγκ και το γιανγκ σε γιν.

Το Ντάο, η ζωή που τη ζούμε μόνο μία φορά, έναντι του Θεού, του κόσμου μετά τον θάνατο

Η θεωρία του καλού και του κακού περιέχει την ιδέα ότι ο άνθρωπος γεννιέται φέροντας τη δυστυχία. Αυτή είναι η αρχή της διδασκαλίας του προπατορικού αμαρτήματος. Τρώγοντας τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, ο άνθρωπος παρέβη την εντολή του Θεού και έγινε ένα ον που διέπραξε ο ίδιος ένα αρχέγονο σφάλμα. Ο άνθρωπος γίνεται ένα ον που φοβάται πάντα τον Θεό. Διώχνεται από τον κήπο της Εδέμ, τον παράδεισο. Καταραμένος από τον Θεό, γεννιέται φορτωμένος με κόπους και ζει τη ζωή του.

Στη γυναίκα είπε: «Θα πληθύνω πολύ τους πόνους της εγκυμοσύνης σου· με πόνο θα γεννάς παιδιά, θα ποθείς τον άντρα σου, κι εκείνος θα σε εξουσιάζει». Και στον Αδάμ είπε: «Επειδή άκουσες τη φωνή της γυναίκας σου και έφαγες από το δέντρο για το οποίο σε πρόσταξα να μη φας, καταραμένη ας είναι η γη εξαιτίας σου· με κόπο θα τρως από αυτήν όλες τις μέρες της ζωής σου». (Γέν. 3:16-17)

Στη Δύση, η θεωρία του καλού και του κακού γίνεται η εξήγηση του γιατί ο άνθρωπος πρέπει να μοχθεί σε όλη του τη ζωή. Η αφήγηση αυτή δεν υπάρχει μόνο στη δυτική θρησκεία, αλλά και στην ελληνική μυθολογία. Ο Ησίοδος, στο βιβλίο του Έργα και ημέραι (Works and Days), διηγείται την ιστορία του κουτιού της Πανδώρας. Περιγράφει μια κατάσταση παρόμοια με την τιμωρία για την αμαρτία που υφίσταται ο άνθρωπος αφού έφαγε τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού, στη Γένεση. Το «κουτί της Πανδώρας», που το έφτιαξε ο Δίας, δίνεται στην Πανδώρα, σύζυγο του Επιμηθέα, για να τιμωρηθεί ο Προμηθέας, που είχε πλάσει τους ανθρώπους και τους είχε φέρει τη φωτιά. Ο Προμηθέας είχε προειδοποιήσει τον αδελφό του Επιμηθέα να μη δεχτεί κανένα δώρο από τον Δία. Όμως η Πανδώρα, γεμάτη περιέργεια, ανοίγει το κουτί. Τη στιγμή που το ανοίγει, όλα τα κακά που κρύβονταν μέσα ξεχύνονται και αρχίζουν να βασανίζουν τους ανθρώπους. Τρομαγμένη, η Πανδώρα κλείνει βιαστικά το κουτί, και μέσα μένει μόνο η ελπίδα.

Σύμφωνα με τις ιστορίες της Εύας και της Πανδώρας, ο άνθρωπος είναι η πηγή του προβλήματος. Αποκτώντας πνεύμα και περιέργεια, ο άνθρωπος μπαίνει στον δρόμο της κρίσης του καλού και του κακού. Αυτό το σφάλμα του ανθρώπου του φέρνει αναπόφευκτο πόνο, και ο άνθρωπος αποκτά «καρδιά μετανοίας». Σύμφωνα με αυτή την τάση που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση, ο άνθρωπος τιμωρείται σε όλη του τη ζωή, ως τίμημα της αμαρτίας του, και μετανοεί. Για να δανειστούμε τα λόγια ενός δυτικού ποιητή, ο άνθρωπος γίνεται «ένα ον που δουλεύει όσο ζει και υπομένει τον πόνο». 115

Στον δυτικό κόσμο, που πιστεύει στον Θεό, επειδή ο παρών κόσμος είναι γεμάτος βάσανα, οι άνθρωποι φαντάζονται τον κόσμο μετά τον θάνατο: φαντάζονται έναν παράδεισο στον άλλο κόσμο. Ταυτόχρονα, οι στοχαστές του αφανέρωτου, που δεν μπορούν να είναι βέβαιοι για την ύπαρξη του Θεού, αναζητούν σε αυτή τη ζωή, σε αυτόν τον κόσμο, μια ευτυχία παρόμοια με τον παράδεισο μετά τον θάνατο.

Οι δυτικοί στοχαστές που αναζητούν την ευτυχία αρνούνται την ύπαρξη του κακού. Γιατί να φοβάται ο άνθρωπος τον Θεό; Ο Επίκουρος, με φόντο τη θεωρία του καλού και του κακού, ορίζει τη θέση που πρέπει να παίρνει ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό. Θεωρούσε ότι ένας αγαθός και δίκαιος Θεός και η ύπαρξη του κακού δεν μπορούν να συνυπάρχουν. Εξηγεί λοιπόν ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να φοβάται τον Θεό. Η απελευθέρωση από την περιττή έγνοια του φόβου του Θεού είναι η ουσία της «αταραξίας» (της γαλήνης της ψυχής), της θεωρίας της ευτυχίας που υποστήριζε ο Επίκουρος.

Μη φοβάσαι τον Θεό. Ο Θεός είναι ένα αιώνιο και μακάριο ον… Πολλοί όμως ορίζουν τον Θεό όπως θέλουν. Οι άνθρωποι λένε ότι ο Θεός ανταμείβει και τιμωρεί, γιατί θέλουν έναν Θεό που ανταμείβει όσους ακολουθούν τον ίδιο δρόμο με αυτούς και τιμωρεί όσους αντιτίθενται. Το να αντιτίθεσαι σε τέτοιες απόψεις δεν σημαίνει ότι χάνεις την ευσέβειά σου. Το να τις επιβάλλεις, αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείπεις την ευσέβεια. 116

Όμως αυτή η φιλοσοφία του Επίκουρου, αν και συζητήθηκε πολύ στην εποχή του, τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ., κατέληξε να θεωρηθεί μέρος του αφανέρωτου και έχασε τη δύναμή της στη Δύση. Κι αυτό γιατί από τα τέλη του 4ου αιώνα, όταν ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όλη η Δύση θάφτηκε μέσα στο φανερωμένο. Στα χίλια χρόνια του Μεσαίωνα, εποχή του θρησκευτικού κράτους, οι στοχαστές του αφανέρωτου αντιμετωπίστηκαν όλοι ως άθεοι και έγιναν στόχος καταδικών και διωγμών. Ο παράδεισος μετά τον θάνατο έγινε ο σκοπός της ύπαρξης των ανθρώπων. Αυτό άλλαξε με την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό.

Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής στον πολιτισμό της Ανατολής ξεκινά από μια ερμηνεία της ζωής ριζικά διαφορετική από τη δυτική. Σε αντίθεση με τον Θεό, το Ντάο δηλώνει ότι βοηθά όλους τους ανθρώπους χωρίς εξαίρεση. Ο άνθρωπος δεν φοβάται το Ντάο. Το υποδέχεται ως σύντροφο της ζωής του. Γίνεται ένας άνθρωπος που αναζητά τις χαρές της ζωής μαζί με τους άλλους, μέσα στα όρια του Ντάο. Τη ζωή τη ζούμε μόνο μία φορά. Η σκέψη για τον άλλο κόσμο δεν είναι σημαντική στην ανατολική σκέψη. Το Τάο Τε Τσινγκ συνιστά στον άνθρωπο να αναζητά τις χαρές της ζωής τηρώντας το Ντάο. Τα τελευταία κεφάλαια του Τάο Τε Τσινγκ μιλούν για τις χαρές της ζωής.

Χάρου τη δουλειά που κάνεις. Χάρου αυτό που τρως. Χάρου τα ρούχα που φοράς. Χάρου το σπίτι όπου μπορείς να κοιμηθείς. Αναζήτησε στη ζωή όσα μπορούν να σε χαροποιήσουν. (Τάο Τε Τσινγκ 80)

Αυτή η ταοϊστική χαρά συνίσταται στο να βρίσκει κανείς, σε μια στάση που χαίρεται όσα δίνει η φύση στη ζωή, τη σχέση ανθρώπου και φύσης. Η μη-πράξη σύμφωνη με τη φύση (無爲自然) που υποστηρίζει ο ταοϊσμός σημαίνει ότι ο άνθρωπος και η φύση πρέπει να ζουν σε αρμονία: είναι μια στάση ζωής όπου ο άνθρωπος δεν πηγαίνει ενάντια στους νόμους της φύσης, αλλά ζει γινόμενος ένα μαζί της. Και ο κομφουκιανισμός παρουσιάζει, ανάμεσα σε όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, «τη στάση που χαίρεται τη ζωή» ως τη σημαντικότερη αξία της ύπαρξης.

Αυτός που το γνωρίζει δεν αξίζει όσο αυτός που το αγαπά· αυτός που το αγαπά δεν αξίζει όσο αυτός που χαίρεται με αυτό. (Ανάλεκτα 6:18)

Η κομφουκιανή ιδέα ότι όποιος χαίρεται τη ζωή είναι σημαντικότερος από τη γνώση έχει ομοιότητες με τον Επίκουρο της Δύσης. Ο ηδονισμός του Επίκουρου δεν αναζητά τις σωματικές απολαύσεις, αλλά μια κατάσταση γαλήνης χωρίς άγχος και φόβο· και το ότι υποστηρίζει πως ο θάνατος, αφού είναι διάλυση της ψυχής και του σώματος, δεν πρέπει να μας φοβίζει μοιάζει επίσης με την κομφουκιανή φιλοσοφία. Η σημαντική διαφορά όμως είναι ότι στον κομφουκιανισμό η χαρά προέρχεται από τον σχεσιοκεντρισμό, ενώ η ηδονή του Επίκουρου θεμελιώνεται στον ατομικισμό. Η πρώτη φράση των κομφουκιανών Ανάλεκτων αρχίζει ακριβώς συνιστώντας να αναζητάμε τη χαρά της ζωής «στους φίλους και στη μάθηση». Στην Ανατολή, η χαρά της ζωής δεν είναι κάτι που το χαίρεται το άτομο μόνο του· θεμελιώνεται στον σχεσιοκεντρισμό του «μαζί».

Το να μαθαίνεις και να εφαρμόζεις στην ώρα του ό,τι έμαθες, δεν είναι χαρά; Το να έρχονται φίλοι από μακριά, δεν είναι ευτυχία; (Ανάλεκτα 1:1)

Η Ανατολή είναι ελεύθερη από το θρησκευτικό πρόβλημα του καλού και του κακού και από τη συνείδηση ενός προπατορικού αμαρτήματος. Κι αυτό επειδή βλέπει το καλό και το κακό, σε τελευταία ανάλυση, ως ζήτημα του αρεστού και του μη αρεστού, που το δημιουργεί όχι ο Θεός αλλά ο άνθρωπος. Πουθενά στα ανατολικά κλασικά κείμενα δεν υπάρχει εξήγηση ή φιλοσοφία προσκολλημένη στο καλό και στο κακό. Ο πολιτισμός της Ανατολής δεν δέχεται ότι ο άνθρωπος διακρίνει μόνος του το καλό από το κακό και εφαρμόζει αυτή τη διάκριση στην ανθρώπινη κοινωνία. Η ανατολική σκέψη θεωρεί ότι ο άνθρωπος γεννιέται από τη φύση και επιστρέφει στη φύση.

Η σκέψη για τον Θεό ή για τον θάνατο έχει στην ανατολική σκέψη σημασία ασύγκριτα μικρότερη από ό,τι στη Δύση. Το Τάο Τε Τσινγκ επικεντρώνει όλες τις καταστάσεις στη φύση που συναντά ο άνθρωπος, και θέτει έναν άνθρωπο που ζει μέσα στη φύση. Αυτή η σκέψη εκφράζεται ακόμη πιο πρακτικά στον κομφουκιανισμό. Δηλώνει ότι δεν χρειάζεται να ενδιαφερόμαστε για τον κόσμο μετά τον θάνατο, για τα πνεύματα (鬼神) ή για τον θάνατο.

Σε έναν μαθητή που τον ρώτησε πώς να υπηρετεί τα πνεύματα, ο Κομφούκιος απάντησε: «Δεν ξέρεις ακόμη να χειρίζεσαι τις υποθέσεις των ανθρώπων· πώς θα σκεφτείς τις υποθέσεις των πνευμάτων;» Σε έναν μαθητή που τον ρώτησε για τον θάνατο, ο Κομφούκιος απάντησε: «Δεν γνωρίζεις ακόμη τη ζωή· πώς θα σκεφτείς τον θάνατο;» (Ανάλεκτα 11:11)

Η σκέψη για τον θάνατο που είχε αναπτύξει η Ανατολή πριν από την εποχή μας εκφράστηκε στη Δύση στις αρχές του Διαφωτισμού. Στη Δύση, δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο Σπινόζα διατύπωσε μια πολύ παρόμοια σκέψη.

Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν σκέφτεται τίποτε λιγότερο από τον θάνατο· η σοφία του είναι στοχασμός όχι πάνω στον θάνατο, αλλά πάνω στη ζωή.117

Σε αυτόν τον στοχασμό όχι πάνω στον θάνατο αλλά πάνω στη ζωή, ο πολιτισμός της Δύσης γέρνει από τον φόβο του Θεού προς μια θεωρία της ευτυχίας. Με την εξαφάνιση του φόβου του Θεού και του μεταφυσικού φόβου, εμφανίστηκε μια ομοιότητα ανάμεσα στην ανατολική σκέψη του Ντάο και στη δυτική σκέψη. Και στην Ανατολή, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν την ευτυχία ως σκοπό, όπως στη Δύση. Η ατομικιστική θεωρία της ευτυχίας της Δύσης όμως διαφέρει ακόμη από τη σχεσιοκεντρική θεωρία του νοήματος της Ανατολής. Στην Ανατολή, ο σχεσιοκεντρισμός, που βρίσκει το νόημα της ζωής στη φύση, στη μάθηση και στους φίλους, συνεχίζεται.

Η ύπαρξη ενός Θεού που κυβερνά τις ανθρώπινες υποθέσεις προκαλεί πάντα φόβο στον άνθρωπο. Ιδιαίτερα ο χριστιανισμός πρόβαλε την ανάσταση και τη διδασκαλία ότι η ζωή σε αυτόν τον κόσμο είναι προετοιμασία για την αιώνια ζωή στον άλλο. Έτσι η πίστη στον άλλο κόσμο έγινε σημαντική, και η δογματική περιγραφή του άλλου κόσμου, η διάκριση του παραδείσου και της κόλασης, του καλού και του κακού, έγιναν ακόμη σημαντικότερες. Αυτή η διαδικασία ενίσχυσε τη δύναμη της χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία έφτασε μέχρι την πρακτική της πώλησης συγχωροχαρτιών. Η ζωή σε αυτόν τον κόσμο σημαδεύτηκε από τη μεταμέλεια και τη μετάνοια.

Η φιλοσοφία του «μετανοούντος ανθρώπου» αμφισβητήθηκε από τον ντεϊσμό του Διαφωτισμού. Αφού ο Θεός δεν επεμβαίνει στις ανθρώπινες υποθέσεις, ο άνθρωπος δεν γεννιέται «άνθρωπος που φοβάται τον Θεό». Η θέση του Ρουσσώ για την καλοσύνη της ανθρώπινης φύσης είναι το αντιπροσωπευτικό αντεπιχείρημα. Μετά τον ντεϊσμό, η δυτική φιλοσοφία άρχισε να προσεγγίζει με νέο τρόπο το ερώτημα: γιατί ζει ο άνθρωπος; Αυτό έδωσε στη Δύση την ευκαιρία να επιστρέψει στις «θεωρίες της ευτυχίας». Ο ωφελιμισμός του Μπένθαμ και του Μιλ, η μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού, αναδείχθηκε σε σκοπό της ζωής της κοινωνίας και του ατόμου. Αυτό σήμαινε την αναγέννηση της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Ο Επίκουρος έβλεπε στην ευτυχία το ύψιστο αγαθό του ανθρώπου. Η ευτυχία του δεν σήμαινε τη σωματική ηδονή, αλλά την απουσία του πόνου: μια κατάσταση χωρίς σωματικό πόνο και χωρίς ταραχή της ψυχής. Θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος όταν απελευθερωθεί από τον φόβο, ιδίως από τον φόβο του θανάτου. Θεωρούσε ότι μια κοινότητα σαν εκείνη των φίλων βοηθά να κατακτήσει κανείς τη γαλήνη της ψυχής.

Η ευτυχία όμως είναι στιγμιαία και ατομική. Το συναίσθημα της ευτυχίας χάνεται εύκολα. Πού πηγαίνει τότε ο άνθρωπος που είχε κρεμαστεί από την ευτυχία; Και στην Ανατολή, όσοι κάνουν σκοπό τους την ατομική ευτυχία φαίνεται να πληθαίνουν. Ο πολιτισμός της Ανατολής όμως στηρίζεται όχι στον ατομικισμό (individualism), αλλά στον σχεσιοκεντρισμό (relationalism).118 Σε έναν πολιτισμό του σχεσιοκεντρισμού, το να είναι κανείς «ευτυχισμένος» μόνος του δεν μπορεί να είναι ο σκοπός της ζωής. Σε μια ζωή που τη ζούμε μόνο μία φορά, σκοπός γίνεται να βρούμε το «νόημα» της ζωής μαζί με τους άλλους: στη φύση, στη μάθηση, στους φίλους.

Σημειώσεις

  1. 58

    Το βιβλίο Σιούν Τσε αποτελείται από τριάντα δύο κεφάλαια, και κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε ενότητες. Το 17-1 δηλώνει το κεφάλαιο 17 του Σιούν Τσε, «Λόγος για τον Ουρανό» (天論), ενότητα 1.

    ↩
  2. 59

    «Αυτή η μέρα θα είναι για σας μέρα μνήμης, και θα τη γιορτάζετε ως γιορτή προς τιμήν του Κυρίου· θα τη γιορτάζετε από γενιά σε γενιά ως αιώνιο θεσμό» (Έξ. 12:14). Οι λεπτομερείς κανόνες του Πάσχα είναι γραμμένοι στο Έξ. 12:43-49: «Ο Κύριος είπε στον Μωυσή και στον Ααρών: Αυτός είναι ο θεσμός του Πάσχα: κανένας ξένος δεν θα φάει από αυτό. Κάθε δούλος αγορασμένος με χρήμα, αφού τον περιτέμεις, τότε θα φάει από αυτό. Ο πάροικος και ο μισθωτός δεν θα φάνε από αυτό. Θα τρώγεται μέσα σε ένα σπίτι· δεν θα βγάλεις έξω από το σπίτι τίποτα από το κρέας, και δεν θα σπάσετε κανένα κόκαλό του. Όλη η σύναξη του Ισραήλ θα κάνει το Πάσχα. Κι αν ένας ξένος που παροικεί κοντά σου θέλει να κάνει το Πάσχα του Κυρίου, κάθε αρσενικό του σπιτιού του πρέπει να περιτμηθεί· τότε θα πλησιάσει για να το κάνει, και θα είναι σαν τον ντόπιο· κανένας απερίτμητος όμως δεν θα φάει από αυτό. Ο ίδιος νόμος θα ισχύει για τον ντόπιο και για τον ξένο που παροικεί ανάμεσά σας».

    ↩
  3. 60

    Για το κοινωνικό συμβόλαιο, βλ. το δεύτερο μέρος, κεφάλαιο 3

    ↩
  4. 61

    Η αποφατική θεολογία επέζησε και στον χριστιανισμό και άσκησε εκεί την επιρροή της. Ο Διονύσιος (τέλη του 5ου-αρχές του 6ου αιώνα) και ο Μάιστερ Έκχαρτ (περίπου 1260-1327) τόνισαν την αποφατική θεολογία (apophatism), σύμφωνα με την οποία ο Θεός δεν μπορεί να οριστεί με την ανθρώπινη γλώσσα και πρέπει να προσεγγίζεται μέσω της άρνησης, και επηρέασαν τη μεσαιωνική φιλοσοφία.

    ↩
  5. 62

    Αν εξετάσουμε τη δυτική ιστορία, υπήρξε, στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, μια περίοδος όπου η διάκριση ανάμεσα στους θεούς και στους ανθρώπους δεν ήταν σαφής. Στην αρχαιότητα, καθώς προχωρούσε η προσωποποίηση των θεών, εμφανίζονταν συχνά οι προσπάθειες των ανθρώπων να γίνουν όμοιοι με τους θεούς. Οι ελληνικοί και ρωμαϊκοί μύθοι είναι γεμάτοι διηγήσεις για θεούς σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους, ή για ημίθεους (半神半人). Ανάμεσα στους ανθρώπους, ορισμένοι θεωρούσαν τις ικανότητές τους ίσες με εκείνες των θεών και μελετούσαν τους τρόπους να γίνουν όμοιοι με τους θεούς. Ιδιαίτερα, διατηρήθηκε η παράδοση να λατρεύονται ορισμένοι άνθρωποι ως θεοί μετά τον θάνατό τους. Ο Έλληνας ήρωας Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) ήθελε επίσης να πιστεύει ότι ήταν γιος θεού, και το έκανε γνωστό στο περιβάλλον του. Λέγεται ότι αυτή ήταν μία από τις αιτίες της ψυχρότητας ανάμεσα στον Αλέξανδρο και στον δάσκαλό του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης εκδήλωνε ανοιχτά την περιφρόνησή του όταν ο Αλέξανδρος ισχυριζόταν ότι είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τους θεούς. Σύμφωνα με τους Βίους του Πλουτάρχου, αφού κατέκτησε την Ινδία, ο Αλέξανδρος έθεσε ερωτήματα στους Ινδούς φιλοσόφους. Ένα από αυτά, που έδειχνε τη θέληση του Αλέξανδρου να γίνει θεός, ήταν: «Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να γίνει θεός;» Η απάντηση του Ινδού φιλοσόφου ήταν: «Κάνοντας ό,τι δεν μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος». (Plutarch, The Lives of the Noble Grecians and Romans, vol. 2 (Random House), Kindle edition, Kindle locations 4220–4221.) Ο Ρωμαίος ήρωας Καίσαρας (100-44 π.Χ.) ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τη θεά Αφροδίτη (Venus) και το χρησιμοποιούσε πολιτικά. Αφού κάποιος ισχυρίστηκε, στην κηδεία του Καίσαρα, ότι είδε την ψυχή του να ανεβαίνει στον ουρανό, άρχισαν να τον αποκαλούν θεό. Στη Δύση, «η ανθρώπινη προσπάθεια να ακολουθήσει τους θεούς» υπήρξε στην ανθρώπινη κοινωνία για περισσότερο καιρό από όσο νομίζουμε. Πράγματι, στο πολυθεϊστικό σύστημα της Ελλάδας και της Ρώμης, η έννοια των προσωποποιημένων θεών που παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις εκτίθεται ακόμη πιο καθαρά. Υπάρχουν ακόμη και περιπτώσεις που περιλαμβάνουν τον έρωτα και την τεκνοποίηση ανάμεσα σε ανθρώπους και θεούς. Πολλοί ήρωες των ελληνικών μύθων, για παράδειγμα ο Θησέας, ιδρυτής της Αθήνας, και ο Αχιλλέας, ο ήρωας του Ομήρου, έχουν θεούς για γονείς. Στις δύσκολες καταστάσεις ή στις σημαντικές στιγμές, παρακαλούσαν τους θεϊκούς γονείς τους να τους χαρίσουν θαύματα. Συνήθως οι θεοί, απαντώντας στις προσευχές τους, τους χάριζαν μια ιδιαίτερη χάρη και προστασία προσφέροντάς τους θαύματα. Αντίθετα, οι μεγάλες μορφές της ανατολικής ιστορίας που εμφανίζονται στις βιογραφίες των Αρχείων του ιστορικού, σχεδόν σύγχρονων με τους ελληνορωμαϊκούς μύθους, δεν έχουν καμία σχέση με υπερφυσικούς θεούς. Μέσα σε μια ιστορία ιδιότροπη και σε μια ανθρώπινη ζωή γεμάτη σκαμπανεβάσματα, προσπαθούσαν να σφυρηλατήσουν τη μοίρα τους εμπιστευόμενοι τη θέλησή τους και τη σοφία τους. Προσπαθούσαν να βρουν το Ντάο μέσα από τη δική τους συμπεριφορά και επιδίωκαν μια ζωή που να ακολουθεί αυτό το Ντάο. Κανένας ανατολικός ηγέτης που πέτυχε δεν προσπάθησε να γίνει όμοιος με θεό ούτε ισχυρίστηκε ότι είχε συγγένεια με θεό. Επειδή η έννοια του Θεού δεν υπήρχε, δεν μπορούσαν να κάνουν τέτοιες προσπάθειες πολιτικά. Αναζητούσαν όχι να γίνουν θεοί αλλά τους τρόπους να ζήσουν πολύ. Όταν, μέσα από τον Διαφωτισμό και ως την εποχή των ιδεολογιών, το πνεύμα αντικατέστησε τη θρησκεία, το ανθρώπινο πάθος του «να γίνει κανείς σαν τον Θεό» αναστήθηκε στη Δύση. Γεννήθηκε η αυταπάτη ότι ένας άνθρωπος προικισμένος με ένα τέλειο πνεύμα μπορούσε να ενεργεί σαν τον Θεό. Στο επίπεδο της σκέψης, η φιλοσοφία του υπερανθρώπου του Νίτσε, αποβλέποντας σε μια εικόνα του ελεύθερου ανθρώπου, ηθικά απαλλαγμένου από τα υπάρχοντα ηθικά συναισθήματα, κατέληξε να υποδαυλίσει αυτή την τάση. Πήρε το μέρος της ανθρώπινης προσπάθειας να γίνει κανείς σαν τον Θεό. Σε μια Δύση όπου η δύναμη της εξ αποκαλύψεως θρησκείας που οδηγούσε ο Θεός είχε αποδυναμωθεί, γεννήθηκαν στη Δύση απόπειρες να βρεθεί, σε έναν άνθρωπο προικισμένο με τις δυνάμεις του υπερανθρώπου, ο ηγέτης που θα οδηγούσε το μέλλον της ανθρωπότητας. Πράγματι, άνθρωποι γοητευμένοι από αυτή την ιδεολογία εμφανίστηκαν στη Δύση· ένας άνθρωπος όπως ο Χίτλερ ήταν πεπεισμένος ότι οι ικανότητες που είχε ήταν υπεράνθρωπες. Πολλοί τον ακολούθησαν. Ο Χίτλερ έβλεπε τον εαυτό του ως πρόσωπο επιφορτισμένο με μια ιστορική αποστολή, και η ναζιστική προπαγάνδα επικεντρώθηκε στο να τον αποτυπώσει στον λαό ως ένα σχεδόν θεϊκό ον. Για τον υπεράνθρωπο, το σημαντικότερο εργαλείο γίνεται, όπως το χρησιμοποίησε ο Χίτλερ, η σκέψη του καλού και του κακού. Οι ισχυρισμοί του πρέπει να είναι απόλυτα σωστοί. Ο Χίτλερ και οι οπαδοί του κατέληξαν, μέσω της σκέψης του καλού και του κακού, στο συμπέρασμα ότι οι Εβραίοι, κακοί, δεν έπρεπε να υπάρχουν. Τελικά, ο δυτικός ντεϊσμός έπαιξε τον θετικό ρόλο του παραμερισμού των δογμάτων της εξ αποκαλύψεως θρησκείας, μέσα από την εποχή των ιδεολογιών όμως κατέληξε να χρησιμεύει ως δίκοπο εργαλείο, που έπαιξε και τον αρνητικό ρόλο της παραγωγής του ηθικού «υπερανθρώπου» (superman).

    ↩
  6. 63

    Rex Warner, The Greek Philosophers, A Mentor Books, New York, 1958, p.24

    ↩
  7. 64

    Τα αντίθετα της μη-πράξης (ου-γουέι) περιλαμβάνουν το γιου-γουέι (有爲), το ρεν-γουέι (人爲) και το τσουο-γουέι (作爲). Έχουν όλα κοινό ότι ο άνθρωπος ενεργεί με αίσθηση του σκοπού. Σε σύγκριση με τη μη-πράξη, είναι όλα πράξεις όπου προβάλλει η ανθρώπινη πρόθεση. Επειδή ο άνθρωπος μπορεί να ενεργεί ενάντια στη μη-πράξη που είναι εγγενής στο Ντάο, χρησιμοποιείται μερικές φορές το ρεν-γουέι σε αντιπαράθεση με τη μη-πράξη. Και το τσουο-γουέι, που δηλώνει την πράξη την αντίθετη προς τον νόμο της φύσης, το Ντάο, χρησιμοποιείται επίσης ως αντίθετο της μη-πράξης. Για να συγκρίνουμε όμως τους πολιτισμούς της Ανατολής και της Δύσης, η χρήση του γιου-γουέι, της σκόπιμης πράξης, για τη δυτική δράση κάνει τη σύγκριση με την ανατολική μη-πράξη ευκολότερη από ό,τι με τις άλλες λέξεις, το ρεν-γουέι ή το τσουο-γουέι.

    ↩
  8. 65

    Sources of Chinese Tradition, Vol. I, Compiled by Wm. Theodore de Bary et al., Columbia University Press, New York, 1960, p.123.

    ↩
  9. 66

    Τα γραπτά του Χαν Φέι Τσε όπως και ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι γράφτηκαν σε μια εποχή όπου οι συγγραφείς τους ήταν πολιτικά δυστυχείς. Και οι δύο ζούσαν σε ταραγμένους καιρούς όπου η Κίνα και η Ιταλία ήταν χωρισμένες σε πολλά κομμάτια, με αντίπαλους πολέμαρχους. Ο Χαν Φέι Τσε, σταλμένος ως πρεσβευτής στο Τσιν, συκοφαντήθηκε από τον Λι Σι, συμμαθητή του κοντά στον Σιούν Τσε, και ολοκλήρωσε το έργο του στη φυλακή. Ο Μακιαβέλι, αφού έπεσε στη δυσμένεια των Μεδίκων, βασανίστηκε μάλιστα και έγραψε τον Ηγεμόνα στην εξορία. Και οι δύο ονειρεύονταν να επιστρέψουν στην πολιτική σκηνή προσφέροντας το βιβλίο τους σε ηγεμόνες, και αμφότεροι απέτυχαν εξίσου. (Sima Qian, Shiji (史記, Αρχεία του ιστορικού), κορεατική μετάφραση Yi Yeong-mu, Sintaeyangsa, τόμ. 5, σ. 284· J. Bronowski και Bruce Mazlish, ό.π., σ. 56-57)

    ↩
  10. 67

    Seong Dong-ho (成東鎬), Han Feizi (韓非子, Χαν Φέι Τσε), κορεατική μετάφραση, Hongsin Sinseo, σ. 368.

    ↩
  11. 68

    Στο ίδιο.

    ↩
  12. 69

    Machiavel, Le Prince, Le Livre de Poche, Paris, p. 92.

    ↩
  13. 70

    Machiavel, ό.π., σ. 123.

    ↩
  14. 71

    Machiavel, ό.π., σ. 126.

    ↩
  15. 72

    Αυτή η φιλοσοφία συνέβαλε στη διάδοση στην Ανατολή, στη διάρκεια των δύο χιλιάδων χρόνων που ακολούθησαν, ενός πολιτισμού με κέντρο την ηθική. Στηρίζεται όχι στην «αντίθεση» της σκέψης του καλού και του κακού, θεμελιωμένης στη δυτική φιλοσοφία του όντος, αλλά στη «συμπληρωματικότητα» της σκέψης του γιν και του γιανγκ, θεμελιωμένης στην ανατολική φιλοσοφία της μεταβολής. Η σκέψη του ουανού τζιντού (萬物制度) είναι η ιδέα ότι «η τάξη της φύσης και οι ανθρώπινοι θεσμοί ακολουθούν όλοι μία και την ίδια τάξη»· με άλλα λόγια, η τάξη της φύσης και οι ανθρώπινοι θεσμοί επικοινωνούν συμπληρωματικά. Αυτή η συμπληρωματικότητα εμφανίζεται ακόμη πιο καθαρά στην ισότητα των πραγμάτων (齊物論) του Τσουάνγκ Τσε. Η ισότητα των πραγμάτων είναι η ιδέα ότι, όταν ο άνθρωπος ξεπερνά τις κρίσεις του καλού και του κακού, του αγαθού και του πονηρού, του ωραίου και του άσχημου που ισχύουν στην κοινωνία, δηλαδή όταν βγαίνει από το σχετικό πεδίο του εσύ και του εγώ, μπορεί να βιώσει το να γίνεται ένα με τον ουρανό, τη γη και όλα τα πράγματα. Ένα παράδειγμα της ισότητας των πραγμάτων είναι το περίφημο όνειρο της πεταλούδας (胡蝶夢) του Τσουάνγκ Τσε: το ανέκδοτο όπου ονειρεύεται ότι είναι μια πεταλούδα που πετά όπως θέλει, ύστερα ξυπνά και βυθίζεται στη σκέψη ότι η πεταλούδα και ο ίδιος είναι ένα. Το να κρατά κανείς ακέραιη τη φύση του και να διαφυλάσσει το αυθεντικό (全性保眞) είναι η ιδέα ότι «ο άνθρωπος δεν πρέπει να επικεντρώνεται μόνο σε ένα μέρος της έμφυτης φύσης του, όπως η τιμή ή η απληστία, να χάνει την ισορροπία κυνηγώντας το και να καταστρέφεται, αλλά να διαφυλάσσει ολόκληρη τη θέληση για ζωή που έλαβε με τη γέννηση και την έκφρασή της, το σώμα». Με τον Τσουάνγκ Τσε, αναπτύχθηκε στη σκέψη της τέχνης της θρέψης της ζωής (養生主), που υποστηρίζει «τη ζωή όπως είναι φυσικά». Οι λίγες και ρηχές επιθυμίες (情慾寡淺) είναι η ιδέα ότι «τα ανθρώπινα συναισθήματα και οι επιθυμίες δεν ήταν μεγάλα κατά τη γέννηση, μεγάλωσαν όμως τεχνητά στη ζωή μέσα στην κοινωνία, και πρέπει επομένως να τα διαχειριζόμαστε ακολουθώντας την αρχική τους μορφή». Μια τέτοια σκέψη άκμασε στη Δύση στον Διαφωτισμό χάρη στον Γάλλο φιλόσοφο Ρουσσώ. Η θεωρία του Ρουσσώ για την ανθρώπινη φύση, σύμφωνα με την οποία η ευγενής φύση που έχει κανείς κατά τη γέννηση διαφθείρεται από τον πολιτισμό, διαδόθηκε στη Δύση. Από αυτή την άποψη, ορισμένοι δυτικοί μελετητές επισημαίνουν ότι η σκέψη του Ρουσσώ μοιάζει με την ταοϊστική σκέψη. Το να βλέπεις την προσβολή χωρίς να νιώθεις ατιμασμένος (見侮不辱) είναι η ιδέα ότι «ακόμη κι αν σε προσβάλει ο άλλος, δεν το θεωρείς ντροπή», και αποβλέπει με αυτή την ηθική να περιορίσει τους άσκοπους ανταγωνισμούς και τις διαμάχες. Στηρίζεται τελικά στη σκέψη ότι εσύ και εγώ δεν είμαστε σε αντίθεση αλλά μπορούμε να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον: μια σκέψη θεμελιωμένη όχι στη δυτική σκέψη του καλού και του κακού αλλά στην ανατολική σκέψη του γιν και του γιανγκ. Η σκέψη που απαγορεύει την επίθεση και κάνει να καταθέσουν τα όπλα (禁攻寢兵) γεννήθηκε από τον σκοπό να τελειώσουν οι πόλεμοι που διαρκούσαν ήδη αιώνες: η ιδέα να σωθεί ο κόσμος από τον πόλεμο με το να «απαγορεύει κάθε κράτος κάθε στρατιωτική επίθεση εναντίον των άλλων κρατών και να καταργεί τα όπλα».

    ↩
  16. 73

    Για το τζιουντζί, οι δυτικές μεταφράσεις χρησιμοποιούν διάφορους όρους χωρίς νόημα: superior man, gentleman κ.λπ. Το τζιουντζί δηλώνει έναν ηγέτη με την έννοια της πολιτικής ηθικής. Γι’ αυτό η πιο εύστοχη αγγλική μετάφραση του τζιουντζί θα μπορούσε να είναι «leader» (leadership), στα ελληνικά «ηγούμενος».

    ↩
  17. 74

    Στην ελληνική εποχή, υπήρξε στη Δύση ένας φιλόσοφος του οποίου η σκέψη έμοιαζε πολύ με την ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ: ο Ηράκλειτος (535-475 π.Χ.). Ο Ηράκλειτος μπορεί να θεωρηθεί ο στοχαστής του γιν και του γιανγκ της Δύσης, και η περίφημη «ενότητα των αντιθέτων» του (Unity of Opposites) το αποδεικνύει. Είναι μια φιλοσοφία όμοια με την ανατολική συμπληρωματικότητα του γιν και του γιανγκ, που προτείνει μια κοσμολογία η οποία βλέπει όχι την αντίθεση αλλά τη συμπληρωματικότητα ως την ουσία που συγκροτεί το σύμπαν. Εξαιτίας όμως αυτής της κοσμολογίας, ο Ηράκλειτος καταδικάστηκε ως πανθεϊστής από τους συναδέλφους του Έλληνες φιλοσόφους. Ο δεσμός ανάμεσα στην ενότητα των αντιθέτων του Ηράκλειτου και στην ανατολική σκέψη της συμπληρωματικότητας του γιν και του γιανγκ δεν έχει σχεδόν ποτέ συγκριθεί στην ιστορία της ανατολικής και της δυτικής φιλοσοφίας. Μπορούμε όμως να συμπεράνουμε ότι μια ίδια κοσμολογία υπήρξε στην Ανατολή όπως και στη Δύση, γιατί το «μοτίβο του τάιτζι», που ανταποκρίνεται στην «ενότητα των αντιθέτων» και στην ταοϊστική «συμπληρωματικότητα του γιν και του γιανγκ», χρησιμοποιήθηκε στην Ανατολή όπως και στη Δύση. Στη δυτική ιστορία, η μορφή του τάιτζι χρησιμοποιήθηκε νωρίτερα από ό,τι στην Ανατολή, και αυτό το ιστορικό γεγονός επιτρέπει την υπόθεση ότι και η Δύση είχε μια φιλοσοφία όμοια με την ανατολική θεωρία του γιν και του γιανγκ, που την αντιπροσώπευε στη Δύση το μοτίβο του τάιτζι. Κανένα δυτικό τεκμήριο όμως δεν στηρίζει την πιθανότητα η φιλοσοφία της συμπληρωματικότητας που είναι εγγενής στο μοτίβο του γιν και του γιανγκ να αναπτύχθηκε σε σκέψη και να συνεχίστηκε μετά τον Ηράκλειτο. Μόνο που η σκέψη του Ηράκλειτου συνέχισε να επηρεάζει τους Δυτικούς ως και μέσα στην εποχή μας. Ιστορικά, η κοπή τον 3ο αιώνα μ.Χ. νομισμάτων που τιμούσαν τον Ηράκλειτο αποδεικνύει ότι η επιρροή του υπήρχε πράγματι. Οι ιδέες και η σκέψη του γιν και του γιανγκ του Ηράκλειτου εξαφανίστηκαν από τον δυτικό πολιτισμό αφού η μεταφυσική του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη πήρε τον κεντρικό ρόλο στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας του πνεύματος. Γι’ αυτό οι νεότεροι δυτικοί φιλόσοφοι δεν δείχνουν για τον Ηράκλειτο μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το να τον βλέπουν μερικές φορές από μια νέα οπτική, ως ενδιαφέροντα. Χρειάστηκε να περιμένουμε την επαναστατική ανακάλυψη της σύγχρονης φυσικής του 20ού αιώνα ότι όχι η αντίθεση αλλά η συμπληρωματικότητα εξηγεί την κβαντομηχανική. Πέρα από τις απόπειρες συμπληρωματικού δυϊσμού του Ηράκλειτου και άλλων Ελλήνων φιλοσόφων του αφανέρωτου, οι περισσότεροι δυτικοί στοχαστές προσπάθησαν να κατανοήσουν δύο συμμετρικά στοιχεία ως σχέσεις σύγκρουσης και εχθρότητας. Αυτός ο δυτικός φιλοσοφικός δυϊσμός της αντίθεσης συναντά τη χριστιανική θρησκευτική σκέψη του καλού και του κακού, που περιλαμβάνει τη διάκριση του Θεού και του διαβόλου, του καλού και του κακού.

    ↩
  18. 75

    Το αφανέρωτο γίνεται αποδεκτό αυτούσιο όχι μόνο στον ταοϊσμό αλλά και στον κομφουκιανισμό. Ο Κομφούκιος χρησιμοποιεί την έκφραση «το Ντάο δεν θα πραγματωθεί στον κόσμο». Ενώ επιδιώκει εκείνη την απόλυτη αλήθεια που είναι το Ντάο, δέχεται ότι το ατελείωτο Ντάο δεν μπορεί να πραγματωθεί σε αυτόν τον κόσμο. «Αν το πρωί μπορούσα να ακούσω ότι το Ντάο ασκείται στον κόσμο, θα μπορούσα να πεθάνω ευχαριστημένος το βράδυ» (Ανάλεκτα 4:8).

    ↩
  19. 76

    Σε αντίθεση με τη Δύση, που χτίζει τα σπίτια της από μάρμαρο και πέτρα, η Ανατολή χτίζει τα σπίτια της από ξύλο. Ο ρόλος του κορφιά στο χτίσιμο ενός σπιτιού μάς διδάσκει πώς γεννήθηκε η θεωρία του γιν και του γιανγκ στην Ανατολή. Χτίζοντας ένα σπίτι, στήνουμε τους στύλους για να φτιάξουμε τον σκελετό, και, πάνω σε αυτόν τον σκελετό, φτιάχνουμε το τζι (極), την κορυφή: δηλαδή τοποθετούμε τον κορφιά. Ο κορφιάς τοποθετείται ανάμεσα στους στύλους και στη στέγη. Χωρίς κορφιά, το σπίτι καταρρέει. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να τοποθετηθεί καλά ο κορφιάς, και, γι’ αυτό, όταν χτίζεται ένα σπίτι γίνεται μια ιδιαίτερη τελετή, η τελετή του κορφιά. Μέσα από τη διαδικασία όπου η θέση του κορφιά αλλάζει καθώς τοποθετείται, μπορούμε να καταλάβουμε πώς γεννήθηκε η θεωρία του γιν και του γιανγκ. Όταν ο κορφιάς ανεβαίνει κρεμασμένος από σχοινιά, βλέπουμε το πάνω και το κάτω, το αριστερά και το δεξιά, το μπρος και το πίσω να αλλάζουν θέση. Αυτό δείχνει ότι όλα είναι σχετικά και έχουν τη φύση της μεταβολής. Και βλέπουμε ότι, όταν ο κορφιάς εξαφανίζεται, όλες οι διακρίσεις του πάνω και του κάτω, του αριστερά και του δεξιά, του μπρος και του πίσω εξαφανίζονται. Αυτή είναι η κατάσταση του ουτζί (無極).

    ↩
  20. 77

    Η θεωρία του γιν και του γιανγκ είχε τη θέση της στην ανατολική σκέψη ως κεντρική ιδέα του Ι Τσινγκ. Η μορφή του τάιτζι όμως, που αντανακλά τη θεωρία του γιν και του γιανγκ, εμφανίζεται αργά. Στις αρχές του 7ου αιώνα, στην εποχή του Πεκγιέ, το μοτίβο του τάιτζι άρχισε να εμφανίζεται στην κορεατική χερσόνησο: είναι το μοτίβο του τάιτζι που βρέθηκε στους τάφους του Πεκγιέ στο Μπογκάμ-ρι, στη Νατζού. Στην Κίνα, από την εποχή των Σονγκ, τον 11ο αιώνα, η μορφή του τάιτζι και η θεωρία του γιν και του γιανγκ καταγράφονται μαζί με εικόνες. Στην Ανατολή, η μορφή του τάιτζι άρχισε να χρησιμεύει ως σύμβολο του ταοϊσμού μετά τον 15ο αιώνα. Εξοικειωμένοι με τον ταοϊσμό και με τη μορφή του τάιτζι, νομίζουμε εύκολα ότι η μορφή του τάιτζι, που εξηγεί την ανατολική κοσμολογία, και το έμβλημα του γιν και του γιανγκ που είναι σχεδιασμένο πάνω της χρησιμοποιούνταν από τον ταοϊσμό από την αρχή. Υπάρχουν όμως τεκμήρια που δείχνουν ότι η ίδια η μορφή του τάιτζι και το έμβλημα του γιν και του γιανγκ χρησιμοποιήθηκαν πρώτα στη Δύση, χίλια ή περισσότερα χρόνια πριν από την Ανατολή. Στη Δύση, τεκμήρια μαρτυρούν ότι το μοτίβο του γιν και του γιανγκ άρχισε να εμφανίζεται ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. σε κοσμήματα που χρησιμοποιούσαν οι Κέλτες (Celts ή Kelts, που κατείχαν πριν από την εποχή μας τις περιοχές της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας). Αυτό το καθαρό μοτίβο χρησιμοποιούνταν σαφώς στα κελτικά κοσμήματα. Και μια μορφή του τάιτζι σχεδόν ίδια με εκείνη που χρησιμοποιεί σήμερα ο ταοϊσμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά, σύμφωνα με τα τεκμήρια, στη Ρώμη γύρω στο 430 μ.Χ. Κάθε ρωμαϊκή λεγεώνα υιοθετούσε ένα χαρακτηριστικό έμβλημα για τις ασπίδες που χρησιμοποιούσε. Στη Notitia Dignitatum (κατάλογος των αξιωμάτων και των λεγεώνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, 395-430 μ.Χ.), δύο λεγεώνες χρησιμοποιούσαν μια καθαρή μορφή του τάιτζι ως έμβλημα.

    A blue and red yin yang symbol
Description automatically generated
    Έμβλημα ασπίδας ρωμαϊκής λεγεώνας (armigeri defensores seniores, 430 μ.Χ.)

    Στη Δύση, μια ακριβής μορφή του τάιτζι εμφανίζεται περίπου χίλια χρόνια πριν από την Ανατολή. Δεν μπορούμε όμως να ξέρουμε πού ούτε πώς άρχισε. Το ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι, αν δει κανείς μόνο το μοτίβο του γιν και του γιανγκ, τα κελτικά κοσμήματα προηγούνται της Ανατολής σχεδόν κατά δύο χιλιάδες χρόνια. Από τον 15ο αιώνα περίπου, επί των Μινγκ, ο ταοϊσμός άρχισε να χρησιμοποιεί πραγματικά τη μορφή του τάιτζι που έχει υιοθετήσει σήμερα ως σύμβολό του. Αυτό εγείρει πολλά ερωτήματα για τη μορφή του τάιτζι και το έμβλημα του γιν και του γιανγκ. Το σημαντικό όμως είναι ότι, πέρα από εικόνες που χρησίμευαν ως εμβλήματα και κοσμήματα, δεν βρέθηκε στη Δύση κανένα τεκμήριο που να πραγματεύεται μια θεωρία, μια φιλοσοφία ή μια σκέψη όπως η εξήγηση του διαγράμματος του τάιτζι ή η θεωρία του γιν και του γιανγκ. Στην Ανατολή, αντίθετα, τέτοιες θεωρητικές εκθέσεις είχαν ήδη καταγραφεί και χρησιμοποιηθεί λεπτομερώς, ως θεωρία που εξηγεί την ανατολική κοσμολογία, στο Ι Τσινγκ, χιλιετίες πριν από την εποχή μας, και στο Τάο Τε Τσινγκ, στα τέλη της Εποχής των Ανοίξεων και των Φθινοπώρων.

    ↩
  21. 78

    Ο ανατολικός συλλογισμός είναι επαγωγικός και ο δυτικός συλλογισμός παραγωγικός. Ένα απλό παράδειγμα είναι ο συλλογισμός σε τρεις χρόνους: «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί· ο Σωκράτης είναι άνθρωπος· επομένως είναι θνητός». Στηρίζεται σε μια παραγωγική λογική. Η Δύση όμως δεν δείχνει ακόμη σχεδόν κανένα ενδιαφέρον για την ανατολική μέθοδο της εξήγησης με παράλληλα ζεύγη. Αυτή ακριβώς τη μέθοδο των παράλληλων ζευγών χρησιμοποιούν οι Γραφές του ταοϊσμού και του κομφουκιανισμού για να εξηγήσουν το σύμπαν, όλα τα πράγματα, την ουσία του ανθρώπου και τους τρόπους συμπεριφοράς. Η μέθοδος των παράλληλων ζευγών στηρίζεται θεμελιωδώς σε μια επαγωγική λογική. Και τα δύο μέλη ενός ζεύγους είναι αμοιβαία συμπληρωματικά: είναι η επίδραση του συμπληρωματικού δυϊσμού. Ο ταοϊσμός, με τον σοφό (聖人) και τον λαό, και ο κομφουκιανισμός, με τον ηγούμενο (τζιουντζί, 君子) και τον μετέχοντα (σιάοζεν, 小人), μεταδίδουν τη σοφία τους με αναρίθμητες χρήσεις του παράλληλου ζεύγους. Το «Ο ηγούμενος αναζητά την αρετή. Ο μετέχων αναζητά το κέρδος» είναι ένα καλό παράδειγμα. Η διακυβέρνηση του σοφού μέσω της μη-πράξης (無爲之治) δεν μεταμορφώνει τους ανθρώπους με τη βία, αλλά αφήνει τον λαό να ακολουθεί φυσικά την αρετή. Ο λαός μεταμορφώνεται από μόνος του (自化) και ακολουθεί τον σοφό. Η αρχή είναι η ίδια για τον ηγούμενο: ο μετέχων καταλήγει να τον ακολουθεί φυσικά. Και αυτοί οι δύο εταίροι σχηματίζουν, όπως το γιν και το γιανγκ, μια σχέση συμπληρωματικότητας, θεμελιωμένη στην αρχή ότι, χωρίς τον έναν, δεν υπάρχει ούτε ο άλλος. Έτσι είναι και το κομφουκιανό απόφθεγμα: «Αν μαθαίνεις από τους άλλους χωρίς να στοχάζεσαι μόνος σου, δεν μπορείς να αποκτήσεις αληθινή κατανόηση· αν στοχάζεσαι μόνος σου χωρίς να μαθαίνεις από τους άλλους, πέφτεις στον δογματισμό». Και το ταοϊστικό απόφθεγμα «Το Ντάο είναι ένα ανεξάρτητο ον· το Ντάο είναι ένα καθολικό ον» διδάσκει έναν συμπληρωματικό, ανατολικό τρόπο σκέψης, διαφορετικό από εκείνον της Δύσης. Αυτός ο τρόπος εξήγησης της ουσίας και των φαινομένων των πραγμάτων με παράλληλα ζεύγη εδραιώθηκε ως ανατολικός τρόπος σκέψης από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο τρόπος σκέψης που συλλαμβάνει την ουσία των πραγμάτων με την εξήγηση σε παράλληλα ζεύγη είναι ένας τρόπος που έγινε συνήθεια, να συλλαμβάνονται τα πράγματα σχετικά και συμπληρωματικά. Αυτή η συνήθεια προέρχεται από τη συμπληρωματική σκέψη του γιν και του γιανγκ.

    ↩
  22. 79

    Το ζήτημα εδώ είναι πώς κρίνουν φιλοσοφικά οι πολιτισμοί της Ανατολής και της Δύσης την παροιμία «Ο Ουρανός βοηθά εκείνους που βοηθούν τον εαυτό τους». Στον ανατολικό πολιτισμό του Ντάο, αυτό δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα. Η παροιμία «Ο Ουρανός βοηθά εκείνους που βοηθούν τον εαυτό τους» ήταν στην Ανατολή, επί δύο χιλιάδες χρόνια, μια σκέψη που όλοι επιδοκίμαζαν και χρησιμοποιούσαν πρόθυμα, «γιατί δεν είναι το Ντάο που κάνει τον άνθρωπο μεγάλο, αλλά ο άνθρωπος που κάνει το Ντάο μεγάλο». Το απόφθεγμα του κεφαλαίου «Σιουέ Ερ» (學而篇) των Αναλέκτων, ενότητα 2, ότι «όταν η ρίζα εδραιωθεί, το Ντάο γεννιέται» σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι η απόλυτη αλήθεια δεν είναι κάτι ήδη καθορισμένο με τη μορφή μιας μετάδοσης από τον Θεό στον άνθρωπο μέσω των προφητών. Ο δυτικός πολιτισμός του Θεού όμως καταλήγει να προσκολλάται στη φιλοσοφία ότι «ο Θεός κάνει τον άνθρωπο μεγάλο». Γι’ αυτό καταλήγει να σκέφτεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του μόνο με τη χάρη (grace) του Θεού. Στη Δύση, η παροιμία «Ο Ουρανός βοηθά εκείνους που βοηθούν τον εαυτό τους» δεν προέρχεται από τη Βίβλο. Είναι μια παροιμία που ήρθε από τους μύθους του Αισώπου τον 6ο αιώνα π.Χ., εξαφανίστηκε στον Μεσαίωνα και ξανάγινε της μόδας στη Δύση χάρη στον Αμερικανό Βενιαμίν Φραγκλίνο μέσα από το βιβλίο του (Poor Richard’s Almanack), που εκδόθηκε τον 18ο αιώνα. Αυτή η παροιμία στηρίζεται σε μια φιλοσοφία διαφορετική από τη διδασκαλία της Βίβλου. Στον βυθό της δυτικής σκέψης βρίσκεται η ιδέα ότι πρέπει να στηρίζεται κανείς όχι στην ανθρώπινη προσπάθεια αλλά στη δύναμη του Θεού. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος, επειδή είναι άνθρωπος φτιαγμένος από τον Θεό, καταλήγει να ακολουθεί το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό, στην πίστη τους, πιστεύουν στη φιλοσοφία ότι «ο Θεός είναι καλοκάγαθος» και στηρίζονται σε αυτήν. Ο πολιτισμός του Ντάο όμως, πιστεύοντας στη φιλοσοφία ότι «το Ντάο δεν είναι καλοκάγαθο», υποστηρίζει ότι τις ανθρώπινες υποθέσεις πρέπει να τις χειρίζεται ο άνθρωπος. Δεν είναι αισιοδοξία αλλά ρεαλισμός. Ο Ουρανός δεν βοηθά όποιον δεν βοηθά τον εαυτό του.

    ↩
  23. 80

    Walpola Rahula, What the Buddha Taught (New York: Grove Press, 1974), 51-52

    ↩
  24. 81

    Benedict de Spinoza, Ethics (New York: Penguin Books, 1996), 120

    ↩
  25. 82

    Ο Σουν Τσε (孫子) έγραψε την τέχνη του πολέμου του αφού του έκοψαν και τα δύο πόδια ύστερα από μια συκοφαντία (Σίμα Τσιαν, Αρχεία του ιστορικού, σ. 110· εκείνος που του έκοψαν τα πόδια είναι ο Σουν Μπιν (孫臏), συγγραφέας της Τέχνης του πολέμου του Σουν Μπιν, άλλο πρόσωπο από τον Σουν Ου (孫武), στον οποίο αποδίδεται η Τέχνη του πολέμου του Σουν Τσε). Ο Κλαούζεβιτς έγραψε το Περί του πολέμου (Vom Kriege) αφού υπέστη ήττα πάνω στην ήττα από τον Ναπολέοντα ως συνταγματάρχης του πρωσικού στρατού. Βλέποντας τον Σουν Τσε και τον Κλαούζεβιτς, όπως και τον Χαν Φέι Τσε και τον Μακιαβέλι, που έγραψαν αφού γνώρισαν τη δοκιμασία, δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί αυτό το χωρίο του Σίμα Τσιαν, που υπέστη και ο ίδιος την ταπεινωτική τιμωρία του ευνουχισμού πριν γράψει το αθάνατο αριστούργημά του, τα Αρχεία του ιστορικού: «Φαίνεται ότι, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ξεσπάσει τα καταπιεσμένα συναισθήματα της καρδιάς του, γράφει ένα μεγάλο έργο που συγκεντρώνει τα γεγονότα του παρελθόντος και αποθέτει τις ελπίδες του στο μέλλον».

    ↩
  26. 83

    Σουν Τσε, Η τέχνη του πολέμου, κεφάλαιο «Οι εκτιμήσεις» (始計篇), σ. 18.

    ↩
  27. 84

    Carl von Clausewitz, De la guerre, ό.π., σ. 51.

    ↩
  28. 85

    Lee Jong-hak, επιμ., Sonja byeongbeop (孫子兵法, Η τέχνη του πολέμου), κορεατική μετάφραση, Bakyoung Mungo, σ. 71.

    ↩
  29. 86

    Lee Jong-hak, ό.π., σ. 18. Η ελληνική λέξη πίσω από τη στρατηγική, στρατηγία, σημαίνει την τέχνη του στρατηγού, και από την ίδια ρίζα προέρχεται το στρατήγημα, η πονηριά του στρατηγού. Η ομοιότητα της Ελλάδας και της Κίνας ως πολιτισμών του γιν είναι εντυπωσιακή.

    ↩
  30. 87

    Carl von Clausewitz, De la guerre, Les Éditions de Minuit, Paris, p. 80

    ↩
  31. 88

    Ο Ρεϊμόν Αρόν (Raymond Aron) γράφει ότι ο Κλαούζεβιτς περιόρισε την έννοια της νίκης στην τακτική. (Βλ. Raymond Aron, Penser la guerre, Clausewitz, vol. I, Éditions Gallimard, Paris, 1976, σ. 164.) Στο Περί του πολέμου, ο Κλαούζεβιτς τονίζει ως ύψιστο σκοπό την άμεση νίκη μάλλον παρά το τελικό όφελος. Αυτό το γνώρισμα φαίνεται καθαρά όταν το συγκρίνουμε με την Τέχνη του πολέμου του Σουν Τσε, που τονίζει ακατάπαυστα τη σημασία του τελικού οφέλους μάλλον παρά της άμεσης νίκης. (Βλ. Sun Tzu, L’Art de la guerre, Flammarion, Paris, σ. 5.)

    ↩
  32. 89

    Carl von Clausewitz, ό.π., σ. 70.

    ↩
  33. 90

    Σουν Τσε, Η τέχνη του πολέμου, κεφάλαιο «Η επίθεση με στρατήγημα» (謀攻篇), σ. 71.

    ↩
  34. 91

    Carl von Clausewitz, War Politics and Power, A Gateway Edition, p.2.

    ↩
  35. 92

    Baruch Spinoza, Traité politique, Garnier-Flammarion, Paris, p. 13.

    ↩
  36. 93

    Σουν Τσε, Η τέχνη του πολέμου, κεφάλαιο «Η διεξαγωγή του πολέμου» (作戰篇), σ. 52.

    ↩
  37. 94

    Carl von Clausewitz, De la Guerre, p.67.

    ↩
  38. 95

    Raymond Aron, Penser la Guerre Clausewitz, vol. I, pp.167~170.

    ↩
  39. 96

    Raymond Aron, ό.π., vol. II, σ. 36-39.

    ↩
  40. 97

    Carl von Clausewitz, ό.π., σ. 52.

    ↩
  41. 98

    Σουν Τσε, Η τέχνη του πολέμου, κεφάλαιο «Η σύγκρουση των στρατών» (軍爭篇), σ. 162

    ↩
  42. 99

    Newsweek, November 8, 2004.

    ↩
  43. 100

    Kissinger, On China, 22–23.

    ↩
  44. 101

    Ibid., 59.

    ↩
  45. 102

    Nisbett, The Geography of Thought, Introduction. Η πρόταση αυτή αποδίδεται στον Καϊπίνγκ Πενγκ (Kaiping Peng), που διδάσκει σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ.

    ↩
  46. 103

    Οι προσπάθειες της Κίνας στην ΤΝ, στους ημιαγωγούς, στην αεροδιαστημική, στις νέες μορφές ενέργειας, στη στρατηγική των ηλεκτρικών οχημάτων και στη στρατηγική της ρομποτικής πετυχαίνουν απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χάρη σε μια συγκεντρωμένη εκπαίδευση των φοιτητών μηχανικής, η Κίνα κατέχει σήμερα δώδεκα ή περισσότερα από τα είκοσι πρώτα ιδρύματα του κόσμου για την εκπαίδευση του μέλλοντος, ανάμεσά τους τα τέσσερα πρώτα. Όλα αυτά είναι καρπός της «στρατηγικής του σι» της Κίνας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθετούν τη στρατηγική του «να εξασφαλίσουν τη νίκη» απευθείας επί της Κίνας, με την ενίσχυση των συμμαχιών τους, τα εμπάργκο κατά της Κίνας και τους δασμολογικούς πολέμους. Το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής επικεντρώνεται στην άνοδο και στην πτώση των μετοχών των επιχειρήσεων. Αν η στρατηγική του σι είναι μακροπρόθεσμη, η στρατηγική που επιδιώκει να εξασφαλίσει τη νίκη είναι βραχυπρόθεσμη.

    ↩
  47. 104

    Αυτή η αλλαγή συμβαίνει ταυτόχρονα με τη διαδικασία κατά την οποία οι σχέσεις ανάμεσα στα έθνη πραγματοποιούν μια αλλαγή παραδείγματος, από τον πόλεμο, ή «από τη λεηλασία στο εμπόριο» (From Raid to Trade). Στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων του κόσμου που έρχεται, η ισχύς των όπλων μένει σημαντική, ο ανταγωνισμός όμως ανάμεσα στα έθνη κρίνεται πλέον κυρίως από τη δύναμη του εμπορίου. Η ισχύς των όπλων καταλήγει να παίζει τον ρόλο του προστάτη του εμπορίου.

    ↩
  48. 105

    Kissinger, op. cit., ix.

    ↩
  49. 106

    Matthew Ricci, China in the Sixteenth Century: The Journals of Matthew Ricci: 1583-1610, trans. Louis J. Gallagher (New York: Random House, 1953), 54-55.

    ↩
  50. 107

    Kissinger, op. cit., ix

    ↩
  51. 108

    Henry Kissinger, (May 17, 2011) On China (Penguin Group, 2011), Kindle Edition, 10.

    ↩
  52. 109

    Martin Jacques, When China Rules the World: The End of the Western World and the Birth of a New Global Order: Second Edition (Penguin Group, 2009), Kindle Locations 471–4.

    ↩
  53. 110

    Ο θεσμός της αντικατάστασης των ηγετών με ειρηνικά μέσα είναι κάτι που η Ανατολή έμαθε από τη Δύση. Η Ανατολή και η Δύση όμως χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους. Στη Δύση, η ιδεολογική αντικατάσταση γίνεται καθώς αλλάζουν τα κόμματα. Στην Ανατολή, πέρα από την Κορέα και την Ταϊβάν, μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται τρόποι για να αποφεύγεται η «αταξία» μιας ιδεολογικής ανατροπής που προκαλεί η αντικατάσταση των ηγετών. Τελικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι περισσότερες χώρες της Ανατολικής Ασίας έχουν πολιτικές μορφές διαφορετικές από εκείνες της Δύσης, γιατί, ενώ συμβουλεύονται τους δυτικούς θεσμούς και τα δυτικά πρότυπα, ακολουθούν τις ανατολικές παραδόσεις, την ιστορία και τον πολιτισμό. Δεν ασπάζονται την ιδέα ότι οι θεσμοί και τα πρότυπα, που είναι μέσα, είναι ουσιώδη προκαθορισμένα μέρη που αποφασίζουν εκ των προτέρων τους σκοπούς. Σε μια χώρα που διαχειρίστηκε ένα έθνος-κράτος για πολύ καιρό, είναι δύσκολο να εισαχθεί και να χρησιμοποιηθεί αυτούσια η διάκριση των εξουσιών δυτικού τύπου. Όσο για το πολυκομματικό σύστημα, οι χώρες της Ανατολικής Ασίας που πραγματοποιούν την εναλλαγή στην εξουσία εφαρμόζοντας αυτούσιο το δυτικό πολυκομματικό σύστημα είναι λίγες: η Κορέα και η Ταϊβάν. Όλες οι άλλες χώρες, μαζί με την Ιαπωνία και τη Σιγκαπούρη, υιοθετούν τη μορφή όπου η εναλλαγή γίνεται μέσω των φατριών ενός μόνο κόμματος, αντί να ακολουθούν το δυτικό πολυκομματικό σύστημα που αλλάζει κυβέρνηση. Υπάρχει μια ομοιότητα ανάμεσα στην «αντικατάσταση των ηγετών» μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα στην Κίνα ή στο Βιετνάμ και στην «αλλαγή κυβέρνησης» μέσω των φατριών ενός μόνο κόμματος στην Ιαπωνία ή στη Σιγκαπούρη.

    ↩
  54. 111

    Ο Ησίοδος, γύρω στο 700 π.Χ., είναι ακριβώς εκείνος που επινόησε την ιστορία του κουτιού της Πανδώρας. Άφησε επίσης τη ρήση: «καὶ πτωχὸς πτωχῷ φθονέει καὶ ἀοιδὸς ἀοιδῷ» («ο ζητιάνος ζηλεύει τον ζητιάνο, και ο ποιητής τον ποιητή»). Άφησε γραπτά όπου παραπονιόταν για τη φτωχή ζωή του στο κτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Ήταν το παράπονο όχι της φτώχειας ενός απλού αγρότη, αλλά ενός Έλληνα πολίτη που είχε δούλους.

    ↩
  55. 112

    Ibid., Kindle locations 608–618.

    ↩
  56. 113

    Rev. Alexander Roberts and James Donaldson, eds., “On the Anger of God,” chap. 13 in The Works of Lactantius, vol. 22 in Translations of the Writings of the Fathers down to A.D. 325 (Edinburgh: T. & T. Clark, 1871), 28.

    ↩
  57. 114
  58. 115

    Ibid.

    ↩
  59. 116

    Laërtius, The Lives and Opinions of Eminent Philosophers, Kindle locations 7031–7035.

    ↩
  60. 117

    Baruch Spinoza, Éthique, ό.π., σ. 285.

    ↩
  61. 118

    Στον δυτικό πολιτισμό, υπό την επίδραση της εξ αποκαλύψεως θρησκείας, εκτιμάται «ο αιώνιος κόσμος μετά τον θάνατο», και η φιλοσοφική σκέψη, επικεντρωμένη στη μεταφυσική, τονίζει τη σημασία της ψυχής ή του πνεύματος. Αυτή η τάση, αφού πέρασε από τις αναταραχές που ακολούθησαν τον ντεϊσμό, μεταμορφώνεται ώστε να εκτιμά όχι το επέκεινα, αλλά «την ευτυχία σε αυτόν τον κόσμο». Αυτό το ζήτημα έχει τη δική του σημασία. Το ζήτημα της δυτικής αναζήτησης της ευτυχίας και της ανατολικής αναζήτησης του νοήματος εξηγείται σε σχέση με τον δυτικό ατομικισμό και τον ανατολικό σχεσιοκεντρισμό.

    ↩